7 Οκτωβρίου 2026

Ένταση στη δίκη Μαγνησίας: Ξέσπασε ο πατέρας του Βασίλη Μάγγου

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ολοκληρώθηκε η 18η συνεδρίαση του ΜΟΔ Καρδίτσας για την υπόθεση βασανισμού του Βασίλη Μάγγου.
  • Ο πατέρας του θύματος, Γιάννης Μάγγος, ξέσπασε σε κραυγές διαμαρτυρίας μέσα στην αίθουσα.
  • Κατέθεσαν ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Μαγνησίας και ο επικεφαλής της ΟΠΚΕ.
  • Οι μάρτυρες υπεράσπισης υποστήριξαν ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν για την ασφάλεια της μεταγωγής.
  • Ο Γιάννης Μάγγος κατήγγειλε ψευδείς καταθέσεις και προσπάθεια συγκάλυψης από την αστυνομία.

Σε κλίμα έντονης φόρτισης και με τον πατέρα του Βασίλη Μάγγου, Γιάννη, να ξεσπά σε κραυγές διαμαρτυρίας, ολοκληρώθηκε η 18η συνεδρίαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καρδίτσας, όπου εκδικάζεται η υπόθεση των έξι αστυνομικών της Μαγνησίας, οι οποίοι κατηγορούνται για βασανιστήρια σε βάρος του γιου του, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων της 14ης Ιουνίου 2020. Ο Γιάννης Μάγγος, απευθυνόμενος στους παριστάμενους, φώναξε «Ένα μήνα έζησε, θα σας έκανε μήνυση, τον σαπίσατε στο ξύλο», λίγο πριν αποχωρήσει μόνος του από την αίθουσα, εκφράζοντας την οργή του για την τροπή της διαδικασίας.

Κατά την τελευταία συνεδρίαση, μετά την ανάγνωση των εγγράφων, το δικαστήριο άκουσε τις καταθέσεις του προέδρου της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Μαγνησίας και του επικεφαλής της Ομάδας Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας (ΟΠΚΕ) Μαγνησίας. Ο πρόεδρος της Ένωσης, αν και δεν ήταν παρών στα γεγονότα, υποστήριξε ότι υπήρχαν διαδικαστικά κενά στην προσαγωγή του συλληφθέντα από την προηγούμενη ημέρα της κινητοποίησης κατά της καύσης των σκουπιδιών, σημειώνοντας την απουσία επικεφαλής αξιωματικού. Όπως ανέφερε, εάν υπήρχε επικεφαλής εκείνη την ημέρα, η μεταγωγή του κρατουμένου θα είχε πραγματοποιηθεί από την πίσω πλευρά του δικαστικού μεγάρου, αποφεύγοντας το συγκεντρωμένο πλήθος στο μπροστινό μέρος.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Βασίλης Μάγγος προκάλεσε απειλή για την ασφάλεια της μεταγωγής του κρατουμένου, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί με τη χρήση αστυνομικών ράβδων. Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι «εκ του αποτελέσματος» οι αστυνομικοί θα έπρεπε να είχαν επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή. Αναφορικά με την προσαγωγή του Βασίλη Μάγγου, δήλωσε ότι ο ίδιος θα είχε ενημερώσει τον εισαγγελέα και θα προχωρούσε σε σύλληψη, εκτιμώντας ότι ο εκτελών χρέη διοικητή ενδέχεται να απέφυγε τη σύλληψη φοβούμενος αντιδράσεις και λόγω έλλειψης επαρκούς προσωπικού.

Μιλώντας για τους κατηγορούμενους, ο πρόεδρος της Ένωσης δήλωσε ότι τους γνωρίζει προσωπικά, περιγράφοντας τη διαδικασία ως ψυχοφθόρα και χαρακτηρίζοντάς τους ως «αφρόκρεμα» της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μαγνησίας. Υποστήριξε ότι άνθρωποι με βίαιη συμπεριφορά δεν την εκδηλώνουν μετά από 25 χρόνια υπηρεσίας, καθώς «θα είχαν δείξει σημάδια». Εξέφρασε τον σεβασμό του στην πρωτόδικη απόφαση του δικαστηρίου του Βόλου, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό ως «κακιά ώρα» και τονίζοντας ότι δεν έχει υποβληθεί καμία καταγγελία εναντίον των έξι αστυνομικών όλα αυτά τα χρόνια.

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της ΟΠΚΕ υπερασπίστηκε τη δράση των αστυνομικών έξω από τα δικαστήρια, περιγράφοντας μια χαοτική κατάσταση όπου ο κρατούμενος εξερχόταν από το κτίριο εν μέσω πλήθους, ενώ ένα μεμονωμένο άτομο, ο Μάγγος, πλησίασε με σφιγμένες γροθιές. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αστυνομικοί έπρεπε να δράσουν άμεσα για να αποτραπεί ένα δεύτερο πεδίο σύγκρουσης, ενώ παραδέχτηκε ότι θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί σύλληψη του Μάγγου. Αναφερόμενος στην καταγγελία-ανάρτηση του Βασίλη Μάγγου, τόνισε ότι αυτή θα έπρεπε να είχε απευθυνθεί στο γραφείο του εισαγγελέα, υποστηρίζοντας ότι έγινε για να ενισχύσει τις πεποιθήσεις του ως αντιεξουσιαστής. Ολοκληρώνοντας, εμφανίστηκε βέβαιος ότι «κανείς δεν ακούμπησε τον Βασίλη Μάγγο», προσθέτοντας ότι η υπηρεσία έχει προστατεύσει ακόμη και δολοφόνους.

Στη συνέχεια, παρατίθεται η δήλωση του Γιάννη Μάγγου, ο οποίος εξέφρασε την απογοήτευσή του για την ελληνική αστυνομία και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, υποστηρίζοντας ότι αστυνομικοί και μάλιστα βαθμοφόροι καταθέτουν ψευδώς για τα γεγονότα σε βάρος του γιου του, αποποιούμενοι τις ευθύνες τους. Αναφέρεται στις καταθέσεις του προέδρου της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Μαγνησίας και του επικεφαλής της ΟΠΚΕ Μαγνησίας, καθώς και στην προχθεσινή κατάθεση του αξιωματικού υπηρεσίας, επισημαίνοντας τις αντιφάσεις και την προσπάθεια συγκάλυψης.

Ο Γιάννης Μάγγος, στη δήλωσή του, χαρακτηρίζει τους κατηγορούμενους ως έμπειρους αστυνομικούς που έχουν λάβει μέρος σε ποικίλα περιστατικά και έχουν πραγματοποιήσει «χιλιάδες» συλλήψεις, ενώ παράλληλα έχουν διακριθεί για ανδραγαθίες και έχουν μεταλλικά και φυσικά προσόντα, όντας καλοί οικογενειάρχες. Υποστηρίζει ότι είναι άριστα εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν όλες τις καταστάσεις και γνωρίζουν πώς να χτυπούν με τις ελαστικές ράβδους σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα, οι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ κινδύνευαν από τον πεσμένο κάτω ανάσκελα και ανυπεράσπιστο Βασίλη Μάγγο, τόσο που προσέτρεξε και μια παρακείμενη διμοιρία για να τους συνδράμει. Υπογραμμίζει ότι όλο αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν φυγάδευαν τον κρατούμενο από την πίσω πόρτα, η οποία όμως ήταν κλειδωμένη και δεν «έβρισκαν» το κλειδί, ενώ σημειώνει ότι η πίσω πόρτα των δικαστηρίων είναι πάντα ανοιχτή.

Σύμφωνα με τη δήλωση, εκείνη την ημέρα μπροστά στα δικαστήρια δεν υπήρχε επικεφαλής και δεν είχαν ληφθεί σωστά μέτρα ασφαλείας, ένα ακόμη λάθος της διεύθυνσης. Όταν οι μάρτυρες ρωτήθηκαν πώς δικαιολογούν αυτή τη βίαιη συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον Βασίλη Μάγγο, οι απαντήσεις ήταν εμφανώς ανεπαρκείς. Ο αξιωματικός υπηρεσίας κατέθεσε ότι δεν είχε καμία ευθύνη για όσα ο ίδιος έγραψε και υπέγραψε στο Βιβλίο Συμβάντων εκείνης της ημέρας, αλλά απέδωσε την ευθύνη στον διοικητή του, της Υ/Α, ο οποίος του το υπαγόρευσε από το τηλέφωνο. Από όσα κατέθεσαν όλοι, προκύπτει ότι ο αξιωματικός υπηρεσίας δεν είναι υπεύθυνος ακριβώς, αλλά κάτι σαν διακοσμητικό φυτό εκεί πέρα. Επίσης, ανέφεραν ότι του έκαναν σωματικό έλεγχο, αλλά δεν συνέταξαν έκθεση σωματικής έρευνας. Παρά τη «σοβαρότητα» του περιστατικού, όπως οι ίδιοι το περιγράφουν, κανένας δεν ειδοποίησε τον εισαγγελέα. Τέλος, δεν συνέλαβαν τον Βασίλειο Μάγγο, γιατί η αστυνομική διεύθυνση φοβήθηκε ότι θα γίνονταν πορείες, επεισόδια και ότι αυτό θα είχε συνέπειες, άλλο ένα λάθος της Διεύθυνσης και αυτό. Στην πορεία της προηγούμενης ημέρας, βέβαια, δεν «φοβήθηκαν» να κάνουν δύο συλλήψεις και δεκάδες προσαγωγές.

Από τις καταθέσεις προέκυψε ότι την ημέρα του ξυλοδαρμού και βασανισμού του Βασίλειου Μάγγου δεν τηρήθηκε κανένα πρωτόκολλο από τους κατηγορούμενους, αλλά πάλι δεν φταίνε οι ίδιοι. Αστυνομικοί που ενεργούν κατ' αυτόν τον τρόπο είναι ακατάλληλοι και επικίνδυνοι για την προστασία και την ασφάλεια των πολιτών.