Τέλος στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο ζητεί ο Μάικλ Ρούμπιν με πρόταση για αμερικανική μίσθωση τύπου Σούδας
Ο Μάικλ Ρούμπιν επαναφέρει με σφοδρό τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα των βρετανικών κυρίαρχων βάσεων στην Κύπρο, ζητώντας ευθέως τον τερματισμό ενός καθεστώτος που, όπως υποστηρίζει, έχει προ πολλού εξαντλήσει κάθε πολιτική, νομική και στρατηγική νομιμοποίηση. Στο άρθρο του στο Middle East Forum, με τίτλο The British Have Voided Any Reason to Retain Sovereign Bases in Cyprus και υπότιτλο More than Sixty-Five Years After Cypriot Independence, It Is Time for British Forces to Leave, ο Αμερικανός αναλυτής υποστηρίζει ότι το Λονδίνο έχει απωλέσει κάθε εύλογη βάση για να διατηρεί υπό τον έλεγχό του το Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια.
Η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα έπειτα από την επίθεση που δέχθηκε η βάση του Ακρωτηρίου στις 2 Μαρτίου 2026 από ιρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Το περιστατικό επανέφερε με ένταση στο δημόσιο πεδίο τη συζήτηση για τον πραγματικό ρόλο, τη χρησιμότητα και τη στρατηγική αποστολή των βρετανικών εγκαταστάσεων στο νησί.
Κατά τον Ρούμπιν, το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην ίδια την επίθεση. Εκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε η βρετανική πλευρά, στην περιορισμένη επιχειρησιακή της στάση και στη συνολική απροθυμία του Λονδίνου να αξιοποιήσει τις βάσεις ως εργαλείο ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση ενός αποικιακού κατάλοιπου από το 1960 προβάλλει, όπως εκτιμά, όλο και πιο ασύμβατη με τις σημερινές γεωπολιτικές ανάγκες και με την ίδια την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η σκιά του 1960 και η κατάρρευση του παλαιού στρατηγικού δόγματος
Ο Ρούμπιν εντάσσει το επιχείρημά του σε μια ευρύτερη ιστορική διαδρομή. Υπενθυμίζει ότι, κατά την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, η παραχώρηση κυριαρχίας στη Μεγάλη Βρετανία επί περίπου του 3% του κυπριακού εδάφους, δηλαδή στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, συνδέθηκε με τις ανάγκες μιας άλλης εποχής. Η Βρετανία διατηρούσε τότε τη φιλοδοξία και τη δυνατότητα να λειτουργεί ως παγκόσμια δύναμη με στρατηγικά συμφέροντα «ανατολικά του Σουέζ».
Εκείνη η πραγματικότητα έχει πλέον παρέλθει. Το διεθνές περιβάλλον μεταβλήθηκε, οι παλαιές αυτοκρατορικές δομές υποχώρησαν και οι στρατηγικές προτεραιότητες που άλλοτε προβάλλονταν ως δικαιολογητική βάση για την παρουσία των βρετανικών βάσεων έχουν αποδυναμωθεί δραστικά.
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η διατήρηση των βάσεων υποστηρίχθηκε και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως μέσα από τη λογική της ανάσχεσης της σοβιετικής παρουσίας στη Μεσόγειο. Η realpolitik εκείνης της περιόδου, με τις γνωστές παρεμβάσεις του Χένρι Κίσινγκερ, προσέδωσε στις βάσεις πρόσθετη στρατηγική σημασία. Το κόστος αυτής της επιλογής για την κυπριακή κυριαρχία έμεινε στο περιθώριο της μεγάλης γεωπολιτικής εξίσωσης.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Ρούμπιν, αυτή η εξίσωση έχει πλέον καταρρεύσει. Οι όροι που διαμόρφωσαν τη βρετανική παραμονή δεν υφίστανται με τη μορφή που υπήρξαν άλλοτε και η συνέχιση του ίδιου καθεστώτος στερείται πειστικής στρατηγικής βάσης.
Το Brexit, τα Chagos και το προηγούμενο που βαραίνει το Λονδίνο
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει ο Ρούμπιν στη μετα-Brexit εποχή και στις πολιτικές αποφάσεις της σημερινής βρετανικής ηγεσίας. Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μεταβάλει τη θέση του Λονδίνου στο διεθνές σύστημα και έχει περιορίσει το εύρος της επιρροής του. Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η βρετανική επιμονή στη διατήρηση των κυρίαρχων βάσεων στην Κύπρο προσκρούει όλο και περισσότερο στην πολιτική και νομική πραγματικότητα.
Ο αναλυτής συνδέει ευθέως το κυπριακό ζήτημα με την πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης Στάρμερ να αποποιηθεί τις αξιώσεις της Μεγάλης Βρετανίας επί των Νήσων Τσάγκος. Για τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή συνιστά βαρύνουσας σημασίας προηγούμενο. Καταγράφει μια έμπρακτη αναγνώριση ότι υπολείμματα αποικιακής κυριαρχίας δεν μπορούν να παρατείνονται επ’ αόριστον στο όνομα παλαιών αυτοκρατορικών λογικών.
Η υπόθεση των Chagos, κατά τον Ρούμπιν, ενισχύει αποφασιστικά το επιχείρημα υπέρ της αποχώρησης των βρετανικών δυνάμεων και από την Κύπρο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι ευθύ: με ποια πολιτική και ηθική θεμελίωση το Λονδίνο μπορεί να υποστηρίζει ότι διατηρεί ακόμη κυρίαρχο έδαφος μέσα στην Κυπριακή Δημοκρατία, εξήντα πέντε και πλέον χρόνια μετά την ανεξαρτησία της;
Η τοποθέτησή του μετατρέπει το ζήτημα από μια παλαιά διπλωματική εκκρεμότητα σε ανοιχτό θέμα διεθνούς νομιμοποίησης. Η Κύπρος, όπως υπονοεί, δεν μπορεί να παραμένει δέσμια μιας μεταποικιακής ρύθμισης που εξυπηρετεί όλο και λιγότερο έναν πραγματικό στρατηγικό σκοπό.
Σφοδρή επίθεση στη γραμμή Στάρμερ και πρόταση για νέο καθεστώς των βάσεων
Η κριτική του Ρούμπιν απέναντι στην κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ είναι ευθεία και ιδιαιτέρως σκληρή. Κατά την αποτίμησή του, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει απολέσει τον στρατηγικό του προσανατολισμό στην Ανατολική Μεσόγειο και εμφανίζεται απρόθυμο να αξιοποιήσει τις βάσεις προς όφελος της ασφάλειας της περιοχής.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι το Λονδίνο αρνείται να επιτρέψει τη χρήση του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη στιγμή που η περιφερειακή αστάθεια αυξάνεται και οι γεωπολιτικές προκλήσεις πολλαπλασιάζονται. Παράλληλα, καταλογίζει στη βρετανική κυβέρνηση αδράνεια απέναντι στις τουρκικές κινήσεις στα κατεχόμενα, όπως η ανάπτυξη F-16 στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και τη σύγκριση με τη Γαλλία. Η παρουσία του Εμανουέλ Μακρόν στην Κύπρο και η σαφής γαλλική στήριξη προς την Κυπριακή Δημοκρατία παρουσιάζονται από τον Ρούμπιν ως ένδειξη ενεργού στρατηγικής βούλησης. Η βρετανική στάση, αντίθετα, εμφανίζεται κενή περιεχομένου και αποσυνδεδεμένη από τις πραγματικές ανάγκες της περιοχής.
Η κριτική του κορυφώνεται όταν περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, αντιμετωπίζει σήμερα ο παρακμάζων βρετανικός στρατός το Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια. Οι βάσεις, σημειώνει, έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε χώρους ανάπαυσης και αναψυχής για το προσωπικό, σε εγκαταστάσεις που θυμίζουν περισσότερο θέρετρο παρά στρατηγικό οχυρό.
Από αυτή την παραδοχή προκύπτει και η κεντρική του πρόταση. Οι βρετανικές δυνάμεις οφείλουν να αποχωρήσουν από την Κύπρο και οι βάσεις να παραδοθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε στη συνέχεια να μπορούν να μισθωθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες με ένα σχήμα αντίστοιχο εκείνου της Σούδας. Κατά τον Ρούμπιν, μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε τόσο τη στρατηγική ασφάλεια της περιοχής όσο και την αποκατάσταση της κυπριακής κυριαρχίας.
Το μήνυμά του είναι απόλυτα σαφές. Εξήντα πέντε χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, η βρετανική στρατιωτική παρουσία δεν διαθέτει πλέον ούτε πολιτική αποδοχή, ούτε στρατηγική αναγκαιότητα, ούτε ιστορική νομιμοποίηση. Η ώρα της αποχώρησης, όπως υποστηρίζει, έχει φθάσει.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Πώς διαλύθηκε η ελληνική γεωργία