16 Ιουλίου 2026

Το Μαξίμου ξαναγράφει το Σύνταγμα για να θωρακίσει τον έλεγχό του

Στην Ολομέλεια μεταφέρεται πλέον η σύγκρουση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και την ψηφοφορία επί των προτάσεων της Νέας Δημοκρατίας. Οι γενικοί και ειδικοί εισηγητές, καθώς και οι αγορητές των κομμάτων, καλούνται να παραδώσουν έως τη Δευτέρα 20 Ιουλίου τις γραπτές εισηγήσεις τους, ώστε να συνταχθεί η τελική έκθεση και να διαβιβαστεί στον πρόεδρο της Βουλής.

Το χρονοδιάγραμμα της συζήτησης στην Ολομέλεια και των δύο διαδοχικών ψηφοφοριών οριστικοποιείται από τη Διάσκεψη των Προέδρων. Οι ψηφοφορίες θα απέχουν έναν μήνα μεταξύ τους, όπως προβλέπουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής. Η δεύτερη τοποθετείται χρονικά στην τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου και θα αφορά αποκλειστικά τις διατάξεις που θα συγκεντρώσουν τουλάχιστον 151 θετικές ψήφους κατά την πρώτη διαδικασία.

Η ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 15 Ιουλίου στην Επιτροπή έδειξε ότι η κυβερνητική πρόταση εισέρχεται στην Ολομέλεια χωρίς ευρύτερη πολιτική συναίνεση. Το ΠΑΣΟΚ προσανατολίζεται στο «παρών» για τα άρθρα στα οποία έχει παρουσιάσει διαφορετική αναθεωρητική κατεύθυνση και στην καταψήφιση των υπόλοιπων διατάξεων. Τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν δηλώσει ότι θα ψηφίσουν αρνητικά στο σύνολο των κυβερνητικών προτάσεων.

Η Νέα Δημοκρατία δηλώνει ότι οι βουλευτές της θα αποφασίσουν με βάση την ελεύθερη βούλησή τους. Η επίκληση της κατά συνείδηση ψήφου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το κυβερνών κόμμα χρειάζεται τη συνοχή της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας για να διασφαλίσει ότι οι προτεινόμενες διατάξεις θα ξεπεράσουν το κατώφλι των 151 ψήφων.

Οι βουλευτές θα λάβουν ειδικό ψηφοδέλτιο, στο οποίο κάθε προτεινόμενη διάταξη θα συνοδεύεται από τις επιλογές «ναι», «όχι» και «παρών». Η ψηφοφορία είναι ονομαστική και φανερή. Διάταξη δίπλα στην οποία δεν θα σημειωθεί καμία επιλογή θα θεωρείται ότι δεν ψηφίστηκε.

Η διαδικασία έχει κρίσιμη θεσμική σημασία. Η σημερινή Βουλή αποφασίζει ποιες διατάξεις θα ανοίξουν προς αναθεώρηση, ενώ η επόμενη Βουλή θα καθορίσει το τελικό περιεχόμενό τους. Το πραγματικό πολιτικό βάρος βρίσκεται στην κατεύθυνση που επιχειρεί να δεσμεύσει η κυβερνητική πλειοψηφία: συγκέντρωση του ελέγχου συνταγματικότητας, αυστηρότερους περιορισμούς στη λειτουργία κομμάτων, δημοσιονομικούς κανόνες, φορολογικά προνόμια για μεγάλες επενδύσεις, δυνατότητα τοπικών φόρων και σύνδεση της αξιολόγησης στο Δημόσιο με την οριστική παύση.

Από την Επιτροπή στην Ολομέλεια: Δικαιοσύνη, κόμματα και κοινοβουλευτικός έλεγχος

Άρθρο 97 – Πολιτικά εγκλήματα και Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια

Για το άρθρο 97, η Νέα Δημοκρατία προτείνει την κατάργηση της ειδικής συνταγματικής πρόβλεψης που αναθέτει την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων στα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια. Η κυβερνητική πλευρά υποστηρίζει ότι η διάταξη δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη, κυρίως εξαιτίας της δυσκολίας να οριστεί με σαφήνεια η έννοια του πολιτικού εγκλήματος.

Η βασική θέση της ΝΔ συνοψίζεται στην αντίληψη ότι οι πράξεις βίας πρέπει να αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό ή πολιτικό κίνητρο που επικαλείται ο δράστης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η συνολικότερη πρότασή της να αφαιρεθεί από το Σύνταγμα κάθε ιδιαίτερη αναφορά στην κατηγορία του πολιτικού εγκλήματος.

Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι το άρθρο 97 δεν χρειάζεται να ανοίξει προς αναθεώρηση. Επισημαίνει ότι η κυβερνητική πρόταση δεν ξεκαθαρίζει εάν επιδιώκει την πλήρη εξαφάνιση της κατηγορίας του πολιτικού εγκλήματος ή μόνο τη μεταφορά της σχετικής δικαιοδοσίας από τα Μικτά Ορκωτά στα τακτικά δικαστήρια.

Κατά τη θέση του ΠΑΣΟΚ, ενδεχόμενη αφαίρεση των πολιτικών εγκλημάτων από τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια θα περιόριζε τον ρόλο των ενόρκων και τη συμμετοχή των πολιτών στην απονομή της Δικαιοσύνης. Το κόμμα υποστηρίζει επίσης ότι η έννοια του πολιτικού εγκλήματος έχει ήδη περιοριστεί σημαντικά μέσα από τη νομολογία και δεν δημιουργεί πρακτικό πρόβλημα που να απαιτεί συνταγματική παρέμβαση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά την ενίσχυση των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και την αποκατάστασή τους ως βασικού κανόνα για την εκδίκαση σοβαρών εγκλημάτων. Υποστηρίζει ότι η παρουσία των ενόρκων αποτελεί δημοκρατική κατάκτηση και ότι πρέπει να περιοριστούν οι εξαιρέσεις που μεταφέρουν υποθέσεις απευθείας στα Εφετεία Κακουργημάτων.

Το ΚΚΕ αντιμετωπίζει την κυβερνητική πρόταση ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας εξομοίωσης των εργατικών και λαϊκών αγώνων με αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Επικαλείται την ποινική αντιμετώπιση κινητοποιήσεων και προειδοποιεί ότι η κατάργηση της ιδιαίτερης συνταγματικής αναφοράς μπορεί να ενισχύσει την ποινικοποίηση μορφών κοινωνικής και πολιτικής δράσης.

Η Ελληνική Λύση εκτιμά ότι η αφαίρεση των πολιτικών εγκλημάτων από τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια θα αναθέσει την εκδίκασή τους αποκλειστικά σε τακτικούς δικαστές. Συνδέει την πρόταση με το γεγονός ότι η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων επιλέγεται από την εκτελεστική εξουσία και διατυπώνει ευθεία καχυποψία για κυβερνητικό έλεγχο.

Η ΝΙΚΗ αποδίδει στην ισχύουσα ρύθμιση ισχυρό δημοκρατικό και εγγυητικό χαρακτήρα. Επισημαίνει ότι οι επαγγελματίες δικαστές προσφέρουν τη νομική γνώση, ενώ οι ένορκοι μεταφέρουν στην κρίση του δικαστηρίου την κοινωνική αντίληψη και το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Κατά τη θέση της, η διατήρηση του λαϊκού στοιχείου περιορίζει τον κίνδυνο κυβερνητικών παρεμβάσεων σε υποθέσεις με πολιτική φόρτιση.

Άρθρο 99 – Κατάργηση του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την κατάργηση του ειδικού Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων του στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Ως βασικό επιχείρημα επικαλείται τον περιορισμένο αριθμό αγωγών που γίνονται δεκτές και την ουσιαστική αδρανοποίηση του θεσμού.

Η κυβερνητική εισήγηση αναγνωρίζει ότι οι πολίτες αποθαρρύνονται από το υψηλό κόστος, τον φόβο αντιδικίας με δικαστικούς λειτουργούς και την αντίληψη ύπαρξης συντεχνιακής προστασίας. Η απάντηση που προτείνει είναι η κατάργηση του υφιστάμενου οργάνου και η ανάθεση της σχετικής δικαιοδοσίας στο ΑΕΔ, το οποίο επιδιώκει παράλληλα να ενισχύσει με νέες αρμοδιότητες.

Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι η κυβέρνηση δεν εξηγεί ποιο συγκεκριμένο πρόβλημα θα λύσει η μεταφορά των αγωγών κακοδικίας. Υποστηρίζει ότι το ΑΕΔ συγκροτήθηκε για υποθέσεις εξαιρετικής συνταγματικής και θεσμικής βαρύτητας, όπως οι συγκρούσεις μεταξύ ανωτάτων δικαστηρίων, οι αντιφάσεις στη νομολογία και ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών.

Η ανάθεση στο ίδιο δικαστήριο υποθέσεων αποζημίωσης πολιτών για βαριά δικαστικά σφάλματα, κατά το ΠΑΣΟΚ, αλλοιώνει τον ιδιαίτερο ρόλο του ΑΕΔ και διευρύνει τις αρμοδιότητές του χωρίς επαρκή θεσμική αιτιολόγηση.

Η Ελληνική Λύση αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα κάθε συστήματος στο οποίο δικαστές καλούνται να κρίνουν άλλους δικαστές. Προτείνει οι αγωγές κακοδικίας να εξετάζονται από ειδικό δικαστήριο νομικών, οι οποίοι θα προέρχονται από διαφορετική περιφέρεια από εκείνη όπου υπηρετεί ο εναγόμενος δικαστικός λειτουργός.

Η ΝΙΚΗ υπενθυμίζει ότι η κακοδικία αφορά περιπτώσεις δόλου, βαριάς παράβασης καθήκοντος και άρνησης απονομής Δικαιοσύνης. Θεωρεί ότι ο ειδικός θεσμός πρέπει να διατηρηθεί, καθώς υπηρετεί ταυτόχρονα την προστασία των δικαστών από καταχρηστικές αγωγές και το δικαίωμα του πολίτη να αποζημιώνεται όταν υφίσταται ζημία από εξαιρετικά σοβαρή δικαστική παραβίαση.

Η θέση της ΝΙΚΗΣ συνδέεται και με τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη. Το κόμμα εκτιμά ότι η μεταφορά της αρμοδιότητας σε ένα διευρυμένο ΑΕΔ δεν εξασφαλίζει ουσιαστικότερη λογοδοσία, ιδιαίτερα όσο η επιλογή της δικαστικής ηγεσίας παραμένει συνδεδεμένη με την κυβέρνηση.

Άρθρο 100 – Το ΑΕΔ ως έμμεσο Συνταγματικό Δικαστήριο

Στο άρθρο 100 βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες και πιο αμφιλεγόμενες κυβερνητικές παρεμβάσεις. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την ουσιαστική αναβάθμιση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, στο οποίο επιδιώκει να αναθέσει προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας ψηφισμένων νομοσχεδίων.

Με βάση την πρόταση, εφόσον το ΑΕΔ κρίνει ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο συνταγματικό, η κρίση του θα δεσμεύει όλα τα δικαστήρια της χώρας κατά τον μεταγενέστερο έλεγχο. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο θα ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου και θα αποτρέπεται η εφαρμογή ρυθμίσεων που μπορεί να ακυρωθούν έπειτα από χρόνια δικαστικών αντιδικιών.

Η ΝΔ παρουσιάζει τον προληπτικό έλεγχο ως μηχανισμό προστασίας πολιτών και επιχειρήσεων από τις συνέπειες ενός αντισυνταγματικού νόμου. Υποστηρίζει επίσης ότι η έγκαιρη επίλυση της αμφισβήτησης θα περιορίσει τις προσφυγές και θα αποσυμφορήσει τα δικαστήρια.

Στο ΑΕΔ προτείνεται να μεταφερθούν ακόμη οι αγωγές κακοδικίας και οι αποφάσεις για πειθαρχικές ποινές αργίας ή έκπτωσης αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η κυβέρνηση επικαλείται αυξημένες εγγυήσεις για υποθέσεις που αφορούν δικαστικούς λειτουργούς και αιρετά όργανα.

Αλλαγές προτείνονται και στη σύνθεση του δικαστηρίου. Οι πρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα εξακολουθήσουν να συμμετέχουν. Οι σύμβουλοι Επικρατείας και οι αρεοπαγίτες που αναδεικνύονται με κλήρωση προτείνεται να μειωθούν από τέσσερις σε δύο, ενώ οι δύο καθηγητές Νομικής θα συμμετέχουν σε μόνιμη βάση.

Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να δημιουργήσει Συνταγματικό Δικαστήριο χωρίς να το δηλώνει ευθέως και χωρίς να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη συνταγματική, πολιτική και επιστημονική συζήτηση. Επισημαίνει ότι η ελληνική έννομη τάξη βασίζεται για περισσότερο από έναν αιώνα στον διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο συνταγματικότητας από όλα τα δικαστήρια.

Κατά την εκτίμηση του ΠΑΣΟΚ, η δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΑΕΔ περιορίζει την αρμοδιότητα των υπόλοιπων δικαστηρίων και αποδυναμώνει τη νομολογία που έχει αναπτύξει ιδιαίτερα το Συμβούλιο της Επικρατείας στην προστασία των δικαιωμάτων και στον έλεγχο της διοικητικής δράσης.

Το κόμμα προειδοποιεί ότι ένας πολίτης που θα θίγεται από την εφαρμογή νόμου, ο οποίος έχει προηγουμένως κριθεί συνταγματικός από το ΑΕΔ, θα στερείται ουσιαστικά της δυνατότητας να αμφισβητήσει εκ νέου τη διάταξη. Θέτει ακόμη ζήτημα συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο και το δικαίωμα των εθνικών δικαστηρίων να απευθύνουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας θεσμική κατάκτηση και απορρίπτει την εισαγωγή ενός συστήματος που προέρχεται από διαφορετική συνταγματική παράδοση. Προειδοποιεί ότι το ΑΕΔ μπορεί να μετατραπεί σταδιακά, χωρίς καθαρή θεσμική απόφαση, σε Συνταγματικό Δικαστήριο με υπερσυγκεντρωτικές αρμοδιότητες.

Το ΚΚΕ βλέπει στην πρόταση προσπάθεια δημιουργίας μιας ενιαίας και δεσμευτικής νομολογίας, από την οποία τα κατώτερα δικαστήρια δεν θα μπορούν να αποκλίνουν. Συνδέει την κυβερνητική επιλογή με αποφάσεις για πλειστηριασμούς, συντάξεις και εγκατάσταση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε προστατευόμενες περιοχές, εκτιμώντας ότι η συγκέντρωση του ελέγχου θα υπηρετήσει ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

Η Ελληνική Λύση υποστηρίζει τη δημιουργία πραγματικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, θεωρεί όμως ότι η πρόταση της ΝΔ εισάγει έναν περιορισμένο και ελεγχόμενο μηχανισμό. Επισημαίνει ότι η δυνατότητα παραπομπής θα βρίσκεται κυρίως στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον πρωθυπουργό και στην κυβερνητική πλειοψηφία, αφήνοντας εκτός ελέγχου το μεγαλύτερο μέρος της νομοθετικής παραγωγής.

Η ΝΙΚΗ δηλώνει ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τον διάχυτο έλεγχο όσο η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων επιλέγεται από την κυβέρνηση. Κατά τη θέση της, η ενίσχυση του ΑΕΔ χωρίς προηγούμενη αλλαγή στον τρόπο ανάδειξης της δικαστικής ηγεσίας ενισχύει την υποψία πολιτικού ελέγχου της Δικαιοσύνης.

Άρθρο 29 – Κανόνες λειτουργίας και συμμετοχής των πολιτικών κομμάτων

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει να προστεθεί στο Σύνταγμα ρητή υποχρέωση των πολιτικών κομμάτων να λαμβάνουν υπόψη αρχές δημοκρατικής λειτουργίας. Παράλληλα, εισηγείται να εξουσιοδοτηθεί ο κοινός νομοθέτης να καθορίζει τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας ενός κόμματος.

Ο έλεγχος της συνδρομής των όρων συμμετοχής στις εκλογές προτείνεται να ανατεθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έτσι η απόφαση θα απομακρύνεται από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και θα περνά σε ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο.

Η ΝΔ παρουσιάζει την πρόταση ως συνταγματική θωράκιση της εσωτερικής δημοκρατίας και ως απάντηση σε πολιτικούς σχηματισμούς που λειτουργούν ως κάλυψη εγκληματικών οργανώσεων. Δηλώνει ότι στόχος είναι ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο και όχι η διεύρυνση της κρατικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή.

Το ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζει υποκριτική την κυβερνητική στάση, παραπέμποντας στην είσοδο των «Σπαρτιατών» στη Βουλή το 2023. Υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δεν πραγματοποίησε εγκαίρως τον απαιτούμενο έλεγχο και ότι το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε τελικά ύστερα από προσφυγές υποψηφίων του ΠΑΣΟΚ.

Το κόμμα υπενθυμίζει επίσης ότι είχε προτείνει ρυθμίσεις για τον αποκλεισμό καταδικασμένων μελών εγκληματικών οργανώσεων από τις δημοτικές εκλογές και για την αναστολή της κρατικής χρηματοδότησης σχηματισμών που λειτουργούν ως πολιτικά κελύφη. Καταγγέλλει ότι οι πρωτοβουλίες αυτές αγνοήθηκαν μέχρι να αποκαλυφθεί ότι είχαν ήδη καταβληθεί μεγάλα ποσά κρατικής επιχορήγησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την πρόταση ως προσπάθεια της ΝΔ να καλύψει τις δικές της ευθύνες για την κοινοβουλευτική παρουσία μορφώματος που συνδεόταν με καταδικασμένη εγκληματική οργάνωση. Υπογραμμίζει ότι το Σύνταγμα του 1975 διαμορφώθηκε μετά την εμπειρία της μετεμφυλιακής απαγόρευσης του ΚΚΕ και της δικτατορίας και ότι η ελευθερία πολιτικής οργάνωσης δεν επιτρέπεται να περιορίζεται με διατάξεις προσαρμοσμένες σε συγκυριακά προβλήματα.

Το ΚΚΕ εκτιμά ότι η ρύθμιση μπορεί να δημιουργήσει ένα έτοιμο συνταγματικό πλαίσιο περιορισμών και απαγορεύσεων για κόμματα που αμφισβητούν το κυρίαρχο οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Προειδοποιεί ότι η επίκληση της δημοκρατικής λειτουργίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον εναντίον κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που αναπτύσσουν ριζοσπαστική δράση.

Η Ελληνική Λύση καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να αποκτήσει δικαίωμα ελέγχου της εσωτερικής λειτουργίας των πολιτικών αντιπάλων της. Παράλληλα, αντιπαραβάλλει τα μεγάλα τραπεζικά χρέη της ΝΔ και προτείνει να απαγορεύεται η συμμετοχή στις εκλογές σε κόμματα που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, τις τράπεζες, τους εργαζομένους, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας.

Η Ελληνική Λύση προχωρά ακόμη περισσότερο, προτείνοντας αποκλεισμό ή αποβολή από τη Βουλή πολιτικών σχηματισμών που, κατά την κρίση της, υπηρετούν συμφέροντα ξένων κρατών, αμφισβητούν την ιστορία ή την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και ανακινούν μειονοτικά ζητήματα.

Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι η πρόταση δίνει στην κυβερνητική πλειοψηφία τη δυνατότητα να συντάξει τον εφαρμοστικό νόμο, να ορίσει τις προϋποθέσεις λειτουργίας των κομμάτων και στη συνέχεια να αναθέσει την τελική κρίση σε δικαστήριο του οποίου η ηγεσία επηρεάζεται από την εκτελεστική εξουσία.

Το κόμμα χαρακτηρίζει τη ρύθμιση βήμα προς μια πολιτική ολιγαρχία και αντιπροτείνει απαγόρευση του τραπεζικού δανεισμού των κομμάτων, συμψηφισμό των χρεών τους με την κρατική χρηματοδότηση και σύνδεση της δυνατότητας εκλογικής συμμετοχής με την εξυπηρέτηση των οφειλών τους.

Άρθρο 60 – Η «θεσμική θωράκιση» του βουλευτή και η σκιά του ρουσφετιού

Η κυβερνητική πρόταση για το άρθρο 60 προβλέπει την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής του αρμοδιότητας, καθώς και κατά την επικοινωνία του με την εκλογική του περιφέρεια. Προτείνεται επίσης ρητή συνταγματική υποχρέωση των υπουργών να ανταποκρίνονται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η πολυπλοκότητα της σύγχρονης νομοθεσίας και η υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας σε διοικητικά μέσα καθιστούν ανεπαρκή την τυπική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του βουλευτή. Θεωρεί αναγκαία την πρόσβαση σε πληροφορίες, την εξειδικευμένη υποστήριξη και τη διασφάλιση πραγματικών δυνατοτήτων ελέγχου.

Η αναφορά στην επικοινωνία με την εκλογική περιφέρεια προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι πίσω από τη συγκεκριμένη διατύπωση κρύβεται προσπάθεια συνταγματικής νομιμοποίησης του πελατειακού κράτους και του ρουσφετιού.

Κατά τη θέση του ΠΑΣΟΚ, ο νομοθετικός και ελεγκτικός ρόλος των βουλευτών προστατεύεται ήδη από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής. Η προσθήκη ειδικής πρόβλεψης για τις σχέσεις τους με την εκλογική περιφέρεια θεωρείται αχρείαστη και ύποπτη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν αποκαλυφθεί υποθέσεις πολιτικών εξυπηρετήσεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά από την κυβέρνηση να εξηγήσει ποιο σημείο του ισχύοντος Συντάγματος εμποδίζει σήμερα τον βουλευτή να ασκήσει τα καθήκοντά του. Υποστηρίζει ότι το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στη συμπεριφορά των υπουργών και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, οι οποίοι συχνά αποφεύγουν να απαντήσουν επί της ουσίας σε ερωτήσεις και αιτήματα ελέγχου.

Ως παράδειγμα αναφέρει τη λειτουργία εξεταστικών επιτροπών, όπου η κυβερνητική πλειοψηφία επέβαλε τον δικό της σχεδιασμό στο προεδρείο και στον κατάλογο των μαρτύρων. Κατά τον ΣΥΡΙΖΑ, η υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι αποτέλεσμα πολιτικής πρακτικής και όχι συνταγματικού ελλείμματος.

Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει τη δράση βουλευτών που συμμετέχουν σε εργατικές και λαϊκές κινητοποιήσεις. Διαχωρίζει τη στήριξη κοινωνικών αγώνων από τις παράνομες ή πελατειακές εξυπηρετήσεις και συνδέει την πρόταση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τους μηχανισμούς κομματικού ελέγχου στην περιφέρεια.

Η Ελληνική Λύση θεωρεί ότι η φράση περί θεσμικής θωράκισης της επικοινωνίας με τους ψηφοφόρους αποτελεί ευθεία συνταγματική κάλυψη του ρουσφετιού. Επισημαίνει ότι η επαφή ενός βουλευτή με την περιφέρειά του δεν χρειάζεται ειδική συνταγματική προστασία, εκτός εάν επιδιώκεται να θωρακιστεί η διαμεσολάβηση για ατομικές εξυπηρετήσεις.

Η ΝΙΚΗ συνδέει άμεσα τη ρύθμιση με τις επισυνδέσεις και τις συνομιλίες που ήρθαν στο φως στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Υποστηρίζει ότι το κυβερνητικό σύστημα επιδιώκει να μετατρέψει σε συνταγματικά προστατευμένη λειτουργία έναν μηχανισμό ανταλλαγής ψήφων, διορισμών, επιδοτήσεων και πολιτικής επιρροής.

Άρθρο 73 – Καλή νομοθέτηση στο Σύνταγμα, κακή νομοθέτηση στην πράξη

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της καλής νομοθέτησης: ουσιαστική προνομοθετική διαβούλευση, αξιολόγηση της εφαρμογής των νόμων και συστηματική κωδικοποίηση της νομοθεσίας.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι νόμοι που καταρτίζονται χωρίς αξιολόγηση συνεπειών, δημόσια διαβούλευση και παρακολούθηση της εφαρμογής τους παράγουν θεσμική αστάθεια και δημοκρατικό έλλειμμα. Επιδιώκει, συνεπώς, να αναβαθμίσει τις σχετικές αρχές από επίπεδο κοινού νόμου σε συνταγματική υποχρέωση.

Το ΠΑΣΟΚ απαντά ότι η ίδια η κυβέρνηση παραβιάζει συστηματικά τις αρχές που επιδιώκει να εντάξει στο Σύνταγμα. Επικαλείται τον νόμο για το επιτελικό κράτος, τις τυποποιημένες αιτιολογικές εκθέσεις και τις ελλιπείς αναλύσεις συνεπειών, οι οποίες συχνά συντάσσονται για να καλύψουν τυπικές υποχρεώσεις.

Κατά τη θέση του, η αδυναμία εφαρμογής ενός υφιστάμενου νόμου δεν θεραπεύεται με τη μεταφορά των ίδιων διακηρύξεων στο Σύνταγμα. Η κυβέρνηση, υποστηρίζει, εφαρμόζει με συνέπεια τις συγκεντρωτικές πλευρές του επιτελικού κράτους και παραμερίζει εκείνες που αφορούν τη λογοδοσία και την ποιοτική νομοθέτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει ότι τα νομοσχέδια εισάγονται συστηματικά με επείγουσες και κατεπείγουσες διαδικασίες, οι προβλεπόμενες προθεσμίες παρακάμπτονται και εκπρόθεσμες τροπολογίες ενσωματώνονται την τελευταία στιγμή.

Υπενθυμίζει ακόμη ότι η προηγούμενη αναθεώρηση κατοχύρωσε τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, όμως η κυβέρνηση δεν έφερε ποτέ τον απαιτούμενο εφαρμοστικό νόμο. Ζητά σαφείς κανόνες για τον αριθμό των υπογραφών, τη διαδικασία εισαγωγής και την υποχρεωτική συζήτηση προτάσεων που προέρχονται από τους πολίτες.

Το ΚΚΕ χαρακτηρίζει υποκριτική τη συζήτηση για καλή νομοθέτηση, επισημαίνοντας ότι όλες οι κυβερνήσεις από την περίοδο των μνημονίων και μετά χρησιμοποίησαν διαδικασίες ταχείας ψήφισης, πολυνομοσχέδια, άσχετες τροπολογίες και διατάξεις της τελευταίας στιγμής.

Η Ελληνική Λύση θεωρεί ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει στο Σύνταγμα όσα δεν εφαρμόζει στον νόμο για το επιτελικό κράτος. Προτείνει το δικαίωμα κατάθεσης πρότασης νόμου να ανήκει επίσης σε 30.000 πολίτες και ο πρόεδρος της Βουλής να υποχρεώνεται να εισάγει τις σχετικές προτάσεις προς συζήτηση και ψηφοφορία.

Η ΝΙΚΗ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επικαλείται τον κυρίαρχο λαό και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ενώ αφήνει ανενεργή τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Προτείνει μικρότερο αριθμό απαιτούμενων υπογραφών, δυνατότητα δημοψηφισμάτων με πρωτοβουλία πολιτών και δεσμευτική εφαρμογή των αποτελεσμάτων τους μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία.

Άρθρο 77 – Προληπτικός έλεγχος πριν από τη δημοσίευση ενός νόμου

Η πρόταση για το άρθρο 77 συμπληρώνει τη σχεδιαζόμενη αναβάθμιση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Προβλέπει ότι μετά την ψήφιση ενός νομοσχεδίου και πριν από τη δημοσίευσή του, ζήτημα αντισυνταγματικότητας θα μπορεί να παραπέμπεται στο ΑΕΔ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό ή τη Βουλή.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έχει δυνατότητα παραπομπής ενός νομοσχεδίου ανά κοινοβουλευτική σύνοδο. Για παραπομπή από τη Βουλή θα απαιτείται αίτημα της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των βουλευτών. Τα νομοσχέδια που αφορούν τα άρθρα 51 και 54, δηλαδή κρίσιμα ζητήματα εκλογικού δικαίου, θα παραπέμπονται υποχρεωτικά πριν από τη δημοσίευση.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης, η δημοσίευση του νόμου θα αναστέλλεται. Η ΝΔ υποστηρίζει ότι πρόκειται για αυστηρά οριοθετημένο μηχανισμό, ο οποίος θα υπηρετεί την ασφάλεια δικαίου και την προστασία των πολιτών από αντισυνταγματικές ρυθμίσεις.

Το ΠΑΣΟΚ προειδοποιεί ότι η εισαγωγή στοιχείων Συνταγματικού Δικαστηρίου μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα θεσμικά προβλήματα από όσα θα επιλύσει. Χαρακτηρίζει το μοντέλο μισοσυγκεντρωτικό και εμβαλωματικό, καθώς επιχειρεί να συνυπάρξει με τον υφιστάμενο διάχυτο έλεγχο χωρίς καθαρή συνταγματική αρχιτεκτονική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι η παραπομπή ψηφισμένου νομοσχεδίου στο ΑΕΔ αποτελεί έμμεση παραβίαση της αρχής του διάχυτου ελέγχου. Επιμένει ότι κάθε δικαστήριο πρέπει να διατηρήσει τη δυνατότητα να εξετάζει τη συνταγματικότητα του νόμου που καλείται να εφαρμόσει.

Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι ο προληπτικός έλεγχος θα λειτουργήσει ως συνταγματοποίηση της πιλοτικής δίκης και ως εργαλείο δημιουργίας μιας δεσμευτικής νομολογίας. Επισημαίνει ότι δικαστικές ενώσεις έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τον περιορισμό της δυνατότητας των δικαστών να ελέγχουν τους νόμους.

Η Ελληνική Λύση ζητά πραγματικό Συνταγματικό Δικαστήριο, στο οποίο κάθε δικαστήριο θα μπορεί να παραπέμπει οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή διεθνούς σύμβασης. Θεωρεί ότι η κυβερνητική πρόταση δημιουργεί ένα περιορισμένο σύστημα, ελεγχόμενο κυρίως από την εκτελεστική εξουσία και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η ΝΙΚΗ προειδοποιεί ότι οι αποφάσεις του ΑΕΔ θα δεσμεύουν όλες τις δικαστικές αρχές, ενώ η σύνθεσή του θα εξακολουθεί να επηρεάζεται από κυβερνητικές επιλογές. Συνδέει τον κίνδυνο αυτό ιδιαίτερα με νόμους για τις εκλογές, τις περιφέρειες, το εκλογικό σύστημα και τους βουλευτές Επικρατείας.

Φορολογικά προνόμια, δημοσιονομικοί κόφτες, ΟΤΑ και δημόσιοι υπάλληλοι

Άρθρο 78 – Σταθερό φορολογικό καθεστώς για στρατηγικές επενδύσεις

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει πλήρη απαγόρευση της αναδρομικής επιβολής φόρων ή άλλων οικονομικών βαρών. Παράλληλα, εισηγείται να προβλεφθεί συνταγματικά η δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε ιδιωτικές επενδύσεις που χαρακτηρίζονται στρατηγικής σημασίας για την εθνική οικονομία.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εγγύηση προβλεψιμότητας για επενδύσεις μεγάλου ύψους. Υποστηρίζει ότι κανένας σοβαρός επενδυτής δεν μπορεί να σχεδιάσει σε περιβάλλον όπου οι φορολογικοί κανόνες ενδέχεται να αλλάξουν αναδρομικά.

Το ΠΑΣΟΚ επισημαίνει ότι το ισχύον Σύνταγμα ήδη περιορίζει σε σημαντικό βαθμό την αναδρομική φορολόγηση μέσα από το άρθρο 78 και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου.

Υποστηρίζει ακόμη ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο παρέχει ήδη ειδικά φορολογικά καθεστώτα και κίνητρα για στρατηγικές επενδύσεις. Η μεταφορά τους στο Σύνταγμα θα περιορίσει τη δυνατότητα μελλοντικής προσαρμογής της φορολογικής πολιτικής στις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι η προτεινόμενη απαγόρευση της αναδρομικής φορολογίας επαναλαμβάνει ρυθμίσεις που ήδη υπάρχουν. Υπογραμμίζει ότι το Σύνταγμα πρέπει να παραμένει λιτό και να αποφεύγει περιττές διατυπώσεις που δεν προσθέτουν ουσιαστική προστασία.

Το ΚΚΕ επικεντρώνει την κριτική του στη ρήτρα φορολογικής σταθερότητας για μεγάλες επενδύσεις. Θεωρεί ότι η ρύθμιση θα προσφέρει συνταγματικά κατοχυρωμένη φορολογική ασυλία σε επιχειρηματικούς ομίλους, μεταφέροντας ακόμη μεγαλύτερο μέρος των βαρών στους εργαζομένους και στα λαϊκά νοικοκυριά.

Η Ελληνική Λύση κάνει λόγο για φορολογικό καταφύγιο που θα προστατεύει μεγάλους εγχώριους και ξένους επενδυτές, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με συχνές αλλαγές, τεκμήρια και υψηλές επιβαρύνσεις.

Η ΝΙΚΗ θέτει ζήτημα ίσης μεταχείρισης. Επισημαίνει ότι η πρόταση δεν ορίζει με επαρκή σαφήνεια ποιες επενδύσεις θα θεωρούνται στρατηγικές και γιατί η φορολογική σταθερότητα θα προσφέρεται σε μεγάλους ομίλους χωρίς αντίστοιχη εγγύηση για τους μισθωτούς, τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις.

Άρθρο 79 – Δημοσιονομική ισορροπία ως συνταγματικός κόφτης

Για τον κρατικό προϋπολογισμό, η Νέα Δημοκρατία προτείνει ρητή υποχρέωση διασφάλισης της βιώσιμης δημοσιονομικής λειτουργίας. Εισηγείται επίσης υποχρεωτική κατάθεση και δημοσιοποίηση ετήσιων απολογισμών από κάθε φορέα που χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιστρέφει στην κρίση του 2009 και στη χρεοκοπία της χώρας. Η ΝΔ υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική κατάρρευση οδήγησε σε απώλεια κυριαρχίας, κοινωνική καταστροφή και βαριές συνέπειες για τους οικονομικά ασθενέστερους. Θεωρεί ότι η εμπειρία αυτή πρέπει να αποτυπωθεί σε συνταγματικούς κανόνες.

Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται θετικό προς την αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, την οποία συνδέει με δική του πρόταση για προστασία του εθνικού πλούτου και διαγενεακή δικαιοσύνη. Χαρακτηρίζει, ωστόσο, αρκετές από τις κυβερνητικές διατυπώσεις συμβολικές και διακηρυκτικές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί την πρόταση για το άρθρο 79 μία από τις πιο έντονα ιδεολογικές αλλαγές, μαζί με τις παρεμβάσεις για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Υποστηρίζει ότι η συνταγματική δημοσιονομική πειθαρχία θα περιορίσει τις κοινωνικές δαπάνες, τις αναδιανεμητικές πολιτικές και τη δυνατότητα μιας μελλοντικής κυβέρνησης να εφαρμόσει διαφορετικό οικονομικό πρόγραμμα.

Συνδέει τη ρύθμιση με την αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προειδοποιεί ότι οι πόροι για εξοπλισμούς θα προστατεύονται, ενώ οι δαπάνες για Υγεία, Παιδεία και κοινωνική προστασία θα βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπες με συνταγματικούς περιορισμούς.

Το ΚΚΕ χαρακτηρίζει τη ρύθμιση ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων στο Σύνταγμα. Επισημαίνει ότι οι κόφτες εφαρμόζονται στις κοινωνικές ανάγκες, ενώ εξαιρέσεις παρέχονται για στρατιωτικές δαπάνες, επενδυτικά προγράμματα και χρηματοδοτήσεις που υπηρετούν επιχειρηματικούς ομίλους.

Η Ελληνική Λύση θεωρεί ότι η πρόταση δημιουργεί μόνιμο συνταγματικό άλλοθι για λιτότητα. Προειδοποιεί ότι μελλοντικές περικοπές σε νοσοκομεία, σχολεία και κοινωνικές παροχές θα παρουσιάζονται ως υποχρεωτική εφαρμογή του Συντάγματος.

Η ΝΙΚΗ εκτιμά ότι η συνταγματοποίηση του μηδενικού ή περιορισμένου ελλείμματος αφαιρεί από τη Βουλή τη δυνατότητα να αποφασίζει πολιτικά για τις κοινωνικές προτεραιότητες. Ο προϋπολογισμός, κατά τη θέση της, κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο δημοκρατικής επιλογής σε μηχανισμό συμμόρφωσης προς προκαθορισμένους κανόνες.

Άρθρο 81 – Υπουργοί, βουλευτές και «περιστρεφόμενες πόρτες»

Η κυβερνητική πρόταση ανοίγει τη δυνατότητα επανακαθορισμού, με νόμο αυξημένης πλειοψηφίας, των ασυμβιβάστων του υπουργικού και υφυπουργικού αξιώματος με άλλα έργα ή ιδιότητες. Προβλέπει επίσης ότι θα μπορούν να διορίζονται αντιπρόεδροι του Υπουργικού Συμβουλίου χωρίς να κατέχουν υπουργικό χαρτοφυλάκιο.

Η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει την πρόταση ως αφετηρία συζήτησης για τη σχέση βουλευτών και κυβέρνησης και για την ανάγκη μεταρρύθμισης του πολιτικού προσωπικού. Αναγνωρίζει ότι η διατύπωση δεν είναι πλήρως συγκεκριμένη και επιδιώκει να αφήσει χώρο για διαφορετικές επιλογές στην επόμενη Βουλή.

Το ΠΑΣΟΚ συνδέει την κυβερνητική θέση με το σενάριο ασυμβίβαστου υπουργού και βουλευτή και προειδοποιεί για ένα σύστημα διαρκώς μεταβαλλόμενης σύνθεσης της Βουλής. Σε μια κυβέρνηση δεκάδων υπουργών και υφυπουργών, οι αναπληρωματικοί βουλευτές θα εισέρχονται και θα αποχωρούν ανάλογα με τις αποφάσεις του πρωθυπουργού.

Κατά το ΠΑΣΟΚ, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορεί έτσι να μεταβάλλεται μέσα από υπουργικούς διορισμούς, ενισχύοντας παράλληλα τον ανταγωνισμό των βουλευτών για κυβερνητικές θέσεις και την εξάρτησή τους από το Μέγαρο Μαξίμου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι η λαϊκή εντολή δεν μπορεί να αναστέλλεται όταν ένας εκλεγμένος βουλευτής γίνεται υπουργός και να επανέρχεται όταν απομακρύνεται από την κυβέρνηση. Θεωρεί ότι μια τέτοια ρύθμιση ακυρώνει την εντολή των ψηφοφόρων και ενισχύει τον πρωθυπουργικό έλεγχο στη σύνθεση της Βουλής.

Το ΚΚΕ εκτιμά ότι ο πραγματικός στόχος είναι η πολιτική και κυβερνητική σταθερότητα σε μια περίοδο χαμηλής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο και τη Δικαιοσύνη. Θεωρεί ότι η αλλαγή θα δημιουργήσει υπουργούς περισσότερο απομακρυσμένους από τον κοινοβουλευτικό και κοινωνικό έλεγχο.

Η Ελληνική Λύση καταγγέλλει ότι η πρόταση μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για υπουργούς που διατηρούν παράλληλες επαγγελματικές ή οικονομικές ιδιότητες. Αντιδρά επίσης στη δυνατότητα διορισμού αντιπροέδρων χωρίς χαρτοφυλάκιο, θεωρώντας ότι δημιουργείται μια ομάδα πρωθυπουργικών τοποτηρητών χωρίς σαφή πολιτική ευθύνη.

Η ίδια προτείνει απόλυτο ασυμβίβαστο βουλευτή και υπουργού, με οριστική παραίτηση από τη βουλευτική έδρα για όποιον αναλαμβάνει κυβερνητικό αξίωμα. Ζητά ακόμη κάθε μέλος της κυβέρνησης να έχει τουλάχιστον πενταετή πραγματική επαγγελματική εμπειρία.

Η ΝΙΚΗ απορρίπτει τη δυνατότητα επανακαθορισμού των ασυμβιβάστων με νόμο, καθώς θεωρεί ότι η εκάστοτε κυβέρνηση θα μπορεί να προσαρμόζει το πλαίσιο στις πολιτικές της ανάγκες. Προτείνει επίσης καθολικό και οριστικό ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας.

Άρθρο 82 – Ετήσιο σχέδιο κυβερνητικής πολιτικής

Η Νέα Δημοκρατία εισηγείται την ετήσια έγκριση ενός Ενιαίου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής για το επόμενο έτος, το οποίο θα δημοσιοποιείται και θα συζητείται σε ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να συνταγματοποιήσει πρακτικές που εφαρμόζονται ήδη μέσω του ετήσιου σχεδίου κυβερνητικής δράσης, το οποίο εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο κάθε Δεκέμβριο. Υποστηρίζει ότι η ρύθμιση θα ενισχύσει τον σχεδιασμό, τη συνοχή, τη διαφάνεια και τη δυνατότητα ελέγχου της κυβερνητικής δράσης.

Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διαδικασία μπορεί να καθιερωθεί με απλό νόμο και δεν δικαιολογεί συνταγματική αναθεώρηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπροτείνει τη δημιουργία Ανωτάτου Συμβουλίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο θα ελέγχει τους όρους λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών και τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου των κρατικών φορέων.

Το ΚΚΕ επισημαίνει ότι το ετήσιο σχέδιο θα εγκρίνεται από την ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση. Θεωρεί συνεπώς ότι η διαδικασία δεν δημιουργεί πραγματικό έλεγχο και δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο της εφαρμοζόμενης πολιτικής.

Η Ελληνική Λύση χαρακτηρίζει την πρόταση επικοινωνιακό μηχανισμό, ο οποίος μπορεί να μετατρέψει την Ολομέλεια σε ετήσιο σκηνικό προβολής του κυβερνητικού προγράμματος. Η ΝΙΚΗ σημειώνει ότι θα πρόκειται για σχέδιο που θα συντάσσεται, θα παρουσιάζεται και θα εγκρίνεται από την ίδια κυβερνητική πλειοψηφία.

Άρθρο 101 – Αποκέντρωση με ισχυρότερο έλεγχο των υπουργείων

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την κατάργηση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Η εφαρμογή του αποκεντρωτικού συστήματος θα μπορεί να γίνεται είτε μέσω αποκεντρωμένων κρατικών δομών είτε μέσω υπηρεσιών των υπουργείων και άλλων φορέων του Δημοσίου.

Στην ίδια πρόταση περιλαμβάνονται η κρατική μέριμνα για τον πρωτογενή τομέα και την περιφερειακή ανάπτυξη, η ίση πρόσβαση στα δημόσια αγαθά και η συνταγματική αναφορά στις αρχές της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της αξιοκρατίας. Προτείνεται ακόμη η συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Το ΠΑΣΟΚ επικεντρώνει τη δική του πρόταση στον τρόπο στελέχωσης των ανεξάρτητων αρχών. Ζητά επιλογή των μελών από τη Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία τριών πέμπτων και, σε περίπτωση παρατεταμένου αδιεξόδου, μεταφορά της διαδικασίας σε ειδική διευρυμένη επιτροπή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει καχύποπτος, επικαλούμενος την αλλαγή της διοίκησης της ΑΔΑΕ και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύθηκε η απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία. Θεωρεί ότι η κυβερνητική πρακτική έχει ήδη υπονομεύσει τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας των θεσμών.

Το ΚΚΕ αντιμετωπίζει την κατάργηση του τεκμηρίου αρμοδιότητας ως αναδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού προς όφελος ενός περισσότερο συγκεντρωτικού και αποτελεσματικού για την οικονομική εξουσία κράτους.

Η Ελληνική Λύση θεωρεί ότι η πρόταση περιθωριοποιεί τα αποκεντρωμένα όργανα και μεταφέρει περισσότερες αρμοδιότητες στις υπηρεσίες των υπουργείων. Τη χαρακτηρίζει αποθέωση του κρατικού συγκεντρωτισμού.

Η ΝΙΚΗ εκτιμά ότι η κατάργηση του τεκμηρίου περιορίζει τη συνταγματική προστασία της αποκέντρωσης και ενισχύει ένα κράτος που λειτουργεί από το κέντρο προς την περιφέρεια με ακόμη μεγαλύτερη εξουσία.

Άρθρο 101Α – Οι ανεξάρτητες αρχές υπό νέο μηχανισμό επιλογής

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει οι πρόεδροι και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών να επιλέγονται από κοινοβουλευτική επιτροπή, μέσα από κατάλογο τριών υποψηφίων που θα καταρτίζει Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων μετά από δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος.

Στο Συμβούλιο θα συμμετέχουν αυτοδικαίως ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου των πανεπιστημίων και εκπρόσωπος των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζονται οι αμφισβητήσεις για τα προσόντα και τα κριτήρια επιλογής των προσώπων που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές.

Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στη διατήρηση της βασικής αρμοδιότητας στη Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία τριών πέμπτων. Σε περίπτωση αποτυχίας τριών διαδοχικών ψηφοφοριών προτείνει ειδικό όργανο, στο οποίο θα συμμετέχουν ο πρόεδρος της Βουλής, εκπρόσωποι των κοινοβουλευτικών ομάδων, πρώην επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών, πρυτάνεις και εκπρόσωπος των δικηγορικών συλλόγων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την περίπτωση της ΑΔΑΕ ως παράδειγμα κυβερνητικής παρέμβασης και αμφισβητεί ότι μια κοινοβουλευτική επιτροπή, στην οποία η πλειοψηφία διατηρεί τον έλεγχο, θα εξασφαλίσει πραγματική ανεξαρτησία.

Το ΚΚΕ απορρίπτει συνολικά την εικόνα ουδετερότητας των ανεξάρτητων αρχών, θεωρώντας ότι αποτελούν τμήμα ενός κρατικού μηχανισμού που υπηρετεί την κυρίαρχη οικονομική πολιτική.

Η Ελληνική Λύση προτείνει την κατάργηση όλων των ανεξάρτητων αρχών εκτός από εκείνες που προβλέπονται ρητά στο Σύνταγμα. Για τις πέντε συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές ζητά επιλογή από τη Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων.

Η ΝΙΚΗ εκτιμά ότι το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων και η τελική απόφαση κοινοβουλευτικής επιτροπής δεν απομακρύνουν τον έλεγχο από το πολιτικό σύστημα. Προτείνει ανεξάρτητο μικτό όργανο, πλήρως διαχωρισμένο από την κυβερνητική και κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Άρθρο 102 – Τοπικοί φόροι, δημοσιονομική ισορροπία και άνισοι δήμοι

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει να ορίζεται ότι οι βαθμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορούν να είναι έως δύο. Η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται στη δυνατότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης να επιβάλλουν τοπικούς ή ειδικούς φόρους και βάρη οποιασδήποτε μορφής.

Η πρόταση παρουσιάζεται ως φορολογική αποκέντρωση και ως μέσο ενίσχυσης της οικονομικής αυτοτέλειας των δήμων και των περιφερειών. Προβλέπει ακόμη ότι οι προϋπολογισμοί τους θα καταρτίζονται μετά από δημόσια διαβούλευση και θα πρέπει να εξασφαλίζουν δημοσιονομική ισορροπία.

Οι πειθαρχικές ποινές αργίας ή έκπτωσης σε αιρετά όργανα της Αυτοδιοίκησης προτείνεται να επιβάλλονται με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

Το ΠΑΣΟΚ ζητά σαφέστερη κατοχύρωση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των ΟΤΑ, περιορισμό της κρατικής εποπτείας στον έλεγχο νομιμότητας και ενίσχυση της διοικητικής και κανονιστικής αυτοτέλειας. Υποστηρίζει ότι η οικονομική ανεξαρτησία απαιτεί επαρκείς και εγγυημένους πόρους, καθώς και θεσμούς άμεσης συμμετοχής των πολιτών.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι η φορολογική αποκέντρωση θα οδηγήσει σε νέα τοπικά χαράτσια. Εκτιμά ότι το κεντρικό κράτος θα περιορίσει τη χρηματοδότηση και θα μεταφέρει στους δήμους την ευθύνη να αντλούν έσοδα απευθείας από τους δημότες.

Η υποχρέωση δημοσιονομικής ισορροπίας, κατά το ΚΚΕ, θα περιορίσει τις κοινωνικές δαπάνες των δήμων και θα ευθυγραμμίσει τις τοπικές πολιτικές με τους γενικούς κανόνες λιτότητας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά τεκμήριο αρμοδιότητας για τις τοπικές υποθέσεις, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και καθαρό διαχωρισμό μεταξύ εθνικών δημόσιων πολιτικών και αρμοδιοτήτων που ασκούνται από τους δύο βαθμούς Αυτοδιοίκησης.

Η Ελληνική Λύση προτείνει καθολικό τεκμήριο αρμοδιότητας για τους δήμους, μεταβίβαση δημόσιας περιουσίας και θεσμοθέτηση τοπικών δημοψηφισμάτων. Υποστηρίζει ότι η οικονομική αυτονομία πρέπει να στηρίζεται στην περιουσία και στους πόρους των τοπικών κοινωνιών, αντί σε κρατικές επιχορηγήσεις που χαρακτηρίζει ανεπαρκείς.

Η ΝΙΚΗ προειδοποιεί ότι οι τοπικοί φόροι θα αυξήσουν τις επιβαρύνσεις των πολιτών και θα επιτρέψουν στην κυβέρνηση να μειώσει τις κρατικές επιχορηγήσεις. Επισημαίνει ακόμη ότι θα δημιουργηθούν μεγαλύτερες ανισότητες ανάμεσα σε πλούσιους δήμους με ισχυρή φορολογική βάση και σε φτωχότερες, ορεινές ή νησιωτικές περιοχές.

Η αντιπρότασή της προβλέπει σταθερούς κρατικούς πόρους, αντικειμενικά κριτήρια χρηματοδότησης και υποχρεωτική μεταφορά των αντίστοιχων χρημάτων κάθε φορά που το κράτος αναθέτει νέες αρμοδιότητες στους ΟΤΑ.

Άρθρο 103 – Αξιολόγηση, επιβραβεύσεις και οριστική παύση

Η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί μία από τις κεντρικές κυβερνητικές προτάσεις. Η Νέα Δημοκρατία εισηγείται υποχρεωτική αξιολόγηση με βάση την αμεροληψία, την ουδετερότητα, την επαγγελματική ικανότητα και την αποδοτικότητα.

Στη διαδικασία θα μπορεί να συμμετέχει το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Η αξιολόγηση προτείνεται να είναι αμφίδρομη, ώστε οι υφιστάμενοι να αξιολογούν και τους προϊσταμένους τους.

Ο κοινός νόμος θα καθορίζει τα κριτήρια, τη διαδικασία, τις επιβραβεύσεις πέρα από τον βασικό μισθό και τις συνέπειες της αξιολόγησης. Οι συνέπειες θα μπορούν να φθάνουν έως την οριστική παύση, μετά από απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρόταση ως θεσμική κατοχύρωση της αξιοκρατίας και της λογοδοσίας. Η επιλογή να ενταχθεί ρητά η απόλυση στο συνταγματικό πλαίσιο μετατρέπει, ωστόσο, την αξιολόγηση από εργαλείο υπηρεσιακής βελτίωσης σε μηχανισμό που μπορεί να καθορίζει την ίδια την παραμονή του υπαλλήλου στο Δημόσιο.

Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι το πρόβλημα του Δημοσίου δεν βρίσκεται στη μονιμότητα. Επικεντρώνει την κριτική του στη διασπάθιση δημόσιου χρήματος, στην αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων και στις μεγάλες δαπάνες για συμβουλευτικές εταιρείες.

Κατά τη θέση του, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση για να καλύψει την αδυναμία της να εφαρμόσει το υφιστάμενο πειθαρχικό δίκαιο. Επισημαίνει ότι η αξιολόγηση, τα υπηρεσιακά συμβούλια, η αργία και η οριστική παύση προβλέπονται ήδη από την κοινή νομοθεσία και μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς αλλαγή του Συντάγματος.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι η απειλή της απόλυσης θα χρησιμοποιηθεί για την πειθάρχηση των δημοσίων υπαλλήλων στους στόχους της κυβερνητικής πολιτικής. Προειδοποιεί ότι η αξιολόγηση θα βασίζεται στη λογική κόστους και οφέλους, με κριτήριο τις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων και τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδίδει στην πρόταση νεοφιλελεύθερη αντίληψη, η οποία αντιμετωπίζει κάθε δυσλειτουργία του Δημοσίου ως αποτέλεσμα αδιαφορίας ή ανικανότητας του μεμονωμένου υπαλλήλου. Ζητά συνταγματική προστασία της επαγγελματικής εξέλιξης, αξιοκρατική στελέχωση των οργάνων που αποφασίζουν για τη σταδιοδρομία και συμμετοχή εκπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στα πειθαρχικά συμβούλια.

Η Ελληνική Λύση υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να προσεγγίσει ένα ακροατήριο που αντιμετωπίζει συλλήβδην τους δημοσίους υπαλλήλους ως προνομιούχους. Καταγγέλλει ότι την ίδια στιγμή διατηρεί στρατιά μετακλητών και δημιουργεί κομματικούς μηχανισμούς στη διοίκηση.

Κατά τη θέση της, η αξιολόγηση μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο απομάκρυνσης υπαλλήλων που αντιστέκονται σε παράνομες εντολές ή δεν διαθέτουν κομματική προστασία.

Η ΝΙΚΗ επισημαίνει ότι ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας προβλέπει ήδη συστήματα αξιολόγησης, πειθαρχικές κυρώσεις, αργία, οριστική παύση, υπηρεσιακά συμβούλια και δικαίωμα προσφυγής. Θεωρεί ότι το βασικό πρόβλημα είναι η επιλεκτική εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου και η προστασία κομματικά συνδεδεμένων στελεχών.

Η συνολική εικόνα της κυβερνητικής πρότασης υπερβαίνει τα όρια μιας τεχνικής αναθεώρησης. Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μεταφέρει στο Σύνταγμα επιλογές που αποτελούν βασικούς πυλώνες της σημερινής πολιτικής της: συγκεντρωτικό έλεγχο της συνταγματικότητας, αυστηρότερη ρύθμιση των πολιτικών κομμάτων, δημοσιονομική πειθαρχία, φορολογική σταθερότητα για μεγάλες επενδύσεις, τοπική φορολόγηση και αξιολόγηση στο Δημόσιο με απειλή απόλυσης.

Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης έχουν διαφορετική πολιτική αφετηρία, συγκλίνουν όμως σε έναν βασικό φόβο: ότι η αναθεώρηση μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την εκτελεστική εξουσία και να περιορίσει τις θεσμικές αντιστάσεις που σήμερα ασκούνται από τα δικαστήρια, τις ανεξάρτητες αρχές, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους δημοσίους υπαλλήλους και τα κόμματα.

Η κρίσιμη μάχη θα δοθεί πλέον στην Ολομέλεια. Εκεί θα φανεί ποια άρθρα μπορούν να εξασφαλίσουν τις 151 ψήφους και ποια θα μείνουν εκτός της δεύτερης ψηφοφορίας. Θα φανεί επίσης εάν η αναθεώρηση θα αποτελέσει διαδικασία ευρείας θεσμικής συνεννόησης ή εάν θα εξελιχθεί σε μονοκομματική προσπάθεια συνταγματικής κατοχύρωσης της κυβερνητικής ιδεολογίας.