22 Οκτωβρίου 2026

Η Τουρκία επιβάλλει τετελεσμένα στη Λιβύη – Η Αθήνα φοβάται ακόμη και τη λέξη «κυρώσεις»

Νέα δεδομένα διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο μετά την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Η εξέλιξη της 20ής Οκτωβρίου 2026 συνιστά σοβαρή διπλωματική ανατροπή για την Αθήνα, καθώς ένα από τα βασικά επιχειρήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η μέχρι πρότινος απόρριψη της συμφωνίας από τη Βεγγάζη, παύει πλέον να υφίσταται.

Οι ενδείξεις για την αλλαγή προσανατολισμού της ανατολικής Λιβύης είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται. Η σταδιακή προσέγγιση του στρατοπέδου Χαφτάρ με την Άγκυρα, η ενίσχυση των πολιτικών επαφών και η αναζήτηση νέων οικονομικών συνεργασιών προδιέγραφαν τη μεταβολή των περιφερειακών ισορροπιών. Η τελική κοινοβουλευτική απόφαση κατέδειξε ότι η Τουρκία κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη μιας πλευράς που επί χρόνια αμφισβητούσε τη συμφωνία.

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε την απόφαση, επαναλαμβάνοντας ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Η Αθήνα διαμήνυσε ότι θα προχωρήσει σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Η κοινοβουλευτική έγκριση δεν μεταβάλλει τη νομική αξιολόγηση της συμφωνίας από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η πολιτική της βαρύτητα είναι σημαντική. Η Τουρκία εμφανίζεται πλέον να διαθέτει ευρύτερη υποστήριξη εντός της διαιρεμένης Λιβύης, ενώ η ελληνική διπλωματία καλείται να αντιμετωπίσει τη συρρίκνωση των ερεισμάτων της σε μια χώρα με καθοριστική γεωγραφική θέση για τις θαλάσσιες ισορροπίες της Μεσογείου.

Υποθαλάσσια καλώδια, τουρκικές NAVTEX και η συζήτηση για τα 12 ναυτικά μίλια

Η εξέλιξη συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία επανέρχονται στο προσκήνιο μεγάλα έργα υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου μέσω του Great Sea Interconnector παραμένει ζήτημα ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας, ενώ παράλληλα καταγράφεται νέα ελληνοτουρκική αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες έρευνες που σχετίζονται με το τηλεπικοινωνιακό καλώδιο East to Med Data Corridor.

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX σχετικά με τις εργασίες του ερευνητικού πλοίου KOBI RUEGG, σε θαλάσσιες περιοχές μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι ο συντονισμός και η έγκριση των δραστηριοτήτων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των τουρκικών αρχών. Η ελληνική πλευρά αμφισβητεί τις συγκεκριμένες αξιώσεις, οι οποίες εντάσσονται στη διαχρονική προσπάθεια της Τουρκίας να διευρύνει την παρουσία και τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο περιβάλλον αυτό αποκτά νέα πολιτική επικαιρότητα η δυνατότητα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως και δυτικώς της Κρήτης, με βάση το δικαίωμα που αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Μια τέτοια απόφαση θα είχε αυτοτελή νομική και στρατηγική σημασία, ενώ οι ευρύτερες συνέπειές της θα εξαρτώνταν από τις γεωγραφικές συνθήκες και τις αντιδράσεις των εμπλεκόμενων κρατών.

Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη σαφούς επαναξιολόγησης της πολιτικής της απέναντι στη Λιβύη. Η διατήρηση επαφών με την Τρίπολη και τη Βεγγάζη δεν απέτρεψε την έγκριση της συμφωνίας. Το αποτέλεσμα αυτό ενισχύει τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των ελληνικών διπλωματικών πρωτοβουλιών και για το κατά πόσον υπήρξε έγκαιρη εκτίμηση των αλλαγών στο λιβυκό πολιτικό πεδίο.

Καθοριστικό παράγοντα αποτελεί η στάση του Σαντάμ Χαφτάρ, ο οποίος κατέχει υψηλή θέση στη στρατιωτική ιεραρχία της ανατολικής Λιβύης και θεωρείται ισχυρός παράγοντας στη διαμόρφωση της μελλοντικής ηγεσίας του στρατοπέδου του πατέρα του. Η θετική του τοποθέτηση απέναντι στη συμφωνία αποτυπώνει την επιδίωξη διεύρυνσης των σχέσεων με την Τουρκία, κυρίως σε οικονομικό, επενδυτικό και στρατηγικό επίπεδο.

Παράλληλα, οι αλλαγές στην προεδρία της λιβυκής Βουλής και η αυξανόμενη τουρκική διπλωματική δραστηριότητα αναδεικνύουν την αναδιάταξη των συμμαχιών. Πληροφορίες για επαφές Τουρκίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων γύρω από την ενοποίηση των λιβυκών στρατιωτικών δυνάμεων και για πιθανή τουρκική υποστήριξη στις πολιτικές επιδιώξεις του Σαντάμ Χαφτάρ παραμένουν αντικείμενο διπλωματικού ενδιαφέροντος, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί επίσημη συμφωνία επί αυτών των ζητημάτων.

Κυρώσεις: Το διπλωματικό εργαλείο που παραμένει εκτός της δημόσιας συζήτησης

Η σοβαρότερη πολιτική διάσταση της υπόθεσης αφορά την απουσία δημόσια διατυπωμένου αιτήματος για συγκεκριμένες ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Τουρκίας και της Λιβύης σε σχέση με την επικύρωση του μνημονίου. Η Ελλάδα κινητοποιήθηκε διπλωματικά, εξασφαλίζοντας σαφείς τοποθετήσεις από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η διαμόρφωση, όμως, πρακτικών μέτρων που θα μπορούσαν να επιφέρουν πολιτικό ή οικονομικό κόστος παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Οι πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επανέλαβαν ότι η συμφωνία παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, αντίκειται στο δίκαιο της θάλασσας και θεωρείται άκυρη. Αντίστοιχη ήταν η επίσημη δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξ ονόματος των κρατών-μελών, η οποία ξεκαθάρισε ότι το μνημόνιο δεν παράγει έννομες συνέπειες για τρίτες χώρες.

Η θέση αυτή παρέχει στην Αθήνα ένα σημαντικό διπλωματικό έρεισμα. Εντούτοις, η απόσταση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή καταδίκη και στην υιοθέτηση δεσμευτικών μέτρων τροφοδοτεί την κριτική απέναντι στη στάση των Βρυξελλών και στις επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μηχανισμούς οικονομικής και πολιτικής πίεσης, υπό συγκεκριμένες νομικές προϋποθέσεις και διαδικασίες. Η συζήτηση για στοχευμένες κυρώσεις, για επανεξέταση χρηματοδοτικών προγραμμάτων ή για τη σύνδεση της αναβάθμισης των ευρωτουρκικών οικονομικών σχέσεων με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης διπλωματικής στρατηγικής.

Η σύγκριση με την ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων απέναντι στη Ρωσία αναδεικνύει διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες και διαφορετικές συνθήκες λήψης αποφάσεων. Παρά τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων, παραμένει το ζήτημα της συνέπειας με την οποία η Ένωση υπερασπίζεται τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών της όταν αυτά τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια συγκεκριμένα μέσα προτίθεται να αξιοποιήσει πέρα από τις διπλωματικές διαμαρτυρίες. Η καταγραφή διεθνών δηλώσεων υποστήριξης έχει πολιτική αξία, η οποία πρέπει να συνδεθεί με μια συνεκτική στρατηγική για την προστασία των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων.

Η απόφαση της Βεγγάζης αποδεικνύει ότι οι συσχετισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται και ότι η Τουρκία συνεχίζει να επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη περιφερειακών συμμαχιών. Η Αθήνα καλείται πλέον να παρουσιάσει συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες, με σαφείς στόχους και αξιοποιήσιμα μέσα πίεσης. Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα είναι κατά πόσον η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να μετατρέψει τη διεθνή υποστήριξη σε αποτελεσματική προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.