Σύνοδος ΝΑΤΟ στην Άγκυρα: Το δύσκολο στοίχημα της ελληνικής διπλωματίας
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου, βρίσκει την ελληνική διπλωματία σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής. Η Αθήνα καλείται να κινηθεί μέσα σε ένα νέο, σύνθετο και ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, όπου η Ευρωατλαντική Συμμαχία αναζητεί συνοχή, η Ευρώπη πιέζεται να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος στην άμυνα και η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιαστεί ως αναντικατάστατος πυλώνας του νέου συστήματος ασφαλείας.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στην Άγκυρα, όμως το πραγματικό διακύβευμα αφορά ολόκληρη τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η σταδιακή υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής άμυνας, σε συνδυασμό με την προσπάθεια της Τουρκίας να αναβαθμίσει τον ρόλο της, δημιουργεί ένα δύσκολο πεδίο για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση καλείται να ενισχύσει τη θέση της χώρας χωρίς να εμφανιστεί ως παράγοντας ανασχετικός στην ευρωπαϊκή αμυντική ανασύνταξη.
Η κεντρική λέξη της Συνόδου είναι η συνοχή. Αυτό επιδιώκει ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, αυτό θέλουν να δείξουν οι ηγέτες της Συμμαχίας και αυτό επιθυμεί να δει ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος θα συμμετάσχει σε μία και αυστηρά ελεγχόμενη συνεδρίαση. Η Ευρώπη προσέρχεται με την ανάγκη να αποδείξει ότι οι πολιτικές δεσμεύσεις για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες μπορούν να μετατραπούν σε επιχειρησιακή πραγματικότητα.
Η υλοποίηση των αποφάσεων της προηγούμενης Συνόδου στη Χάγη, το 2025, βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών έως το 5% και η ενίσχυση της στρατιωτικής παραγωγής αποτελούν κεντρικά ζητούμενα. Στο πεδίο αυτό η Τουρκία εισέρχεται με εμφανείς αξιώσεις, καθώς διαθέτει αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, τις οποίες ο Μαρκ Ρούτε προβάλλει πλέον ως κρίσιμο παράγοντα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η ελληνική γραμμή και το δύσκολο ισοζύγιο
Η Αθήνα προσέρχεται στη Σύνοδο με στόχο να υπενθυμίσει ότι αποτελεί σταθερό και αξιόπιστο σύμμαχο στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Το διπλωματικό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη προτάσσει την τήρηση των ελληνικών δεσμεύσεων στις αμυντικές δαπάνες, τη σταθερή στήριξη στην Ουκρανία και την ανάγκη απρόσκοπτης συνεργασίας Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης στο πλαίσιο της Συμμαχίας.
Η ελληνική θέση στηρίζεται στην άποψη ότι η Ευρώπη οφείλει να αποκτήσει μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία, χωρίς να αποκοπεί από την Ουάσιγκτον. Η πλήρης χειραφέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θεωρείται ρεαλιστική επιλογή. Για την Αθήνα, η αμερικανική παρουσία παραμένει κρίσιμη για την ισορροπία ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα.
Το βασικό ελληνικό επιχείρημα είναι ότι η χώρα έχει λειτουργήσει διαχρονικά ως δύναμη σταθερότητας και ως συνεπής νατοϊκός εταίρος. Η γραμμή αυτή αντιπαραβάλλεται με την τουρκική πορεία, η οποία κατά περιόδους κινήθηκε σε γκρίζες ζώνες ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, με πιο χαρακτηριστική την υπόθεση των ρωσικών S-400.
Η Αθήνα επενδύει επίσης στην αναβαθμισμένη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της Ενέργειας. Ο Κάθετος Διάδρομος και οι έρευνες της Chevron νοτίως της Κρήτης λειτουργούν ως στοιχεία οικονομικής και γεωπολιτικής διπλωματίας. Η ελληνική πλευρά γνωρίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια ενδιαφέρει ιδιαιτέρως την Ουάσιγκτον και μπορεί να ενισχύσει τους δεσμούς Αθήνας – Ουάσιγκτον σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων.
Στο πεδίο των εξοπλισμών, η αμερικανική πλευρά φέρεται να διεκδικεί ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο στην ελληνική αγορά. Αυτό δημιουργεί πρόσθετη πίεση στην Αθήνα, η οποία επιδιώκει να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, χωρίς να μετατραπεί σε μονομερώς εξαρτημένο αγοραστή στρατιωτικού υλικού.
Το πρόβλημα για την ελληνική κυβέρνηση είναι ότι η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον από τους Συμμάχους αποκλειστικά ως δύσκολος εταίρος. Αντίθετα, προβάλλεται όλο και περισσότερο ως απαραίτητος παίκτης στη νέα ευρωπαϊκή άμυνα. Οι φιλοφρονήσεις Ρούτε προς τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και τη στρατιωτική βιομηχανία της Άγκυρας δείχνουν ότι το ΝΑΤΟ αναζητεί πρακτικές λύσεις ισχύος, ακόμη και όταν αυτές δημιουργούν πολιτικές αντιφάσεις.
Η Τουρκία, το casus belli και ο κίνδυνος ελληνικής υποχώρησης στο διπλωματικό παιχνίδι
Η Άγκυρα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη Σύνοδο και το παράλληλο Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας για να ενισχύσει το αποτύπωμά της στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας. Οι συμφωνίες της με μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Βρετανία, περιορίζουν τα περιθώρια ελληνικής παρέμβασης. Η Τουρκία κινείται επιθετικά στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και επιχειρεί να κατοχυρώσει θέση προνομιακού προμηθευτή και στρατηγικού εταίρου.
Την ίδια ώρα, η Αθήνα διατηρεί μια καθαρή κόκκινη γραμμή: όσο παραμένει σε ισχύ η απειλή πολέμου, το γνωστό casus belli, απέναντι σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποδεχθεί τη συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το SAFE II και το ReArm.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη επιχειρήσει να ασκήσει πίεση σε Αθήνα και Λευκωσία, δηλώνοντας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ ότι η εξαίρεση των τουρκικών αμυντικών δυνατοτήτων για λόγους στενών πολιτικών συμφερόντων δεν ωφελεί κανέναν. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Τουρκία θέλει πρόσβαση στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς μηχανισμούς και θα χρησιμοποιήσει το νατοϊκό πλαίσιο για να την απαιτήσει.
Η ελληνική θέση είναι λεπτή. Από τη μία, η Αθήνα δεν θέλει να εμφανιστεί ως εμπόδιο στην προσπάθεια της Ευρώπης να αυξήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Από την άλλη, δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι μια χώρα που διατηρεί απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και αμφισβητεί κρίσιμες πτυχές του Διεθνούς Δικαίου θα ενταχθεί χωρίς όρους σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.
Αυτή είναι η ουσία του ελληνικού διλήμματος. Η κυβέρνηση θέλει να πείσει τους Συμμάχους ότι η Ελλάδα είναι δύναμη λύσης και όχι δύναμη μπλοκαρίσματος. Παράλληλα, όμως, οφείλει να μην επιτρέψει στην Τουρκία να μετατρέψει τη γεωγραφική της σημασία σε διπλωματική ασυλία για τις πάγιες αναθεωρητικές της θέσεις.
Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο από το νέο κλίμα στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Η επίσκεψη στην Τουρκία της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ Κάγια Κάλας, της Επιτρόπου Διεύρυνσης Μάρτα Κος και του Επιτρόπου Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ επιβεβαιώνει ότι Βρυξέλλες και Άγκυρα αναζητούν νέο μοντέλο συνεργασίας. Σε αυτό το μοντέλο, η άμυνα, η γεωπολιτική και το μεταναστευτικό φαίνεται να αποσυνδέονται από την κλασική ενταξιακή διαδικασία και από τα σοβαρά ελλείμματα της Τουρκίας στο κράτος δικαίου, στο Διεθνές Δίκαιο και στις αρχές καλής γειτονίας.
Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη ενέχει προφανείς κινδύνους. Αν η Ευρώπη επιλέξει να βλέπει την Τουρκία κυρίως ως στρατηγικό εργαλείο και λιγότερο ως χώρα που πρέπει να συμμορφώνεται με κανόνες, τότε η ελληνική διπλωματία θα βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη πραγματικότητα. Η επίκληση των αρχών θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένες συμμαχίες, ενεργειακά εργαλεία, αμυντικές πρωτοβουλίες και καθαρή στρατηγική.
Η γεωγραφία και το μέγεθος της Τουρκίας δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να αποδεχθεί μια νέα ισορροπία στην οποία η Άγκυρα θα επιβραβεύεται για την ισχύ της, ενώ η Ελλάδα θα περιορίζεται στον ρόλο του προσεκτικού συμμάχου που αποφεύγει τις συγκρούσεις. Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται ενεργητική γραμμή, όχι απλή προσαρμογή στις αποφάσεις άλλων.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αποτελεί δοκιμασία για τη χώρα. Θα δείξει αν η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη συνέπειά της, τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, τον ενεργειακό της ρόλο και τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο για να παραμείνει ισχυρός παίκτης. Θα δείξει επίσης αν το Μαξίμου μπορεί να υπερασπιστεί τα ελληνικά συμφέροντα μέσα σε μια Συμμαχία που, για λόγους ανάγκης, δείχνει έτοιμη να δώσει στην Τουρκία μεγαλύτερο χώρο.
Το ζητούμενο δεν είναι η ρητορική αντιπαράθεση με την Άγκυρα. Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός βιώσιμου modus vivendi με τη γείτονα, χωρίς διολίσθηση σε διπλωματική υποχώρηση. Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική με βάθος, όχι απλή διαχείριση των ισορροπιών που διαμορφώνουν οι ισχυρότεροι.
Πιο Δημοφιλή
Πέθανε ο Μιχάλης Μόσιος, ο αγαπημένος «Ταμτάκος»
Πιο Πρόσφατα
Η Thales εξαγοράζει την Exail