Σκόπια: Μειονότητα χωρίς φωνή και προστασία
Το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια επανέρχεται στο προσκήνιο, μέσα από αναφορές, μαρτυρίες και ιστορικά στοιχεία που υποστηρίζουν ότι στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία ζει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων ελληνικής καταγωγής, οι οποίοι επί δεκαετίες παραμένουν αόρατοι για την επίσημη πολιτική της Αθήνας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, ο αριθμός τους κυμαίνεται από 100.000 έως 250.000, χωρίς να μπορεί σήμερα να υπάρξει ακριβής αποτύπωση. Η αδυναμία αυτή αποδίδεται, από όσους αναδεικνύουν το θέμα, στη διαχρονική αδιαφορία του ελληνικού κράτους και στην πίεση αλλότριων εθνικών αφηγήσεων που λειτούργησαν εις βάρος της ελληνικής ταυτότητας στην περιοχή.
Οι άνθρωποι αυτοί, όπως τονίζεται, ζουν λίγα μόλις χιλιόμετρα βόρεια των ελληνικών συνόρων. Σε αρκετές περιπτώσεις φέρονται να αποφεύγουν να δηλώσουν δημόσια την ελληνική τους καταγωγή, υπό τον φόβο κοινωνικών, διοικητικών ή πολιτικών πιέσεων. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εμφανίζεται να μην έχει διαμορφώσει σταθερή πολιτική προστασίας και αναγνώρισης για έναν πληθυσμό που θεωρείται από πολλούς τμήμα του ευρύτερου ελληνισμού.
Το αίτημα που διατυπώνεται είναι σαφές: η ελληνική μειονότητα στα Σκόπια πρέπει να αναγνωριστεί, να προστατευθεί και να πάψει να αντιμετωπίζεται ως ανύπαρκτη. Σε ένα πολυεθνικό κράτος, όπου Αλβανοί, Βούλγαροι, Τούρκοι, Σέρβοι, Πομάκοι και άλλες κοινότητες διεκδικούν ή διαθέτουν δημόσιο χώρο ύπαρξης, η αποσιώπηση του ελληνικού στοιχείου δημιουργεί σοβαρό πολιτικό και ιστορικό ζήτημα.
Οι αναφορές Γκλιγκόροφ και οι παλαιότερες εκτιμήσεις
Κεντρικό σημείο στην επιχειρηματολογία για την ύπαρξη ελληνικού στοιχείου στη γειτονική χώρα αποτελεί η αναφορά στον Κίρο Γκλιγκόροφ, πρώτο πρόεδρο της τότε FYROM. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, σε δήλωσή του στην τσεχική εφημερίδα Cesny Denik, τον Ιούνιο του 1992, είχε κάνει λόγο για περίπου 100.000 πολίτες ελληνικής καταγωγής.
Η συγκεκριμένη αναφορά αναδημοσιεύθηκε στην Ελλάδα από την εφημερίδα «Μεσημβρινή» στις 16 Ιουνίου 1993. Στο περιεχόμενο που αποδίδεται στον Γκλιγκόροφ γινόταν λόγος για έντονη αριθμητική αντιπαράθεση στα Βαλκάνια, με κάθε εθνική ομάδα να προβάλλει αυξημένα μεγέθη. Στο ίδιο πλαίσιο φέρεται να σημείωνε ότι οι Έλληνες έκαναν λόγο για 250.000 Έλληνες στην περιοχή, ενώ οι στατιστικές τους περιόριζαν σε 100.000.
Οι υποστηρικτές της ύπαρξης σημαντικής ελληνικής μειονότητας θεωρούν τη συγκεκριμένη αναφορά ιδιαιτέρως κρίσιμη, επειδή δεν προέρχεται από ελληνική πηγή, αλλά από την ίδια την πολιτική ηγεσία του νεοσύστατου τότε κράτους.
Στο ίδιο πλαίσιο επανέρχεται και η μαρτυρία της Αικατερίνης Βίδα, πολίτη των Σκοπίων, η οποία σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Espresso τον Φεβρουάριο του 2010 είχε υποστηρίξει ότι στην περιοχή υπάρχουν έως και 300.000 Έλληνες, προσθέτοντας όμως ότι δεν αισθάνονται όλοι Έλληνες, λόγω των ιστορικών συνθηκών, των κλειστών συνόρων και της μακράς αποκοπής τους από την Ελλάδα.
Η ίδια περιέγραφε μια πικρή προσωπική διαδρομή, κατά την οποία επιχειρούσε επί δεκαετίες να πείσει το ελληνικό κράτος ότι είναι Ελληνίδα. Υποστήριζε ότι άνθρωποι ελληνικής καταγωγής, πολιτικοί πρόσφυγες, πρόσωπα που είχαν δηλώσει Βούλγαροι το 1945 και οικογένειες που βρέθηκαν εκτός Ελλάδας μετά τον εμφύλιο, αντιμετωπίστηκαν συλλήβδην, χωρίς διάκριση και χωρίς ουσιαστική θεσμική μέριμνα.
Η μαρτυρία της είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς περιέγραφε την καθημερινή πίεση σε πόλεις όπως το Πρίλεπ, όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, πρόσωπα που δήλωναν ελληνική καταγωγή γίνονταν στόχος κοινωνικής εχθρότητας. Παράλληλα, κατήγγελλε ότι ούτε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ούτε άλλη επίσημη αρχή είχαν ασχοληθεί συστηματικά με την ελληνική μειονότητα.
Απογραφές, ταυτότητα και ιστορική αποσιώπηση
Στην επιχειρηματολογία για το ελληνικό στοιχείο στα Σκόπια περιλαμβάνονται και αναφορές σε παλαιότερες απογραφές. Κατά την απογραφή του 1941, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την ευθύνη των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, φέρεται να καταγράφηκαν περίπου 100.000 Έλληνες το γένος, Χριστιανοί Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα, σε συνολικό πληθυσμό περίπου 800.000 κατοίκων.
Η απογραφή του 1951 εμφανίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, να ανεβάζει το ελληνικό στοιχείο στις 158.000. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονταν γηγενείς Έλληνες κάτοικοι του Μοναστηρίου, βλαχόφωνοι Έλληνες, Σαρακατσαναίοι και Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες του εμφυλίου.
Κατά την ίδια προσέγγιση, τα στοιχεία αυτά ενόχλησαν τις αρχές των Σκοπίων, οι οποίες φέρονται να πίεσαν μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού να καταγράφεται ως «Μακεδονικό» ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως «Βλάχικο». Έτσι, το ελληνικό στοιχείο σταδιακά απορροφήθηκε σε άλλες κατηγορίες ταυτότητας, με αποτέλεσμα να θολώσει η πραγματική του έκταση.
Οι απογραφές του 1961 και του 1971 χαρακτηρίζονται από ασάφεια, καθώς, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ελληνικής μειονότητας, υπήρξε συστηματική προσπάθεια περιορισμού της αποτύπωσης των Ελλήνων. Αντίστοιχα, για την απογραφή του 1991 αναφέρονται πληροφορίες του αντιπολιτευόμενου Τύπου, σύμφωνα με τις οποίες ποσοστό μεταξύ 12% και 18% φέρεται να είχε δηλώσει ελληνική εθνική συνείδηση.
Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, ο αριθμός των ανθρώπων ελληνικής καταγωγής θα μπορούσε να προσεγγίζει τις 250.000 σε πληθυσμό περίπου 2,2 εκατομμυρίων κατοίκων. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όσοι στο παρελθόν φέρονται να εξαναγκάστηκαν να δηλωθούν ως «Μακεδόνες», «Βλάχοι» ή «Γιουγκοσλάβοι», ενώ στην πραγματικότητα θεωρούνται γηγενείς Έλληνες, Βλάχοι, Σαρακατσαναίοι ή απόγονοι πολιτικών προσφύγων.
Το θέμα έχει αναδειχθεί κατά καιρούς και μέσα από τηλεοπτικά ρεπορτάζ και δημόσιες μαρτυρίες. Το 2010 φιλοξενήθηκαν στις κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων στον Άγιο Ανδρέα Ελληνόπουλα από το Μοναστήρι, μαζί με τον δάσκαλό τους Θανάση Στεργίου, πρόεδρο του πολιτιστικού συλλόγου «Μάτι». Αντίστοιχες αναφορές είχαν παρουσιαστεί και σε ρεπορτάζ της «Ζούγκλας» το 2008.
Η ουσία του ζητήματος, όπως τίθεται από όσους το αναδεικνύουν, δεν αφορά μόνο τους αριθμούς. Αφορά το δικαίωμα ανθρώπων ελληνικής καταγωγής να δηλώνουν χωρίς φόβο την ταυτότητά τους, να οργανώνονται πολιτιστικά, να διατηρούν τη γλώσσα, τη μνήμη και την ιστορική τους συνέχεια, και να μην αντιμετωπίζονται ως ανύπαρκτοι από την ίδια την Ελλάδα.
Η Αθήνα δεν μπορεί να αγνοεί επ’ αόριστον ένα ζήτημα που συνδέεται με την ιστορία, την εθνική ταυτότητα και τα δικαιώματα μιας κοινότητας που, σύμφωνα με πλήθος αναφορών, επιβίωσε μέσα σε πίεση, αποσιώπηση και εγκατάλειψη. Η αναγνώριση και η προστασία της ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια προβάλλεται πλέον ως αίτημα ιστορικής αποκατάστασης και εθνικής ευθύνης.
Σε μια εποχή που τα δικαιώματα των μειονοτήτων αποτελούν κεντρικό κριτήριο δημοκρατικής λειτουργίας στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, η σιωπή γύρω από το ελληνικό στοιχείο στη Βόρεια Μακεδονία δεν μπορεί να θεωρείται ουδέτερη στάση. Είναι πολιτική επιλογή με συνέπειες για ανθρώπους που ζητούν να μη χαθεί οριστικά η φωνή και η ταυτότητά τους.
Πιο Δημοφιλή
Γεννήθηκε ο γιος του Σάκη και της Μαριαλένας
Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων με 210 ομιλητές
Δίκη Τεμπών: Να μη θαφτεί η αλήθεια
Πιο Πρόσφατα
Διόδια στα Στενά του Ορμούζ: Το κρίσιμο ερώτημα
Πρόταση Ζελένσκι για συνάντηση με Πούτιν στη G7
ΤτΕ: Πληθωρισμός 3,8% το 2026 στην Ελλάδα