Στο Μικτό Ορκωτό Λάρισας η υπόθεση της γυναικοκτονίας που συγκλόνισε την περιοχή
Οι δραματικές στιγμές της δολοφονίας της 43χρονης γυναίκας από τον σύζυγό της, στις 3 Αυγούστου 2021 στη Σωτηρίτσα Λάρισας, αναβίωσαν χθες στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λάρισας, όπου συνεχίζεται η εκδίκαση της πολύκροτης υπόθεσης.
Ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με το δικαστήριο να εξετάζει εκ νέου –όπως και πρωτοδίκως– το ζήτημα της ψυχικής κατάστασης του 57χρονου σήμερα, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Η γυναικοκτονία που συγκλόνισε τη Λάρισα διαπράχθηκε στην οικογενειακή ταβέρνα όπου εργαζόταν η γυναίκα. Ο κατηγορούμενος την πυροβόλησε επτά φορές, ενώ είχε καταγράψει στο κινητό του την τελευταία συνομιλία που είχε μαζί της, χαρακτηρίζοντας αργότερα την πράξη του ως «ατύχημα».
«Το αποκαλώ ατύχημα γιατί ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα έφτανα σε αυτό το σημείο», ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου, περιγράφοντας τη σχέση τους από το 2001, όταν –όπως είπε– άρχισαν τα πρώτα προβλήματα στον γάμο, έως τη δολοφονία είκοσι χρόνια αργότερα. Τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια η σύζυγός του είχε απομακρυνθεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τα παιδιά τους και ότι το 2021 επέστρεψε στη Σωτηρίτσα για να συνεχίσει εκεί τη ζωή της. Αναφέρθηκε στα επαναλαμβανόμενα ταξίδια που έκανε από την Αθήνα το καλοκαίρι του 2021, προσπαθώντας να την επαναπροσεγγίσει, καθώς και σε ψυχωσικό επεισόδιο που είχε λίγες εβδομάδες πριν το έγκλημα και στη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε κατόπιν διάγνωσης ψυχιάτρου.
«Θόλωσα, δεν σκεφτόμουν τίποτα»
«Δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Αν ήμουν καλά, δεν θα το είχα κάνει ποτέ», φέρεται να δήλωσε, σύμφωνα με το larissanet.gr, περιγράφοντας βήμα προς βήμα τα γεγονότα της 3ης Αυγούστου. Μίλησε για την πρωινή του άφιξη στην ταβέρνα, τη λογομαχία με τη σύζυγο και την πεθερά του, την επιστροφή στο αυτοκίνητο για να πάρει το όπλο και την επάνοδό του στο κατάστημα, όπου άνοιξε πυρ.
«Θόλωσα. Άκουγα φωνές, βρέθηκα με το πιστόλι στο χέρι και το άδειασα πάνω της χωρίς να στοχεύω», ανέφερε, με τον πρόεδρο του δικαστηρίου να τον ρωτά τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή και τι περίμενε να ακούσει από τη γυναίκα του. «Τίποτα. Έπεσε μαύρο. Περίμενα να μου μιλήσει για τον εραστή της», απάντησε. Στην ερώτηση αν θα αντιδρούσε διαφορετικά αν άκουγε άλλες απαντήσεις, ήταν κατηγορηματικός: «Πιστεύω πως όχι. Ό,τι και να μου έλεγε, ήμουν αποφασισμένος. Ήμουν εν βρασμώ».
Οι επόμενες ερωτήσεις επικεντρώθηκαν στη ζωή του στη φυλακή και στη φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί. Υπενθυμίζεται ότι μετά το έγκλημα ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία και, όπως κατέθεσε ο αστυνομικός που έφτασε στο σημείο, ο 57χρονος κοιμήθηκε μέσα στο περιπολικό καθ’ οδόν προς το Αστυνομικό Τμήμα Λάρισας.
Για την ψυχική του κατάσταση κατέθεσε και η πραγματογνώμονας ψυχίατρος που τον εξέτασε περίπου δύο μήνες μετά το συμβάν. Όπως ανέφερε, ο κατηγορούμενος έπασχε από παραληρηματική διαταραχή και όχι απλώς από ζήλια, τονίζοντας ότι η ποινή που θα του επιβληθεί έχει σημασία για τη δυνατότητα ουσιαστικής θεραπείας. Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόδικο δικαστήριο είχαν απορριφθεί οι ισχυρισμοί περί μειωμένου καταλογισμού και τέλεσης της πράξης εν βρασμώ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στις καταθέσεις της αδελφής του κατηγορουμένου, της κόρης του και του μεγαλύτερου γιου του. Ο τελευταίος, αναφερόμενος στη σχέση των γονιών του και στην ψυχολογική κατάσταση του πατέρα του, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Τον αγαπάω όπως αγαπούσα και τη μητέρα μου».
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Ζελένσκι–Τραμπ: Ραντεβού στο Νταβός
Δανία: Κόκκινες γραμμές για τη Γροιλανδία