Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

25 Ιανουαρίου 2026

Θάνατος και βίος στην αρχαία ελληνική σκέψη

Πολλές φορές ο άνθρωπος εκφράζει με τον θάνατό του το νόημα της ζωής του. Ο θάνατος των περισσότερων αρχαίων Ελλήνων στοχαστών παίρνει τη μορφή μύθων που ταιριάζουν με τη φιλοσοφία, τη ζωή και την ψυχοπαθολογία τους. Ο Θαλής (624-546 π.Χ.), στοχαστής του νερού, φημολογείται ότι πέθανε από δίψα παρακολουθώντας αθλητικούς αγώνες. Ο γέροντας Βίας ο Πριηνεύς (6ος αι. π.Χ.), σοφός δικαστής, έγειρε το κεφάλι στην αγκαλιά του εγγονού του καθώς υπερασπιζόταν κάποιον σε δίκη. Ο Πυθαγόρας (570-490 π.Χ.), που συνιστούσε το «απέχεσθαι κυάμων», σκοτώθηκε κυνηγημένος από τους Κροτωνιάτες, επειδή δεν θέλησε να διαβεί ένα χωράφι κατάσπαρτο με κουκιά.

Ο Φερεκύδης, Θεογονιστής και φιλόσοφος από τη Σύρο (6ος αι. π.Χ.), όντας άρρωστος με πυρετό και γεμάτος ψείρες, δίνει εντολή στους υπηρέτες του, όταν τον θάψουν, να στείλουν τα γραπτά του στον Θαλή, να τα ελέγξει, δηλαδή να τα ξεψειρίσει. Του γράφει λοιπόν: «Αν τα εγκρίνεις εσύ και οι άλλοι σοφοί, φρόντισε να γίνουν γνωστά, διαφορετικά όχι. Εγώ πάντως δεν είμαι πολύ ικανοποιημένος. Δεν είναι απόλυτα ακριβή και ούτε μπορώ να πω ότι γνωρίζω την αλήθεια» (Διογένους Λαερτίου, I 122).

Ο Δημήτριος από την Τροιζήνα, στο «Κατά σοφιστών», λέει για τον Εμπεδοκλή εκείνο το ομηρικό (Οδύσσεια λ 278): «Δένοντας σκληρή θηλιά στην ψηλή κρανιά, κρεμάστηκε από τον λαιμό, κι έτσι κατέβηκε στον Άδη». Για τον θάνατο του Εμπεδοκλή (495-435 π.Χ.) μπορεί κανείς να επικαλεστεί ως αιτία τη «μελαγχολία» του. «Από τους μεταγενέστερους ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων, ο Σωκράτης και πολλοί άλλοι γνωστοί ήταν μελαγχολικής ιδιοσυγκρασίας» (Ψευδοαριστοτέλους, Προβλήματα 30). Ιδιοφυΐα και μελαγχολία είναι αλληλένδετες, η τελευταία όμως δεν νοείται όπως σήμερα, αλλά περιγράφεται ως παρορμητικότητα και εκρηκτικότητα του χαρακτήρα. Κατά μία άλλη εκδοχή πήδηξε ψύχραιμα στη φλεγόμενη Αίτνα θέλοντας να θεωρηθεί θεός αθάνατος (Στράβωνος, Άπαντα γεωγραφικά I 274).

Σχετικά με αυτό, ο Διογένης Λαέρτιος θα γράψει: «Προχώρησε προς την Αίτνα και μόλις έφτασε πλησίασε στους κρατήρες της φωτιάς και εξαφανίστηκε, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει τη φήμη ότι είχε γίνει θεός. Αργότερα όμως αποκαλύφθηκε η αλήθεια, γιατί πετάχτηκε έξω ένα από τα σανδάλια του – συνήθιζε να φορά χάλκινα». Ο Εμπεδοκλής πέθανε 60 ετών, όπως και ο μελαγχολικός Ηράκλειτος (544-484 π.Χ.).

O Ηράκλειτος καταγράφει την πορεία του ανθρώπου, τον δρόμο που ανηφορίζει και κατηφορίζει στον κύκλο της ζωής. Η διάρκεια μίας γενιάς είναι 30 χρόνια, δηλαδή «χρονικό διάστημα που οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους ικανά να γεννούν» (απ19· Πλουτάρχου, Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων ΙΙ.415E).

Αυτό το χρονικό διάστημα το ονομάζει «κύκλο του χρόνου», διότι «η φύση του ανθρώπου από την ικανότητα της γέννησης ξαναγυρίζει στην ικανότητα της γέννησης» (απ. 196· Κηνσωρίνος, 17.2). Ο άνθρωπος αντικρίζει ξεκάθαρα τον θάνατο από τη στιγμή που το παιδί του κάνει παιδιά. Ο ίδιος, πιστός στη θεωρία του, καλύπτει μία ζωή δύο γενεών· μία που ήταν αποκλειστικά δικά του και μία που προστέθηκε σε αυτήν.

Κατά τη διάρκεια του βίου του συγκρούονται μέσα του ο στοχαστής με τον πολιτικό, η αγάπη με το μίσος για τους συμπατριώτες του, οι οποίοι κατ’ αντιστοιχία τον σέβονται και τον περιφρονούν. Χολωμένος εγκαταλείπει την πόλη και τις απογοητεύσεις της, αποτραβιέται στα βουνά και ζει με χόρτα και βότανα. «Επειδή όμως αυτό έγινε αιτία να αρρωστήσει από υδρωπικία, κατέβηκε στην πόλη και ρωτούσε αινιγματικά τους γιατρούς, αν μπορούσαν ύστερα από πολλή βροχή να δημιουργήσουν ξηρασία. Οι γιατροί δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε κι αυτός τάφηκε σ’ ένα βουστάσιο, ελπίζοντας πως η ζεστασιά της κοπριάς θα τραβήξει από μέσα του τη βλαβερή υγρασία. Όμως ούτε αυτό είχε αποτέλεσμα και έτσι πέθανε σε ηλικία 60 χρόνων» (Διογένους Λαερτίου IX 3). Ο Έρμιππος, Αθηναίος ποιητής της αρχαίας αττικής κωμωδίας (5ος αι. π.Χ.) αφηγείται ότι συμβουλεύτηκε τους γιατρούς, αν μπορεί κάποιος να αδειάσει τα έντερά του και να αφαιρέσει το υγρό.

Επειδή του είπαν πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, κάθισε στον ήλιο και ζήτησε από τους δούλους του να τον σκεπάσουν με κοπριά. Σε αυτή την κατάσταση πέθανε ύστερα από δύο ημέρες και τάφηκε στην αγορά.

Η εκδοχή του θανάτου, που προήλθε από υδρωπικία, ταιριάζει συμβολικά με την ηρακλείτεια άποψη για τον θάνατο της ψυχής. Ήταν αυτός που κήρυττε πως «για τις ψυχές είναι ευχαρίστηση παρά θάνατος να γίνουν υγρές». Επειδή για τις ψυχές «είναι θάνατος το να γίνουν νερό» (απ.36· Κλήμης ο Αλεξανδρεύς), ο Ηράκλειτος αγωνίζεται να αντισταθμίσει την ολέθρια συνέπεια που έχουν το νερό και η υγρασία με τη σωτήρια επίδραση της φωτιάς και της ξηρασίας· όμως δεν τα καταφέρνει.

Ο Νεάνθης ο Κυζικηνός (3ος αι. π.Χ.), μαθητής του ρήτορα Φιλίσκου του Μιλησίου, στο έργο του «Περί ενδόξων ανδρών» αναφέρει πως δεν μπόρεσε να βγει κάτω από την κοπριά, έμεινε έτσι κι επειδή κατάντησε να γίνει αγνώριστος, τον έφαγαν οι σκύλοι, «κυνόβρωτος γενέσθαι». Η εκδοχή αυτή εναρμονίζεται με την άποψη του Ηρακλείτου ότι «τα πτώματα των νεκρών πρέπει να τα πετάει κανείς πιο μακριά κι από τις κοπριές» (απ. 96· Πλούταρχος, Συμποσιακά προβλήματα).

Ο κατασπαραγμένος από τα σκυλιά φιλόσοφος κατευθύνει τον νου στον Διογένη τον Κυνικό, ο οποίος κατά μία μαρτυρία πέθανε από άγριο δάγκωμα σκύλου.

Ήταν αυτός που αγέρωχα είπε στον Αλέξανδρο: «Είμαι ο Διογένης ο κύνας. Σ όσους μου δίνουν κάτι, κουνώ την ουρά, σε όσους δε μου δίνουν, γαβγίζω, και τους κακούς τούς δαγκώνω» (Διογένους Λαερτίου VI 60).

Σύμφωνα με τον τραγικό ποιητή Ευριπίδη (480-406 π.Χ.) οι άνθρωποι οφείλουν στον νεκρό τις κατάλληλες νεκρώσιμες τελετουργίες, με σκοπό να τις εμπεριέξουν συμβολικά στη συνέχεια της ζωής και του θανάτου. Διά στόματος Θησέα στις «Ικέτιδες» θα πει: «Αν οι Αργείοι σας έβλαψαν, πέθαναν, τους παλέψατε, τους ντροπιάσατε, τέλειωσε· αφήστε τώρα να ταφούν και να πάει το καθένα από κει που ήρθε. Η ψυχή στον αιθέρα και το σώμα στη γη» (530-6). Και στον «Ηρακλή μαινόμενο» ο ήρωας δηλώνει: «Κάτω θα πάω, νεκρός απ’ όπου κι ήρθα» (1246).

Αυτός ο σκυθρωπός και μοναχικός γέροντας τιμήθηκε πολλαπλά μετά τον φρικτό θάνατό του. Ο χορός του στις «Ικέτιδες» ζητά τα πτώματα των πολεμιστών να «μην αφεθούν τροφή στα θηρία» (47), ο ίδιος όμως λέγεται ότι, όντας αμέριμνος στο άλσος έξω από την Αμφίπολη, κατασπαράχτηκε από τα σκυλιά του Μακεδόνα βασιλιά καθώς είχαν βγει για κυνήγι. Ο βασιλιάς πένθησε τον θάνατό του και του ανήγειρε μνήμα. Όταν οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν το συμβάν, ζήτησαν από τον Αρχέλαο τη μετακομιδή των οστών του, αλλά ο τελευταίος το αρνήθηκε. Τότε κατασκεύασαν κενοτάφιο στον δρόμο, που οδηγούσε προς τον Πειραιά (Παυσανίας 1, 2, 2), όπου χαράκτηκε επίγραμμα του ιστοριογράφου Θουκυδίδη ή του μελοποιού Τιμόθεου, όπως παραδίδει ο Βίος: «Μνήμα μεν Ελλάς άπασ’ Ευρυπίδου· οστέα δ΄ ίσχει γη Μακεδών· ή γαρ δέξατο τέρμα βίου. Πατρίς δ΄ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι». Σε αντίθεση με τα πτώματα στη Θήβα που «δεν έχουν τάφο και η ψυχή τους πλανιέται» (Ικέτιδες 62), ο Ευριπίδης έχει για μνήμα ολόκληρη την Ελλάδα.

Ο θρύλος για την εξαιρετική μακροζωία του αληθινού σοφού αντλεί από την υπόθεση ότι αυτός κατέχει τον τρόπο να ζήσει πολλά χρόνια και συνδέεται με τη δύναμη του σοφού να ελέγχει τη στιγμή του θανάτου του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο υπέργηρος Δημόκριτος που όταν αποφάσισε στα 109 χρόνια του να φύγει από τη ζωή, άρχισε να λιγοστεύει καθημερινά την τροφή του. Επειδή όμως έφτασαν οι μέρες των Θεσμοφορίων, οι γυναίκες του σπιτιού τον παρακάλεσαν να αναστείλει την αυτοκτονία του στη διάρκεια της πανήγυρης, για να μπορέσουν να γιορτάσουν. Ο Δημόκριτος πείστηκε και προέτρεψε να του φέρουν ένα αγγείο με μέλι ή κατ΄ άλλους ψωμιά ατμίζοντα. Κατάφερε να επιζήσει για αρκετές ημέρες, χρησιμοποιώντας τη μυρωδιά τους. «Ο Δημόκριτος κράτησε τον θάνατο παρόντα μέρες τρεις στο σπίτι του και με των άρτων τις ζεστές πνοές του έκανε τραπέζι» (Διογένους Λαερτίου, Φιλοσόφων βίος και δογμάτων συναγωγή 43).

Ήταν αυτός που σε ώριμη ηλικία καθόταν σε μια πέτρα, μόνος του, ξυπόλητος, ντυμένος με φτωχικό χιτώνα, κάτωχρος και λιπόσαρκος, με ακούρευτα γένια, κάτω από ένα φουντωτό και χαμηλό πλατάνι, στη ρίζα ενός λόφου ολοσκέπαστου με άγρια κλήματα και έγραφε «περί μανίης» με ένθεο ζήλο και ορμή (Ιπποκράτους, Ιπποκράτης Δαμαγήτω χαίρειν).