Τα 36 δισ. που θα κρίνουν τον Μητσοτάκη – Ο λογαριασμός του Ταμείου Ανάκαμψης
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν αποτελεί απλώς ένα οικονομικό ορόσημο. Μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο κρίσιμους πολιτικούς λογαριασμούς της επόμενης εθνικής αναμέτρησης, επειδή θα αποκαλύψει με πολύ μεγαλύτερη καθαρότητα πόσο ανθεκτικό είναι στην πραγματικότητα το οικονομικό μοντέλο που οικοδομήθηκε τα τελευταία χρόνια.
Για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το ζήτημα αγγίζει τον πυρήνα του οικονομικού της αφηγήματος. Από το 2019 και μετά επένδυσε συστηματικά στην εικόνα μιας χώρας που επέστρεψε στην επενδυτική κανονικότητα, ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, μείωσε την ανεργία, περιόρισε το δημόσιο χρέος και προσέλκυσε σημαντικά ξένα κεφάλαια.
Ένα μέρος αυτής της εικόνας στηρίζεται πράγματι σε μετρήσιμες επιδόσεις. Η δύσκολη δοκιμασία αρχίζει τώρα, καθώς θα φανεί πόσο από τη σημερινή δυναμική μπορεί να συνεχιστεί χωρίς την ιστορικού μεγέθους εισροή ευρωπαϊκών πόρων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προβλέψει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,6% το 2027, συνδέοντας μεταξύ άλλων αυτή την εξέλιξη με την ολοκλήρωση του RRF. Ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται περισσότερο αισιόδοξος, προβλέποντας ανάπτυξη 2%, όμως και αυτός θεωρεί καθοριστική την ομαλή διοχέτευση των πόρων του Ταμείου για τη διατήρηση των επενδύσεων.
Η απόκλιση ανάμεσα στις δύο προβλέψεις έχει μικρότερη πολιτική σημασία από το κοινό συμπέρασμα: η περίοδος μετά το Ταμείο Ανάκαμψης θα είναι σαφώς δυσκολότερη.
Η κυβέρνηση θα ζητήσει να κριθεί για όσα άλλαξαν
Η κυβερνητική γραμμή είναι ήδη ορατή. Το Μέγαρο Μαξίμου υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει πλέον ισχυρότερες βάσεις και ότι ακόμη και οι προβλέψεις για τη μετά-RRF περίοδο έχουν βελτιωθεί.
Σε εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στα τέλη του 2025, ο αναμενόμενος ρυθμός ανάπτυξης για το 2027 είχε αναθεωρηθεί από 1,5% σε 1,7%, με την κυβέρνηση να αποδίδει τη μεταβολή στις μεταρρυθμίσεις, στις δημόσιες επενδύσεις και στα μέτρα οικονομικής πολιτικής.
Το βασικό επιχείρημα του Μαξίμου είναι ότι το Ταμείο δεν λειτούργησε ως προσωρινό στήριγμα μιας αδύναμης οικονομίας, αλλά ως μηχανισμός για νέες υποδομές, κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης.
Εάν το 2027 και το 2028 η οικονομία εξακολουθεί να κινείται κοντά ή πάνω από το 2%, οι επενδύσεις παραμείνουν υψηλές και η ανεργία συνεχίσει να υποχωρεί, η κυβέρνηση θα αποκτήσει ισχυρό πολιτικό επιχείρημα. Θα μπορεί να παρουσιάσει το RRF ως κεφάλαιο εκκίνησης μιας διαφορετικής οικονομίας και όχι ως προσωρινό ευρωπαϊκό «ορό».
Εάν όμως μετά το τέλος της χρηματοδοτικής περιόδου η ανάπτυξη υποχωρήσει αισθητά, οι επενδύσεις εξασθενήσουν και το παραγωγικό μοντέλο επιστρέψει σε χαμηλότερες ταχύτητες, το σημερινό κυβερνητικό πλεονέκτημα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πολιτικό βάρος.
Τότε η αντιπολίτευση θα έχει τη δυνατότητα να συμπυκνώσει την κριτική της σε ένα πολύ απλό επιχείρημα: σχεδόν 36 δισ. ευρώ έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων διατέθηκαν στη χώρα και το πραγματικό αποτέλεσμα θα πρέπει να αποτιμηθεί πέρα από τα ποσοστά απορρόφησης.
Το κρίσιμο σημείο για το Μαξίμου δεν θα είναι μόνο αν τα χρήματα εκταμιεύθηκαν. Θα είναι το πού πήγαν και τι μόνιμο άφησαν πίσω τους.
Στο επίκεντρο θα βρεθεί το ποσοστό των πόρων που κατευθύνθηκε σε παραγωγικές επενδύσεις, η πραγματική πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, η ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και της μεταποίησης και η πρακτική βελτίωση της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, της Υγείας και της δημόσιας διοίκησης.
Εκεί βρίσκεται η πιο ευάλωτη πλευρά του κυβερνητικού αφηγήματος.
Οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορούν να εμφανίζουν θετική εικόνα, όμως ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αξιολογεί την οικονομία με διαφορετικά κριτήρια: πραγματικούς μισθούς, ενοίκια και κόστος στέγασης, τιμές τροφίμων, λογαριασμούς ενέργειας και δυνατότητα αποταμίευσης.
Η κυβέρνηση μπορεί έτσι να βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη πολιτική αντίφαση. Να παρουσιάζει μια οικονομία βελτιωμένη στα επίσημα μεγέθη και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει πολίτες που δεν αισθάνονται ότι συμμετέχουν στην ίδια επιτυχία.
Αυτό το κενό ανάμεσα στους δείκτες και στην καθημερινότητα μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνο εκλογικά από οποιοδήποτε τεχνικό επιχείρημα για την απορρόφηση του Ταμείου.
Η αντιπολίτευση πρέπει να παρουσιάσει σχέδιο για την Ελλάδα χωρίς τα 36 δισ.
Η καταγγελία για στρεβλή ή άνιση κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων μπορεί να δημιουργήσει πολιτική πίεση. Από μόνη της, όμως, δεν συνιστά παραγωγικό σχέδιο.
ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα που φιλοδοξεί να αμφισβητήσει τη Νέα Δημοκρατία θα πρέπει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις για την οικονομία μετά το 2027.
Θα πρέπει να παρουσιάσει με σαφήνεια πόσο βάρος θα έδινε στη μεταποίηση, πώς θα διεύρυνε την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση χωρίς να δημιουργήσει νέο κύκλο κόκκινων δανείων, πώς θα αύξανε την παραγωγικότητα και με ποιον τρόπο θα χρηματοδοτούσε ισχυρότερο κοινωνικό κράτος χωρίς επιστροφή σε μόνιμα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Το βασικό ερώτημα παραμένει η πηγή ανάπτυξης μετά το 2027.
Για το ΠΑΣΟΚ το θέμα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Εάν θέλει να εμφανιστεί ως πραγματική κυβερνητική εναλλακτική, δεν αρκεί να υποστηρίζει ότι η Νέα Δημοκρατία ευνόησε μεγάλες επιχειρήσεις ή ότι η ανάπτυξη δεν διαχύθηκε επαρκώς στην κοινωνία.
Χρειάζεται να παρουσιάσει πειστικό μηχανισμό που να εξηγεί πώς μπορούν να συνυπάρξουν υψηλότεροι μισθοί, παραγωγικές επενδύσεις, δημοσιονομική σταθερότητα και ισχυρότερο κοινωνικό κράτος.
Αντίστοιχα, ο Αλέξης Τσίπρας και το νέο πολιτικό εγχείρημα που συνδέεται με την επιστροφή του στο πολιτικό προσκήνιο επιχειρούν να επαναφέρουν την έννοια της «συμπεριληπτικής ανάπτυξης», με έμφαση στην αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας και στην ενίσχυση της γεωργίας και της μεταποίησης.
Και εδώ όμως υπάρχει μια σαφής παγίδα. Η εκλογική σύγκρουση του 2027 δεν θα είναι επανάληψη του 2015. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά.
Η αντιπαράθεση δεν μπορεί πλέον να περιοριστεί στο παλιό δίπολο λιτότητας και κοινωνικής πολιτικής. Θα αφορά πολύ περισσότερο το ποιος μπορεί να διαχειριστεί μια οικονομία χωρίς έκτακτες ευρωπαϊκές εισροές, με αυστηρότερους δημοσιονομικούς κανόνες και με διεθνή ανταγωνισμό αισθητά σκληρότερο από εκείνον της προηγούμενης δεκαετίας.
Η Νέα Δημοκρατία διαθέτει το πλεονέκτημα της διαχείρισης. Μπορεί να παρουσιάσει συγκεκριμένα έργα, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτήθηκαν μέσω του Ταμείου.
Έχει όμως ταυτόχρονα σχεδόν ολόκληρη την ευθύνη του τελικού αποτελέσματος.
Το ελληνικό σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδιάστηκε, αναθεωρήθηκε και εφαρμόστηκε σχεδόν στο σύνολό του επί δικής της διακυβέρνησης. Το 2027 θα είναι πολύ δυσκολότερο για την κυβέρνηση να μεταφέρει την ευθύνη σε προηγούμενες κυβερνήσεις για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιήθηκαν οι πόροι.
Εάν το παραγωγικό μοντέλο έχει αλλάξει ουσιαστικά, η Νέα Δημοκρατία θα δικαιούται μεγάλο μέρος της πολιτικής πίστωσης.
Εάν όμως η ανάπτυξη επιστρέψει σε χαμηλότερα επίπεδα, οι επενδύσεις υποχωρήσουν και αποδειχθεί ότι σημαντικό τμήμα της σημερινής δυναμικής στηρίχθηκε κυρίως στο ευρωπαϊκό χρήμα, η αντιπολίτευση θα αποκτήσει ένα εξαιρετικά ισχυρό αφήγημα: ότι η μεγαλύτερη αναπτυξιακή ευκαιρία των τελευταίων δεκαετιών δεν αξιοποιήθηκε για βαθύ μετασχηματισμό της χώρας.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, δεν μπορεί να βασιστεί απλώς στην προσδοκία μιας κυβερνητικής αποτυχίας.
Η διεκδίκηση εξουσίας απαιτεί συγκεκριμένη πρόταση για το επόμενο στάδιο. Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος της αντιπολιτευτικής συζήτησης επικεντρώνεται περισσότερο στην κατανομή του υφιστάμενου πλούτου και λιγότερο στον μηχανισμό δημιουργίας νέου.
Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί, η φορολογία, η στεγαστική πίεση και οι ανισότητες αποτελούν υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα. Χωρίς όμως επενδύσεις, παραγωγικότητα και αύξηση του εθνικού εισοδήματος, η αναδιανομή έχει περιορισμένα περιθώρια.
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό κενό της σημερινής περιόδου.
Η κυβέρνηση μιλά για επενδύσεις, ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις, αλλά δυσκολεύεται να πείσει μεγάλο τμήμα της κοινωνίας ότι η πρόοδος αυτή μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της καθημερινότητας.
Η αντιπολίτευση μιλά για δικαιότερη κατανομή, υψηλότερους μισθούς και ισχυρότερη κοινωνική προστασία, χωρίς ακόμη να έχει παρουσιάσει με την ίδια σαφήνεια έναν ισχυρότερο μηχανισμό παραγωγής του πλούτου που επιδιώκει να αναδιανείμει.
Το τέλος του RRF μπορεί έτσι να λειτουργήσει ως μια άτυπη οικονομική κάλπη πριν ακόμη στηθούν οι πραγματικές.
Εάν μετά το 2026 οι ιδιωτικές επενδύσεις πάρουν τη σκυτάλη, οι εξαγωγές αυξηθούν, η παραγωγικότητα βελτιωθεί και οι μισθοί αρχίσουν να ακολουθούν πιο σταθερά την οικονομική ανάπτυξη, η κυβέρνηση θα μπορεί να υποστηρίξει ότι το «Ελλάδα 2.0» δημιούργησε μια οικονομία με μεγαλύτερη αυτονομία και ανθεκτικότητα.
Εάν συμβεί το αντίθετο, το αφήγημα μπορεί να ανατραπεί πλήρως. Τότε το «Ελλάδα 2.0» θα κινδυνεύσει να αποτιμηθεί ως μια περίοδος κατά την οποία η ελληνική οικονομία κινήθηκε ταχύτερα επειδή για λίγα χρόνια είχε στη διάθεσή της έναν εξαιρετικά ισχυρό ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό κινητήρα.
Σε αυτή την περίπτωση, η αντιπολίτευση θα αποκτήσει μια μεγάλη πολιτική ευκαιρία. Για να την αξιοποιήσει, όμως, θα πρέπει να διαθέτει κάτι περισσότερο από έναν κατάλογο κυβερνητικών ευθυνών. Θα πρέπει να παρουσιάσει ένα πειστικό σχέδιο για την Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η πολιτική μάχη του 2027 μπορεί τελικά να κριθεί πάνω σε έναν πολύ απλό άξονα: η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει τι πραγματικά άλλαξε με τα σχεδόν 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να αποδείξει ότι γνωρίζει πώς μπορεί να αναπτυχθεί η χώρα όταν αυτά τα χρήματα δεν θα υπάρχουν πλέον.
Πιο Δημοφιλή
Η φωτιά έκαψε το Μητσοτάκη και το «επιτελικό κράτος»
Η χώρα φλέγεται, μετρά νεκρούς και ο πρωθυπουργός παρακολουθεί…
Βυζαντινό ναυάγιο γεμάτο χρυσό ανακαλύφθηκε στις ακτές της Κροατίας
Πιο Πρόσφατα
Αποκατάσταση στη Δυτική Αττική: Το σχέδιο μετά την πυρκαγιά
Κατσαφάδος: Στο 100% η κρατική αρωγή για ανακατασκευή