Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΛΙΑ

Η πολυφωνία υπό κρατική επιτήρηση-Από τις λίστες Πέτσα στις ραδιοφωνικές συχνότητες: Το νέο μέτωπο ελέγχου της ενημέρωσης

Μετά τις λίστες Πέτσα, μετά τη χειραγώγηση της ενημέρωσης, μετά την κρατική διαφήμιση ως εργαλείο πειθαρχίας και επιβράβευσης, έρχεται τώρα και η δήθεν «νομιμοποίηση» των ραδιοφωνικών σταθμών. Λες και τόσα χρόνια οι ραδιοφωνικοί σταθμοί λειτουργούσαν σε κάποιο θεσμικό κενό. Λες και δεν υπήρχε το περίφημο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Λες και το Ε.Σ.Ρ. δεν ενέκρινε, δεν ήλεγχε, δεν επέβαλλε κυρώσεις, δεν μοίραζε πρόστιμα επί δεκαετίες.

Και εδώ τίθεται το πρώτο, στοιχειώδες ερώτημα: εάν οι εκατοντάδες ραδιοφωνικοί σταθμοί της χώρας δεν ήταν νόμιμοι, τότε πώς το κράτος, μέσω του Ε.Σ.Ρ., επέβαλλε τόσα πρόστιμα στο όνομά τους; Πώς τους αναγνώριζε ως υποκείμενα ελέγχου, πώς τους καλούσε σε απολογία, πώς τους τιμωρούσε, πώς εισέπραττε χρήματα από αυτούς; Δηλαδή, όταν είναι να εισπράξει το κράτος, οι σταθμοί υπάρχουν. Όταν είναι να τους θέσει υπό νέο καθεστώς ελέγχου, ξαφνικά ανακαλύπτει ότι πρέπει να τους «νομιμοποιήσει».

Ένα απέραντο φρενοκομείο. Αυτό είναι το ελληνικό κράτος. Αλλά ακόμη πιο παράλογη είναι η λογική των «αρίστων» που το κυβερνούν. Των δήθεν τεχνοκρατών, των δήθεν μεταρρυθμιστών, των δήθεν υπερασπιστών της ευρωπαϊκής κανονικότητας. Με προεξάρχοντα, βεβαίως, τον «άριστο» πρωθυπουργό, ο οποίος κάθε φορά που η κυβέρνησή του θέλει να επιβάλει έναν νέο μηχανισμό ελέγχου, τον βαφτίζει «θεσμική μεταρρύθμιση».

Ναι, λοιπόν, κύριε Μητσοτάκη. Κάτι δεν πάει καλά. Όχι μόνο με εσάς. Κυρίως με εμάς, που ανεχόμαστε αυτού του είδους τη θεσμική αυθαιρεσία να εμφανίζεται ως νομιμότητα. Που ανεχόμαστε μια πολιτική πρακτική, η οποία χρησιμοποιεί την Ευρώπη ως άλλοθι, τη διαφάνεια ως σύνθημα και τη νομιμότητα ως ρόπαλο. Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τις ραδιοφωνικές συχνότητες. Επικαλείστε, υποτίθεται, την ευρωπαϊκή τάξη, την ανάγκη ρύθμισης, την προστασία της πολυφωνίας. Αλλά το ερώτημα παραμένει: ποιος θα ρυθμίσει τους ρυθμιστές;

Νομιμότητα στις συχνότητες, λοιπόν. Ωραία. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπάρχει νομιμότητα; Εκεί, όπου χάθηκαν ή κατασπαταλήθηκαν αμέτρητα εκατομμύρια ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων, υπάρχει η ίδια ευαισθησία; Εκεί, όπου αποκαλύφθηκαν κυκλώματα, πελατειακές σχέσεις, κομματικές διασυνδέσεις και μηχανισμοί λεηλασίας, βλέπουμε την ίδια θεσμική αυστηρότητα; Ή μήπως η νομιμότητα γίνεται επιλεκτική; Αυστηρή για τους αδύναμους, ελαστική για τους ημετέρους. Σιδερένια για όσους ενοχλούν, χάρτινη για όσους ανήκουν στο σύστημα.

Η αλήθεια είναι απλή: δύσκολα βλέπει κανείς τους μηχανισμούς εξουσίας να στρέφονται πραγματικά εναντίον του ίδιου τους του συναφιού. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τις ραδιοφωνικές συχνότητες δεν μπορεί να διαβαστεί αθώα. Δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Δεν είναι απλώς διοικητική εκκρεμότητα. Είναι πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής. Διότι αφορά τον έλεγχο του δημόσιου λόγου, την πρόσβαση στην ενημέρωση, την πολυφωνία, τη δυνατότητα ανεξάρτητων φωνών να υπάρχουν χωρίς να εξαρτώνται από την εύνοια της εκάστοτε κυβέρνησης.

Ο Παύλος Μαρινάκης, παρουσιάζοντας την κυβερνητική γραμμή, εμφανίζει την υπόθεση ως βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού. Η κυβέρνηση, λέει, επιδιώκει διαφάνεια, πολυφωνία, προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, έλεγχο της ιδιοκτησίας των μέσων και αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης. Όλα ωραία ακούγονται. Όλα θεσμικά. Όλα ευπρεπή. Όλα καλοσιδερωμένα.

Μόνο που πίσω από τις ωραίες λέξεις κρύβεται το κρίσιμο ερώτημα: ποια είναι σήμερα η πραγματική κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου και της πολυφωνίας στην Ελλάδα; Διότι δεν αρκεί η κυβέρνηση να αυτοπαρουσιάζεται ως εγγυητής της διαφάνειας. Πρέπει να αποδεικνύει στην πράξη ότι σέβεται την ελεύθερη ενημέρωση. Και η πραγματικότητα δεν είναι τόσο κολακευτική όσο οι κυβερνητικές ανακοινώσεις.

Οι διεθνείς αξιολογήσεις έχουν καταγράψει σοβαρά προβλήματα στο ελληνικό μιντιακό περιβάλλον. Η Ελλάδα εμφανίζεται σταθερά σε χαμηλές θέσεις στους δείκτες ελευθερίας του Τύπου, ενώ παραμένουν ανοιχτά μείζονα ζητήματα: οι παρακολουθήσεις δημοσιογράφων από την ΕΥΠ, οι αγωγές εκφοβισμού, η συγκέντρωση ισχύος στα μέσα ενημέρωσης, η κρατική διαφήμιση ως εργαλείο επιρροής και, βεβαίως, η ανεξιχνίαστη ακόμη υπόθεση της δολοφονίας του Γιώργου Καραϊβάζ. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι η καρδιά του προβλήματος.

Όταν, λοιπόν, η κυβέρνηση μιλά για «προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος», ο αντίλογος είναι αυτονόητος: η προστασία αυτή δεν αποδεικνύεται με διακηρύξεις. Αποδεικνύεται με ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, με διαφανή κρατική διαφήμιση, με ουσιαστική προστασία των δημοσιογράφων από εκφοβιστικές αγωγές, με πλήρη διαλεύκανση των υποθέσεων παρακολούθησης, με πραγματική ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών και με σαφή όρια στην κρατική παρέμβαση στον δημόσιο λόγο.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η επίκληση της «αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης». Η παραπληροφόρηση υπάρχει. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν το αρνείται. Όταν όμως το κράτος διεκδικεί κεντρικό ρόλο στον ορισμό της αλήθειας και του ψεύδους, τότε ο κίνδυνος είναι προφανής: από την προστασία της ενημέρωσης περνάμε στον έλεγχο της πληροφορίας. Και από εκεί, ο δρόμος προς τη φίμωση είναι πιο σύντομος απ’ όσο θέλουν να παραδεχθούν οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι.

Ακόμη πιο ανησυχητική γίνεται αυτή η συζήτηση όταν συνοδεύεται από ιδέες περί περιορισμού ή κατάργησης της ανωνυμίας στο διαδίκτυο. Η επίθεση στην ανωνυμία μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως μέτρο κατά της απάτης, της συκοφαντίας ή του διαδικτυακού εγκλήματος. Όμως υπάρχει και η άλλη όψη: η ανωνυμία προστατεύει καταγγέλλοντες, πηγές δημοσιογράφων, ευάλωτους πολίτες και ανθρώπους που φοβούνται αντίποινα. Σε μια χώρα όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει τραυματιστεί, τέτοια θέματα δεν μπορούν να ανοίγουν με όρους επικοινωνιακής ευκολίας.

Υπάρχει, επίσης, τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας όταν η κυβέρνηση μιλά για «έλεγχο της ιδιοκτησίας των μέσων» και «αποτροπή συγκέντρωσης ισχύος». Διότι η συγκέντρωση ισχύος δεν αντιμετωπίζεται με ανακοινώσεις. Αντιμετωπίζεται με κανόνες, με διαφάνεια, με πραγματικό έλεγχο της διαπλοκής μεταξύ κράτους, τραπεζών, εργολάβων, ιδιοκτητών μέσων και πολιτικής εξουσίας. Όταν η ενημέρωση εξαρτάται από κρατικές ροές χρήματος, τραπεζική ανοχή και κυβερνητική εύνοια, τότε η πολυφωνία γίνεται διακοσμητική λέξη.

Αυτή είναι, λοιπόν, η δεύτερη ανάγνωση της δήλωσης Μαρινάκη για τις ραδιοφωνικές συχνότητες. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική ρύθμιση. Πρόκειται για μια ακόμη απόπειρα της εξουσίας να εμφανίσει ως θεσμική τακτοποίηση αυτό που μπορεί να εξελιχθεί σε μηχανισμό ελέγχου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: θα εγκριθούν και οι ενοχλητικοί; Θα έχουν θέση στο νέο τοπίο και όσοι ασκούν πραγματική κριτική; Θα επιβιώσουν οι φωνές που δεν διαθέτουν προσβάσεις, φιλίες, διασυνδέσεις και προστασία; Ή μήπως όλα θα καταλήξουν, για ακόμη μία φορά, σε ένα μεγάλο κόλπο τακτοποίησης των ημετέρων και αποκλεισμού των ανεπιθύμητων;

Διότι η πολυφωνία δεν κατοχυρώνεται με δηλώσεις κυβερνητικών εκπροσώπων. Κατοχυρώνεται με ανεξάρτητα μέσα, καθαρή ιδιοκτησιακή δομή, δίκαιη πρόσβαση στη διαφήμιση, προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, διαφάνεια στις αδειοδοτήσεις και θεσμικά αντίβαρα που δεν λειτουργούν ως παραρτήματα της εκτελεστικής εξουσίας.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται κρατικά πιστοποιητικά αλήθειας. Δεν χρειάζεται υπουργούς-διαιτητές της ενημέρωσης. Δεν χρειάζεται κυβερνητικούς επιτηρητές της πολυφωνίας. Χρειάζεται ελεύθερη δημοσιογραφία, θεσμούς που δεν φοβούνται την εξουσία και πολίτες που δεν τρέμουν να μιλήσουν.

Και ας το πούμε καθαρά: όταν μια κυβέρνηση που ελέγχεται για παρακολουθήσεις, λίστες χρηματοδότησης, συγκέντρωση μιντιακής ισχύος και θεσμικές εκτροπές εμφανίζεται ξαφνικά ως προστάτης της πολυφωνίας, ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να είναι καχύποπτος. Όχι γιατί είναι αρνητής της νομιμότητας. Αλλά γιατί έχει δει πολλές φορές τη νομιμότητα να μετατρέπεται σε πρόσχημα. Και τα προσχήματα, όταν επαναλαμβάνονται, παύουν να πείθουν. Γίνονται απόδειξη ενοχής.