Σοβαρή εμπλοκή των Ισραηλινών στις ελληνικές βουλευτικές εκλογές του 2023
Σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια των ελληνικών βουλευτικών εκλογών του 2023 και τα όρια της ξένης επιρροής στις δημοκρατικές διαδικασίες εγείρει εκτενές δημοσίευμα της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz. Σύμφωνα με την έρευνα, ο Πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, φέρεται να παρενέβη παρασκηνιακά στην ελληνική προεκλογική περίοδο, διευκολύνοντας τη συμμετοχή ισραηλινών συμβούλων που συνδέονταν άμεσα με το περιβάλλον του, στην καμπάνια της τότε κυβερνώσας παράταξης, δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια εξαιρετικά φορτισμένη πολιτική συγκυρία για την Ελλάδα, καθώς συμπίπτει χρονικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών και τη χρήση παράνομης ισραηλινής τεχνολογίας παρακολούθησης. Το πλαίσιο αυτό προσδίδει στην υπόθεση χαρακτηριστικά πολιτικού θρίλερ, ξεπερνώντας τα όρια μιας συνήθους ανταλλαγής τεχνογνωσίας προεκλογικής επικοινωνίας.
Η χρονική αφετηρία τοποθετείται στα τέλη του 2022, λίγους μήνες πριν από τις διπλές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου 2023. Όπως αναφέρουν διπλωματικές πηγές που επικαλείται η Haaretz, ο Ισαάκ Χέρτζογκ φέρεται να ζήτησε από στενό συνεργάτη του – πιθανότατα πρόσωπο με το όνομα Σάντερ – να έρθει σε επαφή με τον Σταύρο Παπασταύρου, πρόσωπο-κλειδί της ελληνικής πολιτικής σκηνής και στενό συνεργάτη του τότε Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Στόχος αυτής της πρωτοβουλίας ήταν η δημιουργία διαύλου επικοινωνίας μεταξύ Ισραηλινών συμβούλων και της ελληνικής προεκλογικής ομάδας.
Μήπως εκεί στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αντί να κυνηγάνε...τρακτέρ,
— DIMOS THANASOULAS (@DimThanasoulas) January 7, 2026
να ασχοληθούν με συντελεσμένες αξιόποινες πράξεις προσβολής του Πολιτεύματος και ειδικότερα του 134 του Π.Κ περί Εσχάτης Προδοσίας; pic.twitter.com/qGDcCwq9oG
Όλες οι επαφές, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, πραγματοποιήθηκαν με απόλυτη διακριτικότητα. Η ελληνική πλευρά εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική, καθώς το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων – το λεγόμενο «Greek Watergate» – είχε ήδη προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στη δημόσια εμπιστοσύνη και είχε οδηγήσει, τον Αύγουστο του 2022, σε παραιτήσεις κορυφαίων κρατικών αξιωματούχων. Παράλληλα, διεθνή δημοσιεύματα είχαν αναδείξει σχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης με ισραηλινές εταιρείες κυβερνοεπιθέσεων και ψηφιακής παρακολούθησης.
Στο πλαίσιο αυτό, Ισραηλινοί σύμβουλοι φέρονται να ταξίδεψαν αρκετές φορές στην Ελλάδα κατά την προεκλογική περίοδο. Μεταξύ αυτών αναφέρεται ο Άινχορν, στενός συνεργάτης του Χέρτζογκ, ο οποίος συμμετείχε σε τουλάχιστον δύο συναντήσεις με Έλληνες αξιωματούχους και συμβούλους. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται η εφημερίδα, παρουσίασε υπηρεσίες της εταιρείας Perception και αποζημιώθηκε «με κάποιον τρόπο», χωρίς να διευκρινίζεται ούτε το ύψος ούτε η μορφή της αμοιβής. Άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι η εμπλοκή του περιορίστηκε σε προπαρασκευαστικό επίπεδο και δεν επεκτάθηκε στην ίδια την προεκλογική καμπάνια.
Η ισραηλινή συνεισφορά, όπως περιγράφεται στο δημοσίευμα, εστίαζε κυρίως στον τομέα της ψηφιακής επιρροής: στρατηγικές για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στοχευμένη διαδικτυακή επικοινωνία και διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Το τι ακριβώς περιλάμβανε αυτή η «online επιρροή» παραμένει ασαφές και αποτελεί ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της υπόθεσης, ιδίως υπό το βάρος του πρόσφατου ιστορικού με τεχνολογίες παρακολούθησης και χειραγώγησης.
Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι γνωστό: στον πρώτο γύρο δεν επιτεύχθηκε αυτοδυναμία, ωστόσο στον δεύτερο γύρο σχηματίστηκε εκ νέου κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μετά τις εκλογές, ο Σταύρος Παπασταύρου ανέλαβε κυβερνητικό χαρτοφυλάκιο. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ο Ισαάκ Χέρτζογκ ενημερωνόταν τακτικά από στενό συνεργάτη του για την πορεία της ελληνικής καμπάνιας, στοιχείο που, εφόσον επιβεβαιωθεί, προσδίδει διεθνή διάσταση στην υπόθεση.
Πηγές του πολιτικού συστήματος ανέφεραν στη Haaretz ότι οι δύο άνδρες ήταν πολύ στενοί φίλοι. «Συναντιούνταν κάθε εβδομάδα και μιλούσαν σχεδόν καθημερινά, πολλές φορές την ημέρα», δήλωσε άτομο που τους γνωρίζει. «Ο Χέρτζογκ συμβουλευόταν τον Σάντερ για πολιτικές και επικοινωνιακές κινήσεις χωρίς αμοιβή και του ζητούσε να ενεργεί εκ μέρους του με δημοσιογράφους με τους οποίους είχε επαφές. Τον χρησιμοποιούσε επίσης για τη μεταφορά μηνυμάτων σε πολιτικά πρόσωπα, όπως ο Νάταν Έσελ, και γενικά εμπιστευόταν το ένστικτό του».
Άλλο πρόσωπο ανέφερε ότι ο Σάντερ, ο οποίος δραστηριοποιούνταν και στο εμπόριο ιουδαϊκών αντικειμένων, αγόραζε κατά καιρούς αντικείμενα για τον Χέρτζογκ που σχετίζονταν με την οικογένειά του, με τον πρόεδρο να τον αποζημιώνει για τις αγορές αυτές.
Η στενή σχέση των δύο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αποτυπώνεται και σε άλλο περιστατικό. Ο Σάντερ συγκρότησε ομάδα επαγγελματιών με στόχο τη διεξαγωγή διεθνών προεκλογικών εκστρατειών. Σε αυτή συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, δύο πρώην αξιωματούχοι του τομέα της άμυνας με ειδίκευση στη διαδικτυακή επιρροή, καθώς και ο Ισραέλ Άινχορν, ο οποίος αργότερα ενεπλάκη στα σκάνδαλα Bild και Κατάρ. Σύμφωνα με πηγή της Haaretz, ο Σάντερ ετοίμασε διαφημιστικό φυλλάδιο για την ομάδα και το παρουσίασε στον Χέρτζογκ, ο οποίος με τη σειρά του προώθησε το εγχείρημα.
Στα τέλη του 2022, λίγο πριν από τις ελληνικές βουλευτικές εκλογές, ο Χέρτζογκ φέρεται να ζήτησε από τον Σάντερ να επικοινωνήσει με τον Σταύρο Παπασταύρου, ανώτερο στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Ακολούθησαν μυστικές συναντήσεις Ισραηλινών και Ελλήνων συμβούλων.
«Όλη η επικοινωνία έγινε υπό άκρα μυστικότητα», ανέφερε στη Haaretz διπλωματική πηγή. «Οι Έλληνες φοβούνταν να ταυτιστούν με το Ισραήλ, καθώς λίγο νωρίτερα είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων». Σύμφωνα με ελληνικά δημοσιεύματα της περιόδου, υπήρχαν αναφορές για σχέσεις της κυβέρνησης με ισραηλινές εταιρείες κυβερνοεπιθέσεων που φέρονται να συνέβαλαν σε παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων. Στο πλαίσιο αυτό, τον Αύγουστο του 2022 παραιτήθηκαν ο επικεφαλής των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών και ο διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού.
Οι Ισραηλινοί σύμβουλοι ταξίδεψαν αρκετές φορές στην Ελλάδα για τις ανάγκες της εκστρατείας. Ο Άινχορν συμμετείχε σε δύο συναντήσεις, παρουσιάζοντας την εταιρεία Perception και λαμβάνοντας αμοιβή, σύμφωνα με πηγές της Haaretz. Άλλη πηγή διευκρίνισε ότι συμμετείχε μόνο στις προπαρασκευαστικές συναντήσεις και όχι στην ίδια την εκστρατεία.
Η συμβολή των Ισραηλινών επικεντρώθηκε κυρίως στον τομέα της διαδικτυακής επιρροής. Η Νέα Δημοκρατία δεν εξασφάλισε αυτοδυναμία στον πρώτο γύρο των εκλογών, αλλά επικράτησε στον δεύτερο, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να σχηματίζει εκ νέου κυβέρνηση και τον Σταύρο Παπασταύρου να αναλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Χέρτζογκ ενημερωνόταν τακτικά από τον Σάντερ για τις εξελίξεις.
Τέλος, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Shumarim, ο Χέρτζογκ φέρεται να συνέστησε τον Σάντερ και σε Ρουμάνο πολιτικό ενόψει των εκλογών του 2024. «Γενικά προσπαθούσε να τον βοηθήσει όπου μπορούσε», ανέφερε πηγή στη Haaretz, σημειώνοντας ωστόσο ότι υπήρξαν και στιγμές έντασης μεταξύ τους, κυρίως όταν η βοήθεια αυτή παρέμενε παρασκηνιακή.
Από την πλευρά του, το γραφείο του Ισραηλινού Προέδρου αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή, δηλώνοντας ότι ο Χέρτζογκ δεν είχε ούτε έχει σχέση με τον Σταύρο Παπασταύρου και δεν συμμετείχε σε καμία δραστηριότητα στην Ελλάδα. Ωστόσο, η έρευνα της Haaretz επιμένει ότι η αρχική επαφή έγινε με πρωτοβουλία του ίδιου του Προέδρου του Ισραήλ και ότι ο Παπασταύρου αποτέλεσε το κομβικό πρόσωπο που διαχειρίστηκε τις συνεννοήσεις πριν και μετά τις εκλογές.
Πέρα από τις διαψεύσεις, η υπόθεση ανοίγει ένα κρίσιμο και ευρύτερο ζήτημα: πού τελειώνει η θεμιτή διεθνής πολιτική συνεργασία και πού αρχίζει η ανεπίτρεπτη ξένη παρέμβαση σε μια εθνική εκλογική διαδικασία. Σε μια περίοδο όπου διεθνώς καταγράφονται αλλεπάλληλες καταγγελίες για παρεμβάσεις σε εκλογές, η ελληνική περίπτωση εγείρει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, θεσμικής διαφάνειας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά: υπήρξε πράγματι εμπλοκή ξένων συμβούλων σε προεκλογικές δραστηριότητες; Ποιο ήταν το ακριβές αντικείμενο των υπηρεσιών «ψηφιακής επιρροής»; Υπήρξε οικονομικό ή άλλο αντάλλαγμα; Και κυρίως, διασφαλίστηκε ότι δεν παραβιάστηκαν η εκλογική νομοθεσία και τα όρια της εθνικής αυτονομίας; Ερωτήματα που, όπως σημειώνεται, δύσκολα θα μείνουν χωρίς πολιτικό και θεσμικό αντίκτυπο.