Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΑΤΟΛΗ

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

ΦΩΤΕΙΝΗ

25 Φεβρουαρίου 2026

Θέατρο σκιών στη Βουλή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Όταν ανοίγουν το στόμα τους ορισμένοι πολιτικοί, δεν ακούς λόγο, ακούς υδραυλικά. Σαν να έχεις γείρει το αυτί πάνω από μια χαλασμένη βρύση που στάζει σκουριασμένο νερό: τικ… τικ… τικ… Η ίδια μονότονη σταγόνα, το ίδιο καφετί υγρό που λερώνει τον νιπτήρα της λογικής. Και το χειρότερο; Κάποιοι επιμένουν να το πίνουν, να το βαφτίζουν «υπεύθυνη στάση» και να ξεδιψούν με την οξείδωση.

Απ’ την άλλη, οι επίδοξοι τιμονιέρηδες της επανάστασης, με τις κορώνες που ξεφουσκώνουν πριν φτάσουν στο ταβάνι, θυμίζουν πλυντήριο με φθαρμένο ρουλεμάν. Το πολιτικό πλυντήριο κάνει θόρυβο, τραντάζεται, υπόσχεται στροφές, αλλά στο τέλος απλώς ανακυκλώνει τα ίδια βρόμικα ρούχα. Τα ρίχνει μέσα, τα γυρίζει, τα ξαναβγάζει με άλλη ταμπέλα όπως «κάθαρση», «ρήξη», «νέα αρχή», μόνο που η μούχλα επιμένει.

Κάπως έτσι εκτυλίχθηκε και το θέαμα με τα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ένα θέατρο σκιών, όπου οι σκιές είχαν περισσότερη υπόσταση από τους πρωταγωνιστές. Η Νέα Δημοκρατία, πιστή στη διαχρονική της ευλυγισία, έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Φόρεσε το αδιάβροχο της αθωότητας και βγήκε στη βροχή των ευθυνών χωρίς να βραχεί. Η λέξη «ευθύνη» στο λεξικό της μοιάζει με εκείνες τις σελίδες που κόπηκαν τυπογραφικά και δεν τις πήρε κανείς χαμπάρι. Υπάρχει αριθμός σελίδας, αλλά το κείμενο λείπει.

Θα πει κανείς: τι περιμένατε; Μα ακριβώς αυτό περιμέναμε και τίποτε άλλο. Εξάλλου το αναμενόμενο είναι και το πιο ανησυχητικό.  Άλλωστε η ακινησία βαφτίζεται σταθερότητα και η αδιαφορία «θεσμική ωριμότητα». Αποποιήθηκαν κάθε ευθύνη με την άνεση εκείνου που τινάζει από το πέτο του την πιτυρίδα. «Δεν είδα, δεν άκουσα, δεν γνωρίζω». Μόνο που η κοινωνία βλέπει, ακούει και δυστυχώς, γνωρίζει.

Τα άλλα κόμματα, έπαιξαν τον ρόλο του αναμμένου κεριού. Όχι για να φωτίσουν, αλλά για να λιώσουν αργά, θεατρικά, (κάτι σαν τα ρωμαϊκά κεριά που έλεγε και ο Τζακ Κέρουακ) μπροστά σ’ έναν καθρέφτη που δεν αντανακλά τίποτα. Έκαναν θόρυβο, αντάλλαξαν αιχμές, ύψωσαν το δάχτυλο πάντα με τη φροντίδα μην τσαλακωθεί το σύστημα. Η αντιπολίτευση στη χώρα αυτή μοιάζει με επαγγελματία πυγμάχο που χτυπά στον αέρα για να ιδρώσει, αλλά φροντίζει να μην αγγίξει ποτέ τον αντίπαλο, μη χαλάσουμε και το σενάριο.

Και μέσα σε όλο αυτό το γκροτέσκο πανηγύρι, οι πολίτες, αιώνιοι κομπάρσοι, στέκονται στην άκρη της σκηνής, κρατούν το εισιτήριο που πλήρωσαν ακριβά και παρακολουθούν το έργο που παίζεται ερήμην τους. Έτσι οι πολίτες έμειναν πάλι μετεξεταστέοι της ελπίδας τους.

Η εξεταστική επιτροπή υποτίθεται πως θα έριχνε φως. Μα το φως που έριξε ήταν εκείνο το κίτρινο, κουρασμένο φως των διαδρόμων δημόσιας υπηρεσίας, που τρεμοπαίζει και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν αξίζει να προχωρήσεις. Διαβάσαμε τα πορίσματα που περισσότερο θύμιζαν συμβιβαστικά δελτία τύπου παρά ανατομία ευθυνών. Λόγια προσεκτικά, διατυπώσεις χλιαρές, συμπεράσματα στρογγυλεμένα σαν βότσαλα που τα έγλειψε η θάλασσα της σκοπιμότητας.

Κι έπειτα έρχονται οι αναλυτές. Οι ιερείς της ερμηνείας. Θα καθίσουν στα πάνελ με το ύφος του παθολόγου που εξηγεί μια χρόνια νόσο, χωρίς όμως να προτείνει θεραπεία. Άλλοι θα λιβανίσουν τη συνωμοσία της σιωπής, θα μιλήσουν για «βαθύ σύστημα», για «αόρατα νήματα», για «παράκεντρα εξουσίας». Κι άλλοι θα βουτήξουν στην αερολογία, θα πετάξουν γενικότητες σαν χαρταετούς που δεν έχουν σπάγκο. Όλα θα ειπωθούν, εκτός από το απλό, ότι η πολιτική ευθύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι πράξη και η πράξη απουσιάζει.

Ζούμε σε μια χώρα όπου η ευθύνη μετατρέπεται σε μπαλάκι του πινγκ-πονγκ, περνά από χέρι σε χέρι, ώσπου να κουραστεί και να πέσει κάτω, τότε όλοι σκύβουν, όχι για να τη σηκώσουν, αλλά για να βεβαιωθούν ότι δεν τους ανήκει. «Δεν είναι δική μας αρμοδιότητα», «δεν προκύπτουν στοιχεία», «θα διερευνηθεί η υπόθεση». Λέξεις, μαξιλάρια για να πέφτει μαλακά η αλήθεια και να μη σπάσει.  Εξάλλου η αλήθεια είναι προσαρμοσμένη στο άμεσο σχήμα της κυριαρχίας.

Κι όμως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι πολιτικοί, είναι και το κοινό που συνήθισε τον θόρυβο της χαλασμένης βρύσης και του φθαρμένου ρουλεμάν, το θεωρεί φυσιολογικό υπόβαθρο. Σαν τον ήχο της πόλης που δεν τον ακούς πια. Και αυτό γιατί έχουμε εκπαιδευτεί να ανεχόμαστε το ελάχιστο, να συμβιβαζόμαστε με το «τουλάχιστον δεν είναι χειρότερα». Δυστυχώς η μετριότητα έγινε ταβάνι και το ταβάνι βαφτίστηκε ουρανός.

Η ειρωνεία είναι ότι όλοι μιλούν στο όνομα της «εμπιστοσύνης». Ζητούν εμπιστοσύνη, υπόσχονται αποκατάσταση εμπιστοσύνης, επικαλούνται την ανάγκη για εμπιστοσύνη. Μα η εμπιστοσύνη δεν είναι διακόπτης να τον ανεβοκατεβάζεις ανάλογα με τη δημοσκόπηση, είναι κεφάλαιο που χτίζεται αργά και γκρεμίζεται με ένα χαμόγελο αλαζονείας.

Αν κάτι απέδειξε αυτή η ιστορία, είναι ότι το πολιτικό μας σύστημα διαθέτει αξιοθαύμαστη ικανότητα αυτοπροστασίας. Σαν οργανισμός που, μόλις νιώσει απειλή, κλείνει τα ανοίγματα και συσπειρώνεται. Μόνο που εδώ δεν προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον, αλλά η δημόσια εικόνα, και η εικόνα, όσο κι αν τη ρετουσάρεις, δεν παύει να είναι φωτογραφία, όχι η ζωή η ίδια.

Μένει λοιπόν το ερώτημα: θα συνεχίσουμε να ακούμε τη σκουριασμένη σταγόνα και το τρίζον πλυντήριο σαν να είναι φυσική μουσική υπόκρουση; Ή θα απαιτήσουμε επιτέλους σιωπή για να ακουστεί κάτι αληθινό; Γιατί μέσα στον θόρυβο, η αλήθεια δεν χάνεται, αλλά πνίγεται, και όσο την αφήνουμε να πνίγεται, τόσο θα μένουμε μετεξεταστέοι, όχι μόνο της ελπίδας, αλλά και της αξιοπρέπειας.