Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΓΑΘΩΝ

ΔΟΜΙΝΙΚΗ

ΚΕΛΣΙΟΣ

ΠΑΡΘΕΝΑ

7 Ιανουαρίου 2026

Το αδιέξοδο μιας ελληνικής βιομηχανίας που αναζητά στρατηγική

Η ελληνική βιομηχανία έχει αποδείξει σε βάθος χρόνου ότι συνιστά σταθερό πυλώνα παραγωγής πλούτου, ποιοτικής απασχόλησης και κοινωνικής συνοχής. Σε περιόδους διαδοχικών αναταράξεων, από οικονομικές και υγειονομικές έως ενεργειακές και γεωπολιτικές, η μεταποίηση επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα. Η διαδρομή αυτή επιβεβαιώνει τον κρίσιμο ρόλο της στην οικοδόμηση ενός βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου.

Η συμβολή της στο ΑΕΠ παραμένει σταθερά ουσιαστική. Η σταδιακή αύξηση του κύκλου εργασιών της μεταποίησης φανερώνει έναν κλάδο με πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης. Παρά τις πιέσεις του διεθνούς περιβάλλοντος και το υψηλό κόστος παραγωγής, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν, να εξάγουν και να στηρίζουν την απασχόληση, ειδικά σε περιοχές όπου η βιομηχανική δραστηριότητα λειτουργεί ως κύρια οικονομική βάση.

Οι προοπτικές αυτές περιορίζονται από ένα σύνολο διαρθρωτικών εμποδίων. Η λειτουργία της βιομηχανίας εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον που δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και απαιτεί σταθερές πολιτικές επιλογές.

Η μεγαλύτερη πρόκληση αφορά το ενεργειακό κόστος, το οποίο διαμορφώνει πλέον κρίσιμο ζήτημα ανταγωνιστικότητας. Οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρώπης, γεγονός που περιορίζει την αξία των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και συρρικνώνει το περιθώριο στρατηγικού προγραμματισμού.

Η διακύμανση των τιμών αναδεικνύει αδυναμίες στον ενεργειακό σχεδιασμό, στις υποδομές και στη λειτουργία της αγοράς. Η απουσία φθηνής, αξιόπιστης και επαρκούς ενέργειας ακυρώνει οποιαδήποτε προσπάθεια συγκρότησης στιβαρής βιομηχανικής πολιτικής, ενώ οι ελλείψεις στα περιφερειακά δίκτυα επιτείνουν τις ανισότητες και περιορίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης.

Στο πεδίο της εργασίας, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων αποτελεί σταθερή πηγή προβλημάτων. Η μεταποίηση απορροφά εργατικό δυναμικό, όμως συχνά η αξιοποίηση των προσόντων παραμένει αποσπασματική. Παράλληλα, πολλές ειδικότητες δεν ανταποκρίνονται στις τεχνολογικές ανάγκες ενός σύγχρονου παραγωγικού περιβάλλοντος. Το κενό αυτό επηρεάζει την παραγωγικότητα και επιβραδύνει την υιοθέτηση καινοτομίας. Το δημογραφικό ζήτημα και η μετακίνηση νέων ανθρώπων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα εντείνουν τις δυσκολίες, ιδίως σε περιοχές που εξαρτώνται από τη βιομηχανική δραστηριότητα.

Η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής βιομηχανίας είναι σημαντική, καθώς καλύπτει μεγάλο μέρος των εξαγόμενων προϊόντων της χώρας. Το επίπεδο τεχνολογικής έντασης πολλών προϊόντων παραμένει περιορισμένο, γεγονός που μειώνει την προστιθέμενη αξία και την παρουσία σε αγορές υψηλών απαιτήσεων. Η μετάβαση σε πιο καινοτόμο και ψηφιακά ώριμο μοντέλο εξελίσσεται αργά, καθώς η πρόσβαση σε κατάλληλες χρηματοδοτικές δυνατότητες αποτελεί εμπόδιο για πολλές επιχειρήσεις, ιδίως μικρομεσαίες, οι οποίες δυσκολεύονται να συμβαδίσουν με τον διεθνή ρυθμό τεχνολογικών επενδύσεων.

Η κατάσταση των υποδομών παραμένει καθοριστική. Μεταφορικά και ενεργειακά δίκτυα, λιμάνια, σιδηρόδρομοι και οργανωμένοι υποδοχείς επιχειρηματικής δραστηριότητας αποτελούν αναγκαία θεμέλια για την εθνική παραγωγική ανασυγκρότηση. Η ενίσχυση των υποδομών στις περιφέρειες συνδέεται με την ισόρροπη ανάπτυξη και με τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να διεκδικήσουν ανταγωνιστική θέση στις διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Η ενίσχυση της βιομηχανίας απαιτεί μακρόπνοη στρατηγική, σταθερό πλαίσιο ενέργειας, επένδυση στις δεξιότητες και ουσιαστική στήριξη της καινοτομίας. Απαιτεί επίσης υποδομές που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας σύγχρονης παραγωγικής οικονομίας και πολιτικές που ενισχύουν την εθνική αυτοδυναμία σε κρίσιμους τομείς.

Μια ισχυρή βιομηχανική βάση λειτουργεί ως προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής. Αποτελεί θεμέλιο δημοκρατικής λειτουργίας, δίκαιης ανάπτυξης και βιώσιμης πορείας για τη χώρα.

Κορίνα Τριανταφύλλου