Το Μαξίμου ξανανοίγει το μέτωπο του 2015 και επενδύει στο δίλημμα της σταθερότητας
Νέο πολιτικό μέτωπο επιχειρεί να ανοίξει η κυβέρνηση με αφορμή τη συμπλήρωση 11 χρόνων από το δημοψήφισμα του 2015, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια από τις πιο φορτισμένες και διχαστικές στιγμές της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Το Μέγαρο Μαξίμου στρέφει ξανά τα βέλη του προς τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, με βασικό αποδέκτη τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο κυβερνητικά στελέχη εμφανίζουν ως αμετανόητο για τις επιλογές του τότε.
Η πολιτική αντιπαράθεση δείχνει ότι οι πληγές του 2015 παραμένουν ανοιχτές και εξακολουθούν να αξιοποιούνται ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Αντί η επέτειος να αποτελέσει αφορμή για έναν ψύχραιμο απολογισμό της περιόδου του δημοψηφίσματος, η δημόσια συζήτηση μεταφέρθηκε ξανά στο πεδίο των εσωκομματικών αιχμών, των παλιών συγκρούσεων και της επίθεσης κατά της κυβερνητικής παράταξης.
Το Μαξίμου επιμένει ότι δεν θα εγκλωβιστεί σε προσωπικές αντιπαραθέσεις ούτε θα ακολουθήσει ατζέντες που παραπέμπουν στο παρελθόν. Η κυβερνητική γραμμή προβάλλει ως προτεραιότητα την καθημερινότητα, την οικονομία και τις πολιτικές που αφορούν το παρόν και το μέλλον των πολιτών. Στην πράξη, όμως, η ίδια η κυβέρνηση επαναφέρει συστηματικά το 2015 στο δημόσιο πεδίο, επιχειρώντας να το μετατρέψει σε σταθερό πολιτικό δίλημμα στον δρόμο προς τις κάλπες.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο αναμένουν αντιδράσεις από συνεργάτες του κ. Τσίπρα και όχι απαραίτητα από τον ίδιο, σε μια προσπάθεια να στρέψουν τη συζήτηση στα πεπραγμένα της σημερινής διακυβέρνησης. Προβάλλουν τη μείωση της ανεργίας, τις 600.000 νέες θέσεις εργασίας, το brain gain, την αύξηση μισθών και συντάξεων, την ψηφιοποίηση του κράτους, τις μεταρρυθμίσεις και τη μείωση 83 άμεσων και έμμεσων φόρων.
Η αντιπαράθεση για το δημοψήφισμα λειτουργεί πλέον ως πολιτικός καθρέφτης. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη σημερινή της πορεία ως αντίβαρο στην περίοδο της αστάθειας. Από την άλλη, η συνεχής επιστροφή στο 2015 δείχνει ότι το κυβερνητικό αφήγημα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον φόβο της επιστροφής σε παλιές περιπέτειες, περισσότερο από όσο στη δύναμη των σημερινών αποτελεσμάτων.
Οι υβριδικές απειλές και η υπόθεση Ντόκου
Στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται και η κυβερνητική ανάγνωση του περιστατικού με την τηλεφωνική εξαπάτηση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Θάνου Ντόκου. Το Μαξίμου υποστηρίζει ότι το γεγονός αναδεικνύει τη νέα εποχή των υβριδικών απειλών και την ανάγκη αναβάθμισης των πρωτοκόλλων ασφαλείας.
Η κυβερνητική θέση είναι ότι πρόκειται για επιχείρηση παραπλάνησης αντίστοιχη με μεθόδους που έχουν χρησιμοποιηθεί διεθνώς ακόμη και σε βάρος αρχηγών κρατών. Παράλληλα, επιμένει ότι δεν διέρρευσαν πληροφορίες ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και χαρακτηρίζει βεβιασμένη την αντίδραση της αντιπολίτευσης, η οποία ζήτησε παραιτήσεις πριν αποσαφηνιστούν πλήρως τα δεδομένα.
Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι αξιοποίησαν μικροπολιτικά ένα περιστατικό που σχετίζεται με σύγχρονες μορφές απειλών, επιλέγοντας, όπως αναφέρουν κυβερνητικά στελέχη, να πιστέψουν τους θύτες και όχι το θύμα. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζεται ότι απαιτείται συνεχής ενίσχυση των μηχανισμών ασφαλείας, θεσμική σοβαρότητα και αυξημένη επαγρύπνηση.
Η υπόθεση Ντόκου, ωστόσο, ανοίγει ένα ευρύτερο ζήτημα ευθύνης. Όταν η εθνική ασφάλεια εμπλέκεται με νέα εργαλεία παραπλάνησης, η πολιτική διαχείριση δεν μπορεί να εξαντλείται σε επικοινωνιακή άμυνα. Απαιτείται καθαρή αποτύπωση των κενών, θεσμικός έλεγχος και σαφή πρωτόκολλα, ώστε οι υβριδικές απειλές να μη μετατρέπονται σε πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης.
Πολιτική βία, Θεσσαλονίκη και μηδενική ανοχή
Η αντιπαράθεση αποκτά βαρύτερα χαρακτηριστικά μετά τη δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, με στόχο στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, η οποία κόστισε τη ζωή στη Βάγια Νέστορα. Η κυβέρνηση ζητεί πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, εντοπισμό φυσικών και ηθικών αυτουργών και δηλώνει απόλυτη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη.
Το Μαξίμου επιμένει ότι η κοινωνία οφείλει να εγκαταλείψει κάθε ανοχή απέναντι ακόμη και στις πιο «ήπιες» μορφές πολιτικής βίας. Στην κυβερνητική ανάλυση, οι επιθέσεις σε πανεπιστήμια, οι εισβολές σε σπίτια πολιτικών και δημοσιογράφων και οι οργανωμένες επιθέσεις αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Όταν η αλυσίδα αυτή δεν κόβεται εγκαίρως, μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδίες.
Η κυβέρνηση θέτει πλέον ως κεντρικό ζήτημα τη στάση των πολιτικών της αντιπάλων απέναντι στη βία, στην παραπληροφόρηση και στις υβριδικές απειλές. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι το πολιτικό σύστημα πρέπει να χαράξει κοινή γραμμή απέναντι σε φαινόμενα που υπονομεύουν τους θεσμούς, την ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η επίκληση της ενότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται επιλεκτικά. Η μηδενική ανοχή στη βία, η προστασία των θεσμών και η ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας απαιτούν καθαρούς κανόνες, συνέπεια και θεσμική υπευθυνότητα από όλες τις πλευρές. Η χώρα έχει πληρώσει ακριβά την τοξικότητα, τον διχασμό και την εργαλειοποίηση κρίσιμων θεμάτων.
Στον δρόμο προς τις επόμενες κάλπες, το πολιτικό διακύβευμα δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση για το 2015 ή στις σημερινές κυβερνητικές επιδόσεις. Αφορά το αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να συμφωνήσει στα αυτονόητα: καμία ανοχή στη βία, καμία υποτίμηση των υβριδικών απειλών, καμία εργαλειοποίηση της εθνικής ασφάλειας και καμία επιστροφή σε έναν νέο κύκλο διχασμού που θα πληρώσει ξανά η κοινωνία.
Πιο Δημοφιλή
Πέθανε ο Μιχάλης Μόσιος, ο αγαπημένος «Ταμτάκος»
Πιο Πρόσφατα
Διπλωματική κρίση Γαλλίας-Παραγουάης για ρατσιστικά σχόλια