20 Ιουλίου 2026

Τέμπη: Απορριπτική εισαγγελική πρόταση για αναβολή και ακυρότητα της δίκης

Σε κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης συνεχίστηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Κατά την 22η συνεδρίαση, που πραγματοποιήθηκε στο κτίριο της Γαιόπολις, καταγράφηκαν νέες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε συγγενείς θυμάτων και συνηγόρους υπεράσπισης, με αποτέλεσμα η πρόεδρος να διακόψει προσωρινά τη διαδικασία.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι ενστάσεις επί του κατηγορητηρίου και τα αιτήματα για αναβολή ή αναστολή της δίκης. Μετά την ολοκλήρωση των τοποθετήσεων, η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να απορριφθούν τα βασικά αιτήματα της υπεράσπισης, υποστηρίζοντας ότι η παρούσα διαδικασία δεν εξαρτάται από τη χωριστή έρευνα που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Οι ενστάσεις της υπεράσπισης και η έκρηξη στην αίθουσα

Με την έναρξη της συνεδρίασης, τον λόγο έλαβε ο δικηγόρος Δημήτρης Ιωαννίδης, ο οποίος εκπροσωπεί τους κατηγορουμένους Κολιοπούλου, Στουρνάρα και Παλαιοθόδωρο.

Ο συνήγορος αμφισβήτησε αρχικά τη βασιμότητα της κατηγορίας που αφορά υπάλληλο του ΟΣΕ και συνδέεται με τη μετάταξη του σταθμάρχη της Λάρισας. Όπως υποστήριξε, το ηλικιακό όριο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο δεν προβλεπόταν από τον κανονισμό του Οργανισμού.

Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη διοικητική πράξη δεν παρουσιάζει αιτιώδη σύνδεση με τις υπόλοιπες ενέργειες και παραλείψεις που εξετάζονται στο πλαίσιο της δίκης για τα Τέμπη.

Αναφερόμενος στον πρώην διευθυντή Συντήρησης του ΟΣΕ, ο Δημήτρης Ιωαννίδης υποστήριξε ότι δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί συντήρηση σε ένα έργο το οποίο δεν είχε παραδοθεί και ολοκληρωθεί. Έκανε επίσης λόγο για ασάφειες και αντιφάσεις στο κλητήριο θέσπισμα, ζητώντας να κηρυχθεί άκυρο.

Η ένταση κορυφώθηκε όταν η τοποθέτηση στράφηκε στον κατηγορούμενο Ζαχαρία Στουρνάρα. Το όνομά του είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης εξαιτίας βίντεο από τον σταθμό της Λάρισας, στο οποίο εμφανίζεται να διακόπτει σταθμάρχη που εξηγούσε τον τρόπο λειτουργίας του τοπικού συστήματος, χρησιμοποιώντας τη λέξη «ΤΕΛΟΣ».

Από το ακροατήριο παρενέβη ο Νίκος Πλακιάς, συγγενής θυμάτων της τραγωδίας, αμφισβητώντας σε υψηλούς τόνους τον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν ο ρόλος του κατηγορουμένου. Ακολούθησε αντίδραση από την πλευρά της υπεράσπισης, με τη λεκτική σύγκρουση να κλιμακώνεται άμεσα.

Η πρόεδρος του δικαστηρίου διέκοψε τη συνεδρίαση για δέκα λεπτά και προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα παρέμβαση από το ακροατήριο θα οδηγούσε στην απομάκρυνση του προσώπου που θα προκαλούσε την αναστάτωση.

Η διακοπή δεν εκτόνωσε πλήρως την κατάσταση. Ο Νίκος Πλακιάς απευθύνθηκε με ιδιαίτερα οξείς χαρακτηρισμούς προς την πλευρά της υπεράσπισης, εκφράζοντας την οργή των συγγενών για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, επιχειρείται να περιοριστεί η ευθύνη των κατηγορουμένων.

«Εμείς χάσαμε τα παιδιά μας», φώναξε, ενώ κατηγόρησε τους συνηγόρους ότι υπερασπίζονται πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν ουσιαστική εμπλοκή στα γεγονότα και στη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου.

Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η Μαρία Θεοδώρη, η οποία σχολίασε ότι από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει συναίσθηση της βαρύτητας της τραγωδίας.

Μετά την επανάληψη της συνεδρίασης, ο Δημήτρης Ιωαννίδης κατήγγειλε ότι ο εντολέας του, Ζαχαρίας Στουρνάρας, δεν δέχθηκε μόνο λεκτική επίθεση, καθώς, όπως ανέφερε, χτυπήθηκε και με δύο κλοτσιές μέσα στη δικαστική αίθουσα.

Ο συνήγορος υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενοι εμφανίζονται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο για να ακουστούν και να υπερασπιστούν τη θέση τους και όχι για να γίνονται στόχοι επιθέσεων και χλευασμού.

Η πρόεδρος απάντησε ότι το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακούσει κάθε κατηγορούμενο. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε νέο κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δικηγόρους της υπεράσπισης και της υποστήριξης της κατηγορίας.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ο Δημήτρης Ιωαννίδης είπε στον Ζαχαρία Στουρνάρα ότι μπορούσε να αποχωρήσει από την αίθουσα, προκαλώντας αντιδράσεις από την απέναντι πλευρά, η οποία σχολίασε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ελεύθερος να φύγει.

Η εισαγγελική πρόταση για αναβολή, ακυρότητα και Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Μετά την ολοκλήρωση των εντάσεων, η διαδικασία πέρασε στην εισαγγελική πρόταση επί των αιτημάτων που είχαν καταθέσει οι συνήγοροι υπεράσπισης. Στο εδώλιο βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι Ιωάννης Παλαιοθόδωρος, Ζαχαρίας Στουρνάρας, Σπύρος Πατέρας και Παύλος Κουζής.

Η εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη των αιτημάτων για αναβολή και αναστολή της δίκης, καθώς και της ένστασης περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.

Εισηγήθηκε επίσης να απορριφθούν τα αιτήματα για προδικαστική παραπομπή και για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος σε σχέση με τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Όπως τόνισε, από τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου δεν προκύπτει σύγκρουση ούτε σχέση εξάρτησης ανάμεσα στη δίκη των Τεμπών και στην έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Η υπεράσπιση είχε υποστηρίξει ότι οι δύο διαδικασίες παρουσιάζουν κοινά πραγματικά περιστατικά και ενδέχεται να οδηγήσουν σε παράλληλη εξέταση των ίδιων προσώπων, μαρτύρων και στοιχείων. Η εισαγγελέας έκρινε ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν θεμελιώνουν λόγο αναβολής της ποινικής δίκης στη Λάρισα.

Ανοιχτό παρέμεινε το ζήτημα της ενδεχόμενης μεταβολής της κατηγορίας για τον σταθμάρχη της Λάρισας. Η εισαγγελέας διευκρίνισε ότι η πιθανότητα να εξεταστεί η πράξη υπό το πρίσμα του ενδεχόμενου δόλου θα κριθεί μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας.

Η πρόταση της εισαγγελέως δεν αποτελεί την τελική απόφαση του δικαστηρίου. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων θα αποφανθεί επί των αιτημάτων και των ενστάσεων, καθορίζοντας αν η διαδικασία θα συνεχιστεί χωρίς νέα καθυστέρηση.

Η 22η συνεδρίαση ανέδειξε για ακόμη μία φορά το βαθύ χάσμα που χωρίζει τους συγγενείς των θυμάτων από τις υπερασπιστικές πλευρές. Οι οικογένειες απαιτούν την πλήρη απόδοση ευθυνών για τις πράξεις και τις παραλείψεις που οδήγησαν στην τραγωδία, ενώ οι συνήγοροι επιμένουν ότι κάθε κατηγορούμενος δικαιούται να ακουστεί και να κριθεί με βάση συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, το δικαστήριο καλείται να διατηρήσει τη διαδικασία εντός των κανόνων της ποινικής δίκης, χωρίς να αγνοεί το τεράστιο κοινωνικό και ανθρώπινο βάρος μιας υπόθεσης που παραμένει ανοιχτή πληγή για τις οικογένειες και ολόκληρη τη χώρα.