22 Οκτωβρίου 2026

Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Σιωπή για τη νομιμότητα του μνημονίου – Στο τραπέζι οι διαπραγματεύσεις

Την οδό των απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προκρίνει η Ουάσιγκτον, μετά την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης. Η τοποθέτηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποκτά ιδιαίτερη διπλωματική σημασία, καθώς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών αποφεύγει να καταδικάσει ρητά τη συμφωνία και να τοποθετηθεί επί της νομιμότητάς της.

Απαντώντας σε δημοσιογραφικό ερώτημα για την απόφαση του λιβυκού Κοινοβουλίου, η αμερικανική διπλωματία περιορίζεται στην ανάγκη ειρηνικής διευθέτησης των θαλάσσιων διαφορών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στις δυνατότητες ενεργειακών και άλλων ερευνητικών δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αμερικανική θέση συνοψίζεται στην προτροπή προς τους περιφερειακούς εταίρους να επιλύουν τις εκκρεμότητες που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες μέσα από διαπραγματεύσεις καλής πίστης. Κατά την Ουάσιγκτον, η διευθέτηση τέτοιων ζητημάτων μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για οικονομικές συμφωνίες, επιχειρηματική δραστηριότητα και ερευνητικά προγράμματα προς όφελος των χωρών της Μεσογείου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά στην Ελλάδα και την Τουρκία ως δύο κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ καλεί τις δύο κυβερνήσεις να συζητήσουν απευθείας τις μεταξύ τους διαφωνίες, επαναφέροντας στο επίκεντρο τη διμερή διαπραγμάτευση ως προτεινόμενο μέσο αντιμετώπισης των εντάσεων.

Αμερικανική αποστασιοποίηση από τη ρητή ευρωπαϊκή καταδίκη

Η διατύπωση της Ουάσιγκτον διαφοροποιείται από τις σαφείς τοποθετήσεις της Αθήνας και των ευρωπαϊκών θεσμών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χαρακτηρίζουν το τουρκολιβυκό μνημόνιο παράνομο ή άκυρο στη συγκεκριμένη απάντηση, ούτε εκφράζουν ευθεία αποδοκιμασία για την πρόσφατη απόφαση της Βουλής της Λιβύης.

Η στάση αυτή έχει πολιτική σημασία, καθώς η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι η συμφωνία του 2019 παραβιάζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και παραγνωρίζει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών στην υφαλοκρηπίδα και στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Η αποφυγή ρητής αμερικανικής τοποθέτησης επί της νομιμότητας του μνημονίου αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της μελλοντικής στάσης της Ουάσιγκτον.

Η απουσία καταδίκης από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν συνιστά αναγνώριση των τουρκικών ή λιβυκών διεκδικήσεων. Καταδεικνύει, ωστόσο, ότι στην παρούσα φάση η αμερικανική διπλωματία επιλέγει να προτάξει τον διάλογο μεταξύ των δύο συμμάχων της στο ΝΑΤΟ, αποφεύγοντας μια δημόσια νομική αξιολόγηση της επίμαχης συμφωνίας.

Η έγκριση από τη Βεγγάζη και η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η νέα διπλωματική κινητικότητα ακολούθησε την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2026, όταν η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, με έδρα στο ανατολικό τμήμα της χώρας, ενέκρινε το μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης που είχε υπογραφεί μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης τον Νοέμβριο του 2019.

Η Αθήνα απέρριψε την εξέλιξη, επιμένοντας ότι το συγκεκριμένο μνημόνιο στερείται νομιμότητας κατά το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και θίγει κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου.

Ακολούθησε στις 21 Οκτωβρίου η επίσημη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω δήλωσης της Ύπατης Εκπροσώπου εξ ονόματος των κρατών-μελών. Η ευρωπαϊκή θέση επαναβεβαιώνει ότι η τουρκολιβυκή συμφωνία παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών, βρίσκεται σε αντίθεση με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να δημιουργήσει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή καταδίκη και στην αμερικανική προτροπή για διαπραγματεύσεις διαμορφώνει ένα πρόσθετο διπλωματικό δεδομένο για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η Αθήνα διαθέτει τη ρητή υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη νομική αμφισβήτηση του μνημονίου, ενώ η Ουάσιγκτον επικεντρώνεται στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών μέσω διαλόγου.