Το αντισυστημικό κύμα κουράστηκε – Ποιος μπορεί πλέον να πείσει ότι κυβερνά
Για περισσότερο από μία δεκαετία, η ελληνική πολιτική σκηνή κινήθηκε κάτω από την ισχυρή πίεση ενός αντισυστημικού ρεύματος, το οποίο γεννήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, ενισχύθηκε μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις και βρήκε νέα έκφραση μετά την τραγωδία των Τεμπών. Η κοινωνική οργή μετατράπηκε σε βασικό πολιτικό καύσιμο και η ψήφος απέκτησε σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα τιμωρίας απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα.
Σήμερα, ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι μπορεί να βρίσκεται σε εξέλιξη μία ουσιαστική μετατόπιση. Η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει ισχυρή, όμως οι πολιτικοί φορείς που επιχειρούν να την εκφράσουν εμφανίζουν σημάδια κόπωσης, εσωτερικής φθοράς και περιορισμένης κυβερνητικής αξιοπιστίας.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία του αντισυστημικού κύματος ήρθε το 2015. Ο Αλέξης Τσίπρας κατάφερε τότε να συγκεντρώσει γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ μεγάλο μέρος της κοινωνικής αντίδρασης απέναντι στα μνημόνια, στα παραδοσιακά κόμματα και στις πολιτικές λιτότητας. Η συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ μετέτρεψε, όμως, την ψήφο διαμαρτυρίας σε πραγματική άσκηση εξουσίας.
Εκεί αποδείχθηκε στην πράξη η απόσταση που χωρίζει τη δυναμική της καταγγελίας από την ευθύνη της διακυβέρνησης. Η πολιτική οργή μπορεί να ανατρέψει συσχετισμούς και κυβερνήσεις, όμως από μόνη της δεν αρκεί για να συγκροτήσει μακροχρόνια, σταθερή και εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση.
Η εμπειρία εκείνης της περιόδου εξακολουθεί να βαραίνει κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα που επιχειρεί να αντλήσει δύναμη από την αντισυστημική ψήφο. Το εκλογικό σώμα έχει πλέον δει τι συμβαίνει όταν η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε κυβερνητική ευθύνη.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Καρυστιανού και την κόπωση της διαμαρτυρίας
Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια ως μία από τις ισχυρότερες εκφράσεις της κοινωνικής αγανάκτησης. Η προσωπική της διαδρομή και κυρίως η σύνδεσή της με την υπόθεση των Τεμπών δημιούργησαν ένα σημαντικό ηθικό κεφάλαιο, το οποίο αποτυπώθηκε και στις πρώτες δημοσκοπικές καταγραφές.
Η μετάβαση, ωστόσο, από το ηθικό κύρος στη δημιουργία οργανωμένου πολιτικού φορέα αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη. Οι αποχωρήσεις στελεχών, οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και οι καταγγελίες για τον τρόπο λειτουργίας του κόμματος πλήττουν ακριβώς το στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε εξαρχής η πολιτική του δυναμική: την εικόνα ενός διαφορετικού, καθαρού και μη συμβατικού πολιτικού εγχειρήματος.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν αφορά την ύπαρξη κοινωνικής οργής. Η οργή παραμένει. Το πραγματικό πρόβλημα είναι αν υπάρχει σήμερα πολιτικός οργανισμός ικανός να τη μετατρέψει σε συνεκτικό πρόγραμμα, λειτουργική δομή και πειστική πρόταση εξουσίας.
Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να ολοκληρώνει έναν μακρύ κύκλο πολιτικής αποσύνθεσης. Το κόμμα που κάποτε κατάφερε να συγκεντρώσει σχεδόν ολόκληρο το αντισυστημικό ρεύμα της περιόδου των μνημονίων βρίσκεται πλέον εκτός της βασικής μάχης για την εξουσία, αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό κενό.
Αυτό το πολιτικό κενό επιχειρεί να αξιοποιήσει η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, η οποία εμφανίζεται να προσελκύει σημαντικό τμήμα πρώην ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Η συγκεκριμένη μετακίνηση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το σύνολο της ψήφου διαμαρτυρίας επιστρέφει αυτομάτως στον πρώην πρωθυπουργό.
Παράλληλα, η υποχώρηση της Πλεύσης Ελευθερίας στις μετρήσεις και η κάμψη της δυναμικής της Καρυστιανού ενδέχεται να αποτυπώνουν μία βαθύτερη μεταβολή. Ένα τμήμα του εκλογικού σώματος δείχνει να αξιολογεί πλέον όχι μόνο την ένταση της καταγγελίας, αλλά και την ικανότητα ενός πολιτικού φορέα να κυβερνήσει αποτελεσματικά.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι ο θυμός εξαφανίζεται. Σημαίνει ότι αρχίζει να συνυπάρχει με την απαίτηση για αξιοπιστία, θεσμικότητα, σχέδιο και δυνατότητα άσκησης εξουσίας.
Για τη Νέα Δημοκρατία, μία πιθανή υποχώρηση του αντισυστημικού κύματος περιορίζει την πίεση από ορισμένους ανταγωνιστικούς χώρους. Δεν λύνει, όμως, το βασικό πολιτικό της πρόβλημα, το οποίο σχετίζεται με τη φθορά της πολυετούς διακυβέρνησης, τις συσσωρευμένες κοινωνικές πιέσεις και τις διαδοχικές κρίσεις που έχουν αφήσει πολιτικό αποτύπωμα.
Για το ΠΑΣΟΚ, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Η εξασθένηση της ψήφου διαμαρτυρίας δεν σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι επιστρέφουν αυτόματα σε αυτό. Χωρίς καθαρή πρόταση εξουσίας, το κόμμα κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένο ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στον νέο πολιτικό φορέα του Αλέξη Τσίπρα.
Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί, πάντως, μία ευκαιρία για τον Νίκο Ανδρουλάκη. Αν η κοινωνία μετακινείται πράγματι από την ψήφο θυμού προς την ψήφο αξιοπιστίας, το ΠΑΣΟΚ αποκτά χώρο για να διεκδικήσει εκ νέου κεντρικό ρόλο. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να περιορίσει τις επικοινωνιακές αστοχίες, τις εσωτερικές αντιφάσεις και μία αντιπολιτευτική τακτική που συχνά περιορίζεται στη σκανδαλολογία χωρίς να συνοδεύεται από ολοκληρωμένη κυβερνητική πρόταση.
Ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζει διαφορετικό πρόβλημα. Υπήρξε ο βασικός πολιτικός εκφραστής του αντισυστημικού κύματος της προηγούμενης δεκαετίας και πάνω σε αυτό οικοδόμησε την πορεία του προς την εξουσία. Στη σημερινή συγκυρία δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην ίδια πολιτική συνταγή.
Εφόσον οι πολίτες στρέφονται περισσότερο προς τη σταθερότητα, τον πολιτικό ρεαλισμό και την κυβερνητική αξιοπιστία, ο πρώην πρωθυπουργός θα πρέπει να αποδείξει ότι η νέα του παρουσία διαφοροποιείται ουσιαστικά από την περίοδο που τον ανέδειξε. Η ιστορική του σύνδεση με την αντισυστημική ρητορική μπορεί να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα σε ένα τμήμα της κοινωνίας, μπορεί όμως να περιορίσει την απήχησή του σε ένα περιβάλλον όπου η διαμαρτυρία χάνει σταδιακά την αποκλειστική πολιτική της δύναμη.
Σε αυτή τη νέα συνθήκη, η αναμέτρηση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛ.Α.Σ. δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος μπορεί να συγκεντρώσει μεγαλύτερο μέρος των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων. Θα κριθεί κυρίως από το ποιος μπορεί να παρουσιάσει πιο πειστικά την εικόνα μιας πραγματικής εναλλακτικής κυβέρνησης.
Ο παράγοντας Σαμαρά και η επιστροφή της κυβερνησιμότητας
Μία ακόμη παράμετρο στο υπό διαμόρφωση πολιτικό τοπίο αποτελεί η αναμενόμενη κίνηση του Αντώνη Σαμαρά, η οποία απευθύνεται κυρίως σε τμήματα της δεξιάς διαμαρτυρίας.
Οι έως τώρα δημοσκοπικές ενδείξεις, σύμφωνα με το συγκεκριμένο πολιτικό σενάριο, καταγράφουν περιορισμένη διάθεση για στήριξη ενός νέου προσωπικού εγχειρήματος υπό τον πρώην πρωθυπουργό. Αν η αντισυστημική ψήφος χάνει μέρος της δυναμικής της και η κοινωνία αναζητεί περισσότερο κυβερνητική σταθερότητα, ούτε ο Αντώνης Σαμαράς αποτελεί αυτονόητο κερδισμένο αυτής της μετατόπισης.
Διαθέτει, βέβαια, ένα πλεονέκτημα που δεν έχουν άλλοι εκφραστές της διαμαρτυρίας: έχει κυβερνητική εμπειρία και έχει βρεθεί στην πρωθυπουργία σε μία εξαιρετικά δύσκολη οικονομική περίοδο. Παρά τη ρητορική των «Ζαππείων» πριν αναλάβει την εξουσία, η διακυβέρνησή του κινήθηκε τελικά μέσα στα όρια του δημοσιονομικού και ευρωπαϊκού ρεαλισμού.
Η συγκεκριμένη εμπειρία, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για τη δημιουργία νέου πολιτικού ρεύματος. Η επιστροφή ενός προσώπου που έχει ταυτιστεί με προηγούμενη πολιτική περίοδο ενδέχεται να αντιμετωπιστεί περισσότερο ως ανακύκλωση του παρελθόντος και λιγότερο ως απάντηση στις ανάγκες του μέλλοντος.
Το βαθύτερο ερώτημα αφορά πλέον τη συνολική συμπεριφορά του εκλογικού σώματος. Έπειτα από περίπου δεκαπέντε χρόνια οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών κρίσεων, ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας ενδέχεται να μετακινείται σταδιακά από το θυμικό προς τον πραγματισμό.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια εξακολουθεί να είναι παρούσα και σε αρκετές περιπτώσεις παραμένει έντονη. Δεν φαίνεται, όμως, να αρκεί πλέον ως μοναδικό θεμέλιο πολιτικής εμπιστοσύνης. Οι πολίτες αρχίζουν να απαιτούν περισσότερα από έντονες καταγγελίες, επιθετική ρητορική και απόρριψη του υπάρχοντος συστήματος.
Σχέδιο, αξιοπιστία, αποτελεσματικότητα και κυβερνησιμότητα αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Αν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί στους επόμενους μήνες, τότε η βασική πολιτική αλλαγή δεν θα είναι απλώς η άνοδος ή η πτώση ενός συγκεκριμένου κόμματος.
Θα πρόκειται για μετατόπιση ολόκληρου του κριτηρίου με το οποίο αποφασίζει ο ψηφοφόρος: από την ψήφο τιμωρίας και διαμαρτυρίας προς την ψήφο ευθύνης και κυβερνητικής αξιοπιστίας. Μία τέτοια εξέλιξη θα άλλαζε βαθιά τους πολιτικούς συσχετισμούς και θα υποχρέωνε όλα τα κόμματα, παλιά και νέα, να αποδείξουν ότι μπορούν να προσφέρουν κάτι περισσότερο από την απλή έκφραση της κοινωνικής οργής.
Πιο Δημοφιλή
Η φωτιά έκαψε το Μητσοτάκη και το «επιτελικό κράτος»
Η χώρα φλέγεται, μετρά νεκρούς και ο πρωθυπουργός παρακολουθεί…
Πιο Πρόσφατα