Τα χαμένα βίντεο των Τεμπών: «Μας ζητάτε να δεχτούμε μια εξήγηση που προσβάλλει τη νοημοσύνη όλων μας».

Οργισμένη και χωρίς περιστροφές ήταν η αντίδραση του Νίκου Συρίγου, με αφορμή την παραδοχή υπαλλήλου της εταιρείας Interstar ότι διέγραψε βίντεο που αφορούσαν την εμπορική αμαξοστοιχία της τραγωδίας των Τεμπών. Το σχόλιό του, αποτυπώνει το κλίμα αγανάκτησης που κυριαρχεί στην κοινή γνώμη, καθώς κρίσιμα στοιχεία γύρω από το δυστύχημα συνεχίζουν να χάνονται ή να εμφανίζονται αποσπασματικά.

«Θέλετε 11 εκατομμύρια Έλληνες να κάνουμε τους ηλίθιους; Δεν ντρεπόμαστε λιγάκι;», είπε χαρακτηριστικά ο Νίκος Συρίγος, εκφράζοντας την έντονη δυσπιστία του απέναντι στην εκδοχή ότι η διαγραφή έγινε τυχαία ή χωρίς να γίνει αντιληπτή η σημασία του υλικού. Το ξέσπασμά του δεν είχε μόνο συναισθηματικό χαρακτήρα, αλλά στόχευε ευθέως στη λογική της υπόθεσης, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι τόσο κρίσιμα δεδομένα εξαφανίζονται χωρίς συνέπειες.

Η παραδοχή του υπαλλήλου της Interstar ότι διέγραψε βίντεο από το σύστημα καταγραφής επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της διαχείρισης των αποδεικτικών στοιχείων μετά το δυστύχημα. Για τον Νίκο Συρίγο, το θέμα δεν είναι απλώς τεχνικό, αλλά βαθιά θεσμικό και ηθικό. Όπως υπογράμμισε, η κοινωνία δεν μπορεί να καλείται διαρκώς να αποδέχεται εξηγήσεις που προσβάλλουν τη νοημοσύνη της, ιδίως όταν πρόκειται για μια τραγωδία με δεκάδες νεκρούς και ανοιχτά ερωτήματα.

Στο σχόλιό του, ο δημοσιογράφος στάθηκε ιδιαίτερα στο μοτίβο των «χαμένων» ή «διαγραμμένων» στοιχείων που συνοδεύει την υπόθεση των Τεμπών, σημειώνοντας ότι κάθε νέα αποκάλυψη εντείνει την αίσθηση συγκάλυψης. Η αγανάκτησή του εστιάζει στο γεγονός ότι, αντί να αποσαφηνίζεται η αλήθεια, προστίθενται συνεχώς νέες σκιές, με αποτέλεσμα να κλονίζεται περαιτέρω η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Το σχόλιο του Νίκου Συρίγου λειτουργεί ως αντανάκλαση ενός ευρύτερου κοινωνικού αισθήματος. Η υπόθεση των Τεμπών δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ένα τραγικό δυστύχημα, αλλά ως μια δοκιμασία για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη στοιχειώδη σοβαρότητα του κράτους. Και όσο κρίσιμα στοιχεία εξαφανίζονται ή αμφισβητούνται, τόσο η οργή και η δυσπιστία μεγαλώνουν.

Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η κοινωνία δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί εύκολες δικαιολογίες. Η απαίτηση για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης παραμένει αδιαπραγμάτευτη και κάθε «χαμένο» βίντεο ή ασαφής εξήγηση βαθαίνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και το σύστημα που καλείται να αποδώσει δικαιοσύνη.