10 Ιουλίου 2025

Το φάντασμα της λίστας Έπσταϊν και η συλλογική αποτυχία της δικαιοσύνης

Η ιστορία της λεγόμενης «λίστας Έπσταϊν» ξεκινά από το 2008, όταν ο Τζέφρι Έπσταϊν συνελήφθη για πρώτη φορά με την κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων. Ήδη από τα πρώτα στάδια της υπόθεσης, κυκλοφόρησαν αναφορές και φήμες για την ύπαρξη μιας λίστας με ονόματα επιφανών προσώπων, τα οποία, σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις καταγγελίες, φέρονταν να είχαν εμπλακεί σε κύκλωμα κακοποίησης, ή να είχαν τουλάχιστον κάποια σύνδεση με τον καταδικασθέντα χρηματιστή. Η συζήτηση γύρω από αυτή τη λίστα απέκτησε διαστάσεις παγκόσμιας προσοχής, καθώς η υπόθεση Έπσταϊν συγκέντρωσε στοιχεία εμπλοκής γνωστών πολιτικών, επιχειρηματιών, μελών βασιλικών οικογενειών και διασημοτήτων.

Η ένταση και το μυστήριο που περιβάλλουν την υπόθεση πολλαπλασιάστηκαν μετά τον θάνατο του Έπσταϊν το 2019, ο οποίος βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του στη Νέα Υόρκη, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση και αναμονή δίκης. Παρά το επίσημο πόρισμα περί αυτοκτονίας, η συγκυρία και οι συνθήκες του θανάτου του δημιούργησαν ισχυρές υπόνοιες ότι ενδεχομένως πρόκειται για δολοφονία, προκειμένου να αποτραπεί η κατάθεσή του και η ενδεχόμενη αποκάλυψη εμπλεκομένων υψηλά ισταμένων προσώπων. Η ανεπάρκεια των μέτρων ασφαλείας, η διακοπή της κάμερας επιτήρησης και η «σύμπτωση» με το γεγονός ότι οι δεσμοφύλακες είχαν παραμελήσει τον έλεγχο, ενίσχυσαν τις θεωρίες περί οργανωμένης συγκάλυψης.

Από εκείνο το σημείο και μετά, η φράση «λίστα Έπσταϊν» απέκτησε έναν σχεδόν μυθικό χαρακτήρα στον δημόσιο λόγο. Για πολλούς, η ύπαρξή της θεωρείται δεδομένη, παρά την απουσία επίσημων αποδείξεων ή πλήρους δημοσιοποίησης. Για άλλους, πρόκειται για ένα φανταστικό κατασκεύασμα, προϊόν θεωριών συνωμοσίας, οι οποίες τροφοδοτούνται από την έλλειψη διαφάνειας και την απροθυμία των αρχών να προχωρήσουν σε πλήρη αποκάλυψη στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, η επίμονη αναφορά στην ύπαρξη μιας λίστας με ονόματα επωνύμων, είτε αυτά συνδέονται αποδεδειγμένα με ποινικά αδικήματα είτε απλώς βρέθηκαν σε κοινωνική ή επαγγελματική επαφή με τον Έπσταϊν, γεννά ένα κρίσιμο ερώτημα: ποια είναι η αλήθεια και πού αρχίζει η συκοφαντία;

Η σημασία αυτής της διάκρισης είναι καθοριστική, καθώς μια τέτοια λίστα, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία ή νομικά θεμελιωμένες κατηγορίες, δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί τεκμήριο ενοχής. Αντιθέτως, η άκριτη δημοσιοποίηση ονομάτων χωρίς συμφραζόμενα και αποδείξεις, μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ηθική και κοινωνική βλάβη. Η παρουσία κάποιου σε μια κοινωνική εκδήλωση με τον Έπσταϊν, ή η ύπαρξη ενός επαγγελματικού ραντεβού, δεν συνεπάγεται αυτομάτως εμπλοκή σε εγκληματική δραστηριότητα. Ωστόσο, σε μια εποχή όπου η δημόσια εικόνα καταστρέφεται εν ριπή οφθαλμού, οι σκιές που ρίχνει μια υπόθεση όπως αυτή αρκούν για να στιγματίσουν ανεξίτηλα.

Η «λίστα Έπσταϊν» αναδείχθηκε σε αντικείμενο έντονης πολιτικής εκμετάλλευσης, ιδίως κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ. Ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ είχε προεκλογικά δεσμευθεί ότι θα τιμωρηθούν όλοι όσοι συμμετείχαν στον κύκλο της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και ότι θα υπάρξει πλήρης αποκάλυψη του δικτύου πίσω από τον Έπσταϊν. Η υπόσχεση αυτή καλλιέργησε υψηλές προσδοκίες μεταξύ των υποστηρικτών του κινήματος MAGA, που ανέμεναν την έκθεση πολιτικών αντιπάλων, κυρίως Δημοκρατικών, και άλλων προσώπων που θεωρούνταν «εχθροί» του Τραμπ. Στο πλαίσιο αυτό, η δήλωση της Γενικής Εισαγγελέως της Φλόριντα, Πάμ Μπόντι, ότι η λίστα υπάρχει και βρίσκεται στην κατοχή της, αποτέλεσε σημείο αναφοράς στη ρητορική περί επικείμενης αποκάλυψης.

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η δυναμική αυτή άλλαξε. Η Μπόντι, σε μεταγενέστερη τοποθέτησή της, δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοια λίστα, προκαλώντας σοκ και απογοήτευση, ακόμη και στους πλέον φανατικούς υποστηρικτές του Τραμπ. Η έλλειψη σαφούς εξήγησης για την αλλαγή στάσης, σε συνδυασμό με την αποφυγή παραχώρησης συνέντευξης Τύπου από την ίδια, ενίσχυσε την αίσθηση συγκάλυψης και προσέδωσε νέα πνοή στις θεωρίες περί εξωθεσμικής παρέμβασης. Η μη εκπλήρωση της υπόσχεσης περί αποκάλυψης της αλήθειας για την υπόθεση Έπσταϊν αποτέλεσε για πολλούς ενδείξη ότι ακόμα και μια κυβέρνηση που αυτοπροσδιοριζόταν ως «αντισυστημική», δεν μπόρεσε – ή δεν θέλησε – να σπάσει τους δεσμούς με το βαθύ κράτος.

Η υπόθεση κατέδειξε με εμφατικό τρόπο τον βαθμό επιρροής που ασκούν εξωπολιτικά συμφέροντα στις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης. Η μεταστροφή από την αρχική ρητορική περί διαφάνειας στην τελική θέση περί ανυπαρξίας της λίστας, εξέλαβε από μερίδα της κοινής γνώμης ως ένδειξη ότι ισχυρά λόμπι, οικογενειακά συμφέροντα και επιχειρηματικά δίκτυα διαθέτουν τη δύναμη να επιβάλλουν τη σιωπή. Οι επικριτές αυτής της στάσης υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Έπσταϊν δεν αποτελεί θεωρία συνωμοσίας, αλλά απτή απόδειξη ενός συστήματος βαθιά διαβρωμένου από τη διαπλοκή και την ατιμωρησία.

Η υπόθεση απέκτησε επιπλέον διαστάσεις εντός του πολιτικού φάσματος του ίδιου του κινήματος MAGA, καθώς αρκετοί υποστηρικτές εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την αδυναμία της ηγεσίας να προχωρήσει σε ρήξη με το κατεστημένο και να αποκαλύψει τα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται. Η σιωπή και η αναδίπλωση αποτέλεσαν πλήγμα για την αξιοπιστία ενός αφηγήματος που στηρίχθηκε στην υπόσχεση κάθαρσης και απονομής δικαιοσύνης. Εντός αυτού του πλαισίου, η «λίστα Έπσταϊν» λειτούργησε ως εργαλείο συσπείρωσης αλλά και ως αιτία εσωτερικών αντιθέσεων και αμφισβήτησης.

Η πολιτική, επικοινωνιακή και ηθική διαχείριση της υπόθεσης συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έντονου δημόσιου διαλόγου, καθώς η πραγματικότητα των εγκλημάτων που διεπράχθησαν δεν αμφισβητείται. Η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, η διακίνηση, η ψυχολογική και σωματική βία που υπέστησαν δεκάδες κορίτσια επί χρόνια, καθώς και η αδράνεια των θεσμών να αποτρέψουν ή να τιμωρήσουν επαρκώς τους δράστες, παραμένουν ως τραύμα ανοιχτό. Ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή μη κάποιας λίστας, η αποτυχία του πολιτικού και δικαστικού μηχανισμού να οδηγήσει τη διερεύνηση σε βάθος και να προστατεύσει τα θύματα, αποτελεί αντικείμενο κοινωνικής απαίτησης και θεσμικής ανασυγκρότησης.

Σε μια εποχή έντονου διχασμού, όπου η κοινωνία των Ηνωμένων Πολιτειών πολώνεται ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, η υπόθεση Έπσταϊν λειτουργεί όχι μόνο ως υπενθύμιση ενός εγκληματικού δικτύου, αλλά και ως δείγμα της αποτυχίας της πολιτικής τάξης να προστατεύσει τους αδύναμους και να αποδώσει δικαιοσύνη. Η «λίστα Έπσταϊν», είτε υπάρχει είτε όχι, αποτελεί σύμβολο μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης.

Η αποτυχία της κυβέρνησης Τραμπ να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα και η αποσιώπηση του ζητήματος είναι ενδεικτικές της βαθύτερης διαφθοράς και του ελέγχου που ασκούνται στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Σε μια εποχή, όπου η πολιτική πόλωση είναι έντονη, η “λίστα Έπσταϊν” έχει γίνει ένα πεδίο μάχης για την εσωτερική ενότητα του MAGA, με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον του κινήματος. Η ουσία, όμως, παραμένει: η δικαιοσύνη για τα θύματα του Έπσταϊν πρέπει να είναι η προτεραιότητα κι όχι οι πολιτικές σκοπιμότητες.

Ετικέτες: