Τα χαμένα έγγραφα του Ισαάκ Νεύτωνα και η αναζήτηση του θεϊκού σχεδίου
Λίγοι έχουν επηρεάσει τόσο βαθιά τη σύγχρονη επιστημονική κατανόηση όσο ο Ισαάκ Νεύτων.
Πολλοί γνωρίζουν την ιστορία του για το μήλο που τον ενέπνευσε, πέφτοντας στο κεφάλι του, να ερευνήσει τη δύναμη που θα γινόταν γνωστή ως βαρύτητα, καταλήγοντας αργότερα στην επιστημονική πραγματεία «Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας»· η δύναμη που τραβά ένα φρούτο προς το έδαφος είναι αυτή που κρατά και τους πλανήτες σε τροχιά.
Ενώ ο Νεύτων διέθετε αναμφίβολα οξεία παρατηρητικότητα και ακόρεστη περιέργεια, που τον οδήγησαν σε μερικές από τις πιο σημαντικές μαθηματικές και επιστημονικές ανακαλύψεις στην καταγεγραμμένη ιστορία, οι πολυάριθμες σημειώσεις και τα γραπτά του — ιδιαίτερα η τεράστια ποσότητα χειρογράφων που παρέμειναν αδημοσίευτα για εκατοντάδες χρόνια μετά το θάνατό του — αποκαλύπτουν ένα πιο βαθύ κίνητρο.
Όπως διαπιστώνεται, ο Νεύτων έγραψε περισσότερα για τη θεολογία παρά για τα επιστημονικά φαινόμενα. Σύμφωνα με όσους γνωρίζουν καλύτερα το σύνολο των γραπτών του, ο ίδιος δεν θεωρούσε τα δύο ως ξεχωριστές αναζητήσεις, αλλά ως μια ενιαία προσπάθεια να χαρτογραφήσει τη θεία τάξη του σύμπαντος.
Γνωστός για τη συνεισφορά του στην επιστήμη, ήταν επίσης ένας ευσεβής Χριστιανός, ένας αφοσιωμένος μελετητής των Γραφών και ένας από τους πιο εξέχοντες θεολόγους της εποχής του. Το επιστημονικό του έργο άνθιζε υπό τα βλέμματα όλου του κόσμου, ενώ οι ιδιωτικές θρησκευτικές του μελέτες αποτέλεσαν τις αόρατες ρίζες που τροφοδοτούσαν αυτά τα άνθη.
Ένας ευσεβής χριστιανός
Λόγω της αποδεδειγμένης μαθηματικής του ικανότητας, το 1669, σε ηλικία 26 ετών, ο Νεύτωνας διορίστηκε στην έδρα Lucasian Chair of Mathematics στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Εκείνη την εποχή, όλοι οι καθηγητές του Κέιμπριτζ έπρεπε να χειροτονηθούν από την Εκκλησία της Αγγλίας, αλλά ο Νεύτων αρχικά καθυστέρησε και τελικά αρνήθηκε να ορκιστεί.
Η άρνησή του δεν προήλθε από την έλλειψη πίστης ή την απόρριψη της Βίβλου, αλλά ακριβώς το αντίθετο: πίστευε ότι η εκκλησία είχε υιοθετήσει ορισμένες παρερμηνείες της Βίβλου, στις οποίες δεν μπορούσε να δηλώσει πίστη. Ο Νεύτωνας μιλούσε άπταιστα λατινικά και ελληνικά, και αυτές οι εκτενείς μελέτες των αρχικών γραφών τον οδήγησαν να απορρίψει ορισμένες αρχές της εκκλησίας — συγκεκριμένα εκείνες που αφορούσαν την Αγία Τριάδα.
Αν και δεν μίλησε ούτε έγραψε δημοσίως για τη διαφωνία του με το δόγμα της εκκλησίας, φοβούμενος ότι οι αμφιλεγόμενες θεολογικές διαμάχες θα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να υπονομεύσουν την επιστημονική του έρευνα, η άρνησή του να χειροτονηθεί αποτέλεσε σοβαρή απειλή για την καριέρα του στην αρχή.
Ευτυχώς, ορισμένοι από τους συναδέλφους του υπέβαλαν αίτηση στον βασιλιά εκ μέρους του και τελικά του χορηγήθηκε ειδική απαλλαγή που τον εξαιρούσε από την υποχρέωση ορκωμοσίας και του επέτρεπε να παραμείνει στη θέση του στο Κέιμπριτζ. Εκείνη την εποχή περίπου, ο Νεύτωνας άρχισε να καταγράφει τις θεολογικές του έρευνες σε σημειωματάρια. Και αυτό δεν ήταν μια παροδική ιδιοτροπία για τον μεγάλο επιστήμονα, καθώς καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του συνέχισε να γράφει και να αναθεωρεί τις εκτενείς θεολογικές του σημειώσεις και τις βιβλικές του ερμηνείες.
Πολλοί από τους συγχρόνους του γνώριζαν το ιδιωτικό του έργο και τον θεωρούσαν αυθεντία στη Βιβλική Θεολογία. Ο Νεύτωνας αλληλογραφούσε εκτενώς για θέματα βιβλικής ερμηνείας με διακεκριμένους στοχαστές και μελετητές, όπως ο φιλόσοφος Τζον Λοκ και ο επιφανής θεολόγος Τζον Μιλ. Σε κάποιο σημείο, ακόμη και ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, ο ύπατος επίσκοπος της Εκκλησίας της Αγγλίας, δήλωσε ότι ο Νεύτωνας γνώριζε για τη Βίβλο περισσότερα από οποιοδήποτε μέλος του κλήρου.
Μια θεϊκή τάξη
Παρά το γεγονός ότι ο Νεύτων δεν δημοσίευσε ποτέ τον κύριο όγκο των θεολογικών του γραπτών, αυτά που δημοσίευσε κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν άφηναν καμία αμφιβολία ως προς την πίστη του στον ευφυή σχεδιασμό του σύμπαντος από έναν θεϊκό δημιουργό. Αν και απέφυγε σχεδόν εντελώς το θέμα της Θεολογίας στο πιο διάσημο επιστημονικό του έργο, τις «Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας», όταν δημοσίευσε τη δεύτερη έκδοση του έργου, το 1713, συμπεριέλαβε ένα προσάρτημα γνωστό ως «Γενικό Σχόλιο», το οποίο είναι κατά το ήμισυ αφιερωμένο στη θεολογική του αντίληψη για το σύμπαν.
«Ο Υπέρτατος Θεός είναι ένα Ον αιώνιο, άπειρο, απολύτως τέλειο», γράφει. «Και από την αληθινή κυριαρχία Του προκύπτει ότι ο αληθινός Θεός είναι ένα ζωντανό, ευφυές και ισχυρό Ον. […] Δεν είναι αιωνιότητα και άπειρο, αλλά αιώνιος και άπειρος· δεν είναι διάρκεια ή χώρος, αλλά διαρκεί και είναι παρών […] με το να υπάρχει πάντα και παντού, συνιστά τη διάρκεια και τον χώρο».
Έτσι, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ζωής του, η πίστη του Νεύτωνα σε μια θεϊκή τάξη και έναν υπέρτατο δημιουργό ήταν γνωστή. Αυτό που δεν ήταν γνωστό, όμως, ήταν η τεράστια έκταση των βιβλικών του γνώσεων και των γραπτών του. Τα αδημοσίευτα έγγραφά του περιελάμβαναν περισσότερα από 6 εκατομμύρια λέξεις, περίπου το ένα τρίτο των οποίων ήταν αφιερωμένο στη μελέτη των Γραφών και στη Θεολογία.
Μετά τον θάνατο του Νεύτωνα, το 1727, χιλιάδες σελίδες σημειώσεων και αδημοσίευτων γραπτών του πέρασαν στους πιο στενούς συγγενείς του, οι οποίοι φοβούμενοι ότι τα κείμενα θα προσβάλουν την εκκλησία και θα βλάψουν την επιστημονική φήμη του Νεύτωνα, τα κράτησαν κρυφά. Ως αποτέλεσμα, η πλειονότητα των εγγράφων του παρέμεινε άγνωστη στο κοινό για σχεδόν 150 χρόνια.
Το 1872, τα περισσότερα από τα επιστημονικά και μαθηματικά έγγραφα του Νεύτωνα δωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου καταλογογραφήθηκαν και τέθηκαν στη διάθεση των μελετητών. Ωστόσο, τα υπόλοιπα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούσαν τη Θεολογία και τη βιβλική μελέτη, παρέμειναν στα χέρια ιδιωτών μέχρι που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον Οίκο Sotheby’s το 1936.
Η δημοπρασία δεν πήρε δημοσιότητα και γενικά επισκιάστηκε από άλλες δημοπρασίες που πραγματοποιήθηκαν την ίδια περίοδο, με αποτέλεσμα τα έγγραφα να διασκορπιστούν σε διάφορους συλλέκτες και εμπόρους ανά τον κόσμο. Ωστόσο, λίγο μετά τη δημοπρασία, δύο άνδρες αποφάσισαν να αποκτήσουν ορισμένα τμήματα των χαμένων εγγράφων του Νεύτωνα.
Σώζοντας τα χαμένα έγγραφα
Ο ένας από αυτούς τους άνδρες ήταν ο διακεκριμένος οικονομολόγος και μαθηματικός Τζον Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes), ο οποίος αναζητούσε κυρίως τις σημειώσεις του Νεύτωνα σχετικά με την αλχημεία, οι οποίες ήταν πολλές. Ο όρος αλχημεία έχει αρκετές σημασίες, και ενώ μερικές φορές συνδέεται με την αποκρυφιστική μαγεία, θεωρείται επίσης ότι έχει επηρεάσει την ανάπτυξη της σύγχρονης χημείας. Ακόμη και μεταξύ του Κέινς και άλλων μελετητών των κρυφών κειμένων του Νεύτωνα σχετικά με την αλχημεία, δεν φαίνεται να υπάρχει απόλυτη ομοφωνία σχετικά με το τι ακριβώς μελετούσε και γιατί.
Ο άλλος άνθρωπος που επεδίωκε ενεργά να αποκτήσει τα χαμένα έγγραφα του Νεύτωνα ήταν ο Εβραίος μελετητής και γλωσσολόγος Αβραάμ Γιαχούντα (Abraham Yahuda), ο οποίος συνέλεγε κυρίως τα θεολογικά γραπτά του Νεύτωνα.
Ο Γιαχούντα ήταν ραβινικός φιλόλογος, ο οποίος δίδασκε και έδινε διαλέξεις σε πολλά διακεκριμένα πανεπιστήμια στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο τις πρώτες δεκαετίες του 1900· ήταν επίσης συλλέκτης σπάνιων χειρογράφων. Αν και ήταν ένας καταξιωμένος γλωσσολόγος που μελέτησε τα πρώιμα γραπτά πολλών πολιτισμών, το κύριο πεδίο μελέτης του ήταν η φιλολογία της Τορά. Για εκείνον, ο Νεύτων ήταν κάποιος που ενδιαφερόταν επίσης βαθιά για την ακριβή ερμηνεία της συμβολικής γλώσσας της Παλαιάς Διαθήκης.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Γιαχούντα είχε αποκτήσει χιλιάδες σελίδες από τα χειρόγραφα του Νεύτωνα, με τα οποία κατέφυγε στο Λονδίνο όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Στις αρχές του 1940, ο γνωστός του και ‘συνάδελφος’ μελετητής Άλμπερτ Αϊνστάιν βοήθησε να κανονιστεί το ταξίδι του Γιαχούντα και της συζύγου του στη Νέα Υόρκη, και αργότερα εκείνο το καλοκαίρι οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στο καλοκαιρινό καταφύγιο του Αϊνστάιν στα Όρη Αντιρόντακ. Προφανώς, συζήτησαν για τα χαμένα έγγραφα του Νεύτωνα που είχε αποκτήσει ο Γιαχούντα, επειδή ο Αϊνστάιν τού έγραψε αργότερα σχετικά:
«Τα γραπτά του Νεύτωνα για βιβλικά θέματα μου φαίνονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, επειδή παρέχουν βαθιά γνώση των χαρακτηριστικών πνευματικών γνωρισμάτων και των μεθόδων εργασίας αυτού του σημαντικού ανθρώπου. Η θεϊκή προέλευση της Βίβλου είναι για τον Νεύτωνα απολύτως βέβαιη, μια πεποίθηση που έρχεται σε περίεργη αντίθεση με τον κριτικό σκεπτικισμό που χαρακτηρίζει τη στάση του απέναντι στις εκκλησίες.»
Στην επιστολή του, ο Αϊνστάιν εξέφρασε επίσης τη λύπη του για το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα προπαρασκευαστικά έργα των φυσικών γραπτών του Νεύτωνα είχαν χαθεί ή καταστραφεί, αλλά ήταν πεπεισμένος ότι τα θεολογικά έργα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τη σκέψη και τις μεθόδους του Άγγλου επιστήμονα. Τουλάχιστον, κατέληξε, «έχουμε αυτόν τον τομέα των έργων του σχετικά με τα προσχέδια της Βίβλου και τις επαναλαμβανόμενες τροποποιήσεις τους. Αυτά τα ως επί το πλείστον αδημοσίευτα γραπτά μάς χαρίζουν μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά στο πνευματικό εργαστήριο αυτού του μοναδικού στοχαστή».
Αν και ο Γιαχούντα δεν δημοσίευσε ούτε πούλησε ποτέ τη συλλογή των κειμένων του Νεύτωνα, έγραψε για αυτά και ήταν ένας από τους πρώτους μελετητές που κατάλαβε και υπογράμμισε τη σημασία της θεολογίας του Νεύτωνα στο ευρύτερο έργο του. Μετά τον θάνατό του, το 1952, η σύζυγός του δώρισε τα έγγραφα στην Εβραϊκή Εθνική και Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, όπου για πρώτη φορά έγιναν διαθέσιμα στο κοινό.
Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, πολλοί ακαδημαϊκοί και συγγραφείς άρχισαν να μελετούν και να δημοσιεύουν άρθρα σχετικά με τα θεολογικά κείμενα του Νεύτωνα, προσφέροντας τελικά μια διευρυμένη προοπτική στη σκέψη ενός από τους πιο σημαντικούς επιστήμονες του κόσμου. Στις αρχές του αιώνα και στα χρόνια που ακολούθησαν, διάφοροι οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και το The Newton Project, ανέλαβαν να καταγράψουν και να δημοσιεύσουν τα χαμένα θεολογικά κείμενα του Ισαάκ Νεύτωνα, πολλά από τα οποία είναι πλέον διαθέσιμα στο ευρύ κοινό και εύκολα προσβάσιμα στο διαδίκτυο.
Η αναζήτηση του Νεύτωνα για το σχέδιο του Θεού
Το έργο «Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας», που δημοσιεύθηκε στα λατινικά το 1687 και στο οποίο ο Νεύτων διατυπώνει τους νόμους της κίνησης και της παγκόσμιας βαρύτητας, είναι ίσως η πιο σημαντική επιστημονική πραγματεία που έχει γραφτεί ποτέ, όχι μόνο για τις γνώσεις που παρέχει σχετικά με την κλασική μηχανική και τη λειτουργία του φυσικού κόσμου, αλλά και για την πρόοδο που επέφερε στις επιστημονικές μεθόδους έρευνας.
Το έργο του Νεύτωνα επηρέασε πολλούς επιστημονικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των Μαθηματικών, της Οπτικής και της Φυσικής. Οι μελέτες του για τα πρίσματα και το φάσμα του φωτός τον οδήγησαν στο να σχεδιάσει και να κατασκευάσει το πρώτο ανακλαστικό τηλεσκόπιο, ενώ έκανε και τις πρώτες προσπάθειες να υπολογίσει την ταχύτητα του ήχου. Ως μαθηματικός, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τις αρχές του σύγχρονου λογισμού και υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς των μαθηματικών θεωριών και υπολογισμών.
Ενώ η επιρροή του στην ιστορία της επιστήμης είναι γνωστή και αναμφισβήτητη, η σημασία του ως θεολόγου έχει γίνει πλήρως γνωστή μόνο πρόσφατα, με τη δημοσίευση των χαμένων εγγράφων του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νεύτων ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά πίστη και ότι η πίστη αυτή ενέπνευσε και διαμόρφωσε την επιστημονική του έρευνα. Όπως γράφει στο Γενικό Σχόλιο, «αυτό το πανέμορφο σύστημα του ήλιου, των πλανητών και των κομητών, θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τη βουλή και την κυριαρχία ενός ευφυούς και ισχυρού όντος».
Πιο Δημοφιλή
Αρχείο Epstein: 3,5 εκατ. σελίδες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την ελίτ της Δύσης
Ο Μετάνθρωπος προ των πυλών
Νέες παροχές εν όψει εκλογών
Δικαιοσύνη χωρίς καθυστέρηση ή αφηγήσεις συγκάλυψης το δίλημμα μετά τα Τέμπη
Πιο Πρόσφατα
Σοβαρή επιβάρυνση για τους δήμους από την αύξηση της τιμής του νερού
Τέμπη: Ανοίγει νέο κεφάλαιο με επίκεντρο την πυρασφάλεια των βαγονιών