Σύγκρουση κορυφής στη Δικαιοσύνη: Δικηγόροι ζητούν έλεγχο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Σοβαρή θεσμική αντιπαράθεση στους κόλπους της Δικαιοσύνης προκαλεί η δημόσια παρέμβαση εν ενεργεία αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος, μέσα από άρθρο του στον Τύπο, διατύπωσε αιχμές για φαινόμενα διαφθοράς και για τον τρόπο με τον οποίο δικαστικοί λειτουργοί χειρίστηκαν συγκεκριμένη υπόθεση.
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αντέδρασε με ανακοίνωση, καταγγέλλοντας ότι ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός παρεμβαίνει δημόσια σε εκκρεμή δικαστική διαδικασία, αμφισβητεί συναδέλφους του και εμφανίζεται να υποστηρίζει συγκεκριμένους διαδίκους.
Αφορμή αποτέλεσε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 22 Οκτωβρίου 2026, με τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη».
Σύμφωνα με τη Συντονιστική Επιτροπή, το περιεχόμενο του δημοσιεύματος δημιουργεί σοβαρό ζήτημα θεσμικής τάξης, καθώς ένας εν ενεργεία ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εκφράζει δημόσια κρίσεις για υπόθεση που εξακολουθεί να απασχολεί τη Δικαιοσύνη.
Η παρέμβαση των δικηγορικών συλλόγων επικεντρώνεται τόσο στο περιεχόμενο των καταγγελιών όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτές διατυπώθηκαν, με την Επιτροπή να ζητά την άμεση ενεργοποίηση των αρμόδιων θεσμικών οργάνων.
Καταγγελίες για δημόσια παρέμβαση σε εκκρεμή δικαστική υπόθεση
Η Συντονιστική Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου προχώρησε σε ευθεία αμφισβήτηση δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, επειδή οι αποφάσεις και οι κρίσεις τους διαφοροποιήθηκαν από τη δική του εκτίμηση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις διατυπώσεις του άρθρου, όπου ο εισαγγελικός λειτουργός φέρεται να εγείρει σοβαρά ζητήματα σχετικά με τον ρόλο όσων χειρίστηκαν τη συγκεκριμένη υπόθεση και να χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «κατασκευή κρίσης».
Κατά τους εκπροσώπους των δικηγορικών συλλόγων, τέτοιου είδους δημόσιες τοποθετήσεις, όταν προέρχονται από εν ενεργεία ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό, εγείρουν ζητήματα θεσμικής δεοντολογίας και σεβασμού της ανεξαρτησίας της δικαστικής κρίσης.
Η Επιτροπή χαρακτηρίζει το περιστατικό πρωτοφανές και ασύμβατο με τις απαιτήσεις ενός κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη.
Στην ανακοίνωσή της επισημαίνει ότι η δημόσια αμφισβήτηση δικαστικών αποφάσεων και θεσμικών οργάνων από ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό μπορεί να επηρεάσει το κύρος του δικαστικού συστήματος και την αντίληψη των πολιτών για την αμεροληψία του.
Το βασικό αίτημα της Συντονιστικής Επιτροπής είναι να εξεταστεί θεσμικά η συμπεριφορά του αντεισαγγελέα και να αξιολογηθεί εάν η δημόσια παρέμβασή του συνιστά πειθαρχικά ελεγκτέα ενέργεια.
Αίτημα για πειθαρχικό έλεγχο και διερεύνηση των καταγγελιών
Οι πρόεδροι των δικηγορικών συλλόγων τονίζουν ότι, εφόσον ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις καταγγελίες του περί διαφθοράς, οφείλει να τα θέσει υπόψη των αρμόδιων δικαστικών οργάνων.
Η διερεύνηση ενδεχόμενων παραβάσεων και η απόδοση ευθυνών πρέπει, κατά τη θέση της Επιτροπής, να πραγματοποιούνται μέσω των προβλεπόμενων θεσμικών διαδικασιών, με πλήρη εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων.
Η Συντονιστική Επιτροπή ζητά από τα αρμόδια όργανα της Δικαιοσύνης να παρέμβουν άμεσα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να εξεταστούν τόσο οι δημόσιοι ισχυρισμοί όσο και η συμπεριφορά του εισαγγελικού λειτουργού.
Στην ανακοίνωση αξιοποιείται μάλιστα η καταληκτική επισήμανση του ίδιου του αντεισαγγελέα, σύμφωνα με την οποία κανένας δικαστικός λειτουργός, ανεξαρτήτως βαθμίδας, δεν πρέπει να εξαιρείται από τον έλεγχο και τη λογοδοσία.
Με βάση αυτή την αρχή, οι εκπρόσωποι των δικηγορικών συλλόγων υποστηρίζουν ότι ο έλεγχος πρέπει να εφαρμόζεται και στην περίπτωση του συντάκτη του επίμαχου άρθρου.
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θεσμικό ζήτημα: τη διαχείριση καταγγελιών για ενδεχόμενη διαφθορά μέσα στο ίδιο το δικαστικό σύστημα και τις υποχρεώσεις των λειτουργών του όταν δημοσιοποιούν σοβαρές αιτιάσεις για συναδέλφους τους.
Οι καταγγελίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο του αντεισαγγελέα παραμένουν ισχυρισμοί που απαιτούν τεκμηρίωση και αξιολόγηση από τα αρμόδια όργανα. Αντίστοιχα, η ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής αποτελεί θεσμική τοποθέτηση και αίτημα ελέγχου, χωρίς να συνιστά διαπίστωση πειθαρχικής ευθύνης.
Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της Δικαιοσύνης, την ανάγκη διερεύνησης κάθε σοβαρής καταγγελίας και την υποχρέωση τήρησης των κανόνων που διέπουν τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών.
Η Συντονιστική Επιτροπή προειδοποιεί ότι η απουσία θεσμικής αντίδρασης θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα στο κύρος του δικαστικού συστήματος, ζητώντας ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης και εφαρμογή της αρχής της λογοδοσίας σε όλα τα επίπεδα της Δικαιοσύνης.
Πιο Δημοφιλή