Η διεθνής ειδησεογραφική κάλυψη του πολέμου στην Ουκρανία έχει περιοριστεί σημαντικά, προκαλώντας εντύπωση σε πολλούς παρατηρητές. Η μείωση της δημοσιότητας δεν συνδέεται απαραίτητα με κάποια ύφεση στο πεδίο των μαχών, αλλά μάλλον με το γεγονός ότι οι εξελίξεις δεν συμβαδίζουν πλέον με την αρχική αφήγηση που κυριάρχησε στον δυτικό δημόσιο λόγο, σύμφωνα με την οποία η Ουκρανία διατηρούσε την πρωτοβουλία και μπορούσε ενδεχομένως να οδηγηθεί σε νίκη έναντι της Ρωσίας. Τα δεδομένα στο πεδίο υποδεικνύουν το αντίθετο.
Η εαρινή επιθετική πρωτοβουλία των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων έχει εντείνει σημαντικά τις πιέσεις στο ανατολικό μέτωπο. Στρατηγικά σημεία, όπως οι πόλεις Ποκρόβσκ, Κουπιάνσκ και Κωνσταντίνιβκα, βρίσκονται είτε υπό άμεση απειλή είτε σε κατάσταση ενεργών εχθροπραξιών. Το Τσάσιβ Γιαρ έχει ήδη περάσει στον έλεγχο των ρωσικών δυνάμεων, ενώ οι μάχες εντός των προαναφερθέντων αστικών κέντρων εντείνονται. Εφόσον καταληφθούν οι συγκεκριμένες πόλεις, η γραμμή άμυνας της Ουκρανίας ενδέχεται να διαρραγεί, επιτρέποντας στις ρωσικές δυνάμεις να προελάσουν προς τα τελευταία μεγάλα αστικά κέντρα του Ντονμπάς, το Κραματόρσκ και το Σλοβιάνσκ.
Στο εσωτερικό της Ουκρανίας, η πίεση μεταφέρεται πλέον στην ανάγκη για ενίσχυση και διατήρηση των υπαρχόντων θέσεων. Οι δημόσιες δηλώσεις δυτικών αξιωματούχων έχουν διαφοροποιηθεί από τις αρχικές διαβεβαιώσεις για επικείμενη ήττα της Ρωσίας. Πλέον γίνεται λόγος για ανάγκη αποστολής πρόσθετων οπλικών συστημάτων με βασικό στόχο να διατηρηθεί η αμυντική συνοχή του ουκρανικού στρατού και όχι για την ανατροπή των ρωσικών ερεισμάτων. Σε πολλές περιπτώσεις επανέρχεται στο προσκήνιο και το ενδεχόμενο έναρξης διαπραγματεύσεων, το οποίο έως πρότινος φαινόταν εκτός συζήτησης για τη Δύση.
Η φύση του πολέμου έχει ήδη μεταβληθεί. Δεν πρόκειται πλέον για πόλεμο ελιγμών με στόχο την κατάληψη και διατήρηση εδαφών, αλλά για έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς. Οι επιχειρήσεις αφορούν την εξάντληση του αντιπάλου τόσο σε στρατιωτικό προσωπικό όσο και σε πολεμικό υλικό. Παρότι δεν υπάρχουν επίσημα και επαληθεύσιμα στοιχεία για τις απώλειες και από τις δύο πλευρές, υπάρχουν ενδείξεις, κυρίως μέσω έμμεσων πηγών, ότι οι απώλειες του ουκρανικού στρατού είναι εξαιρετικά υψηλές. Η Ρωσία, παρά τις δικές της απώλειες, φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερη στρατηγική εφεδρεία, τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε μέσα.
Στο διπλωματικό επίπεδο, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παρέμβει με πρόταση για κατάπαυση του πυρός, την οποία συνόδευσε με επιχειρηματολογία περί ανάγκης προστασίας της ανθρώπινης ζωής και της σταθερότητας. Η πρότασή του συνάντησε έντονη αντίδραση στο εσωτερικό της Δύσης και χαρακτηρίστηκε, κυρίως από το λεγόμενο «κόμμα του πολέμου», ως προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, η πρωτοβουλία του Τραμπ φαίνεται πως στόχευε σε προσωρινή παύση των εχθροπραξιών που θα επέτρεπε στην Ουκρανία να ανασυνταχθεί και να αναδιοργανωθεί στρατιωτικά. Ο Πούτιν, ωστόσο, δεν αποδέχθηκε την πρόταση, υπογραμμίζοντας ότι δεν ενδιαφέρεται για προσωρινή ανακωχή, αλλά για μια ευρύτερη διαπραγμάτευση με στόχο την υπογραφή μόνιμης συνθήκης ειρήνης που θα αντιμετωπίζει τις δομικές αιτίες της σύγκρουσης.
Ο Τραμπ είχε ανακοινώσει αρχικά διορία 50 ημερών προς τη Μόσχα για να αποδεχθεί την πρότασή του. Η διορία αυτή μειώθηκε τελικά σε 12 ημέρες, συνοδευόμενη από απειλή νέων κυρώσεων. Το πλαίσιο αυτό, ωστόσο, δεν λειτούργησε αποτρεπτικά, καθώς η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων αμφισβητείται πλέον ανοιχτά. Η Ρωσία έχει ήδη αντέξει πάνω από 20.000 κυρώσεις χωρίς εμφανή αποσταθεροποίηση, ενώ το 2024 η οικονομία της σημείωσε ανάπτυξη 4,1%, ποσοστό που υπερβαίνει εκείνο των περισσότερων χωρών της Δύσης.
Στο πλαίσιο της νέας στρατηγικής πίεσης, η Ουάσινγκτον επιδιώκει να μειώσει τη ροή εσόδων της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου. Οι απειλές πλέον δεν στρέφονται κατά της ίδιας της Ρωσίας, αλλά εναντίον τρίτων χωρών, κυρίως της Κίνας και της Ινδίας, που αποτελούν τους δύο μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου. Η απειλή αφορά την επιβολή δασμών 100% στα εξαγόμενα προϊόντα τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, εφόσον συνεχίσουν τις αγορές ρωσικής ενέργειας.
Το Πεκίνο έχει διαμηνύσει με σαφήνεια ότι δεν προτίθεται να υποκύψει στις αμερικανικές πιέσεις. Η Κίνα διαθέτει και την οικονομική ισχύ και τα αναγκαία αντίμετρα, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού ή και της διακοπής εξαγωγών σπάνιων γαιών, που είναι κρίσιμες για την αμερικανική βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας. Από την πλευρά της, η Ινδία, αν και πιο εξαρτημένη από την αμερικανική αγορά, δείχνει να επιλέγει μια αντίστοιχα ανεξάρτητη στάση. Το Νέο Δελχί έχει ήδη διαρρεύσει τη θέση του ότι δεν θα υπακούσει σε πιέσεις και δεν προτίθεται να μεταβάλει την ενεργειακή του πολιτική. Παρότι ορισμένα ιδιωτικά διυλιστήρια ενδέχεται να σταθμίσουν διαφορετικά τα δεδομένα, η τελική κατεύθυνση καθορίζεται από την πολιτική της ινδικής κυβέρνησης.
Η γεωπολιτική σχέση των ΗΠΑ με την Ινδία διαφοροποιείται από εκείνη με την Κίνα. Η Ουάσινγκτον θεωρεί το Νέο Δελχί κρίσιμο στρατηγικό εταίρο, ιδιαίτερα στην προσπάθειά της να εξισορροπήσει την κινεζική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας. Οποιαδήποτε επιδείνωση στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ–Ινδίας θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη συνολική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ασία, ιδίως υπό το πρίσμα της παραδοσιακής αντιπαλότητας Κίνας–Ινδίας. Αυτό το στοιχείο περιορίζει τις επιλογές της Ουάσινγκτον και δημιουργεί διπλωματικά διλήμματα, ειδικά για έναν πολιτικό όπως ο Τραμπ, που προσπαθεί να κινηθεί εκτός των ορίων που θέτει το λεγόμενο «βαθύ κράτος».
Παρά την επιθυμία του να απεμπλακεί από την ουκρανική σύγκρουση, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ παραμένει δέσμιος των εσωτερικών αντιστάσεων, τόσο εντός του δικού του κόμματος όσο και ευρύτερα στον μηχανισμό εξουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πιο Δημοφιλή