Σήμερα Γιορτάζουν:

ΖΩΣΙΜΑΣ

ΞΕΝΗ

ΦΙΛΩΝΑΣ

24 Ιανουαρίου 2026

Το μεγάλο φαγοπότι της Mercosur: Πώς η Ελλάδα έχασε δισεκατομμύρια και αφήνει τα προϊόντα της απροστάτευτα

Ας ξεκινήσουμε από τα στοιχειώδη, γιατί στη δημόσια συζήτηση κυκλοφορεί περισσότερη σύγχυση απ’ όση πληροφόρηση και η συλλογική μνήμη του Έλληνα καταναλωτή αποδεικνύεται ολοένα και πιο βραχεία. Η συμφωνία Mercosur, που εδώ και εβδομάδες προκαλεί πολιτικές εντάσεις, αγροτικές κινητοποιήσεις και εικόνες με τρακτέρ να αποκλείουν τις Βρυξέλλες, δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια εμπορικής πολιτικής. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή με μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή παραγωγή, τις εθνικές οικονομίες και, τελικά, το καλάθι κάθε νοικοκυριού.

Η Mercosur είναι το μεγαλύτερο εμπορικό άνοιγμα που επιχειρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση τις τελευταίες δεκαετίες. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η Ε.Ε. και από την άλλη οι τέσσερις χώρες του νοτιοαμερικανικού μπλοκ: Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη και Ουρουγουάη. Ο πυρήνας της συμφωνίας είναι απλός: αμοιβαία κατάργηση ή δραστική μείωση δασμών. Η Ευρώπη αποκτά ευκολότερη πρόσβαση για τα βιομηχανικά της προϊόντα – αυτοκίνητα, μηχανήματα, φαρμακευτικά και χημικά – και η Λατινική Αμερική ανοίγει διάπλατα την πόρτα για τα αγροτικά της προϊόντα, από κρέας και ζάχαρη έως σόγια και καφέ.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η συμφωνία παρουσιάζεται ως μια ισορροπημένη ανταλλαγή. Στην πράξη, όμως, οι ανισότητες είναι προφανείς. Ο Ευρωπαίος αγρότης και κτηνοτρόφος λειτουργεί μέσα σε ένα από τα αυστηρότερα κανονιστικά πλαίσια παγκοσμίως, με υψηλό ενεργειακό κόστος, αυξημένες υποχρεώσεις συμμόρφωσης, εργασιακές δαπάνες και περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Απέναντί του βρίσκονται αγροτοβιομηχανικά μεγαθήρια της Λατινικής Αμερικής, με χαμηλό κόστος παραγωγής και εντελώς διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας. Ο ανταγωνισμός αυτός δεν διεξάγεται σε ίσους όρους.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο εντάσσεται και το ελληνικό ζήτημα, το οποίο εξελίσσεται σε μια διπλή απώλεια. Απώλεια για την παραγωγή και απώλεια για τον καταναλωτή.

Το τελευταίο διάστημα, στις Βρυξέλλες εκτυλίχθηκε ένα σκληρό διαπραγματευτικό παιχνίδι. Χώρες με ισχυρή αγροτική και βιομηχανική βάση, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι η συμφωνία δύσκολα θα ανατραπεί συνολικά. Επέλεξαν, λοιπόν, να διαπραγματευτούν το τίμημα. Η Τζόρτζια Μελόνι λειτούργησε με καθαρά συναλλακτικούς όρους. Έθεσε το ζήτημα ανοιχτά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ζήτησε συγκεκριμένα ανταλλάγματα για τη στήριξη της συμφωνίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα ευρύ πακέτο ενισχύσεων στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, που σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης φτάνει τα 45 δισ. ευρώ. Η Ιταλία εξασφάλισε όχι μόνο σημαντικό μερίδιο από αυτά τα κονδύλια, αλλά και αυξημένη ευελιξία στη διανομή τους, ώστε να καλύψει τις απώλειες των παραγωγών της από τον νέο διεθνή ανταγωνισμό. Η ιταλική κυβέρνηση επέστρεψε από τις διαπραγματεύσεις με απτά οικονομικά οφέλη.

Η ελληνική παρουσία στο ίδιο τραπέζι κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Η κυβέρνηση προσήλθε με τη λογική της συμμόρφωσης και όχι της διεκδίκησης. Δεν έθεσε ζήτημα πρόσθετων πόρων, δεν πίεσε για ειδικές ρήτρες στήριξης, δεν διεκδίκησε ουσιαστική αντιστάθμιση για έναν πρωτογενή τομέα που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά δομικά προβλήματα. Η δημόσια αφήγηση περιορίστηκε στην προστασία των ΠΟΠ προϊόντων και κυρίως της φέτας, ένα στοιχείο θεσμικά αυτονόητο, που δεν αντισταθμίζει την απώλεια αναπτυξιακών πόρων.

Η απουσία διαπραγματευτικής πίεσης στέρησε από τη χώρα τη δυνατότητα να εξασφαλίσει χρηματοδοτικά εργαλεία για τον εκσυγχρονισμό και τη θωράκιση της αγροτικής παραγωγής. Σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, αυτή η επιλογή επιβαρύνει περαιτέρω έναν τομέα που ήδη συρρικνώνεται.

Το δεύτερο σκέλος της συζήτησης αφορά τον καταναλωτή και τις τιμές. Οι υποστηρικτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η κατάργηση των δασμών θα οδηγήσει σε φθηνότερα τρόφιμα. Η θεωρία αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι το χαμηλότερο κόστος εισαγωγής μεταφέρεται αυτόματα στη λιανική τιμή. Στην ελληνική αγορά, ωστόσο, αυτή η αλυσίδα δεν λειτουργεί γραμμικά.

Η εγχώρια αγορά τροφίμων χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Λίγες μεγάλες αλυσίδες λιανικής και περιορισμένος αριθμός ισχυρών εισαγωγέων ελέγχουν τη διανομή και τη διαμόρφωση των τιμών. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι αυξήσεις κόστους μεταφέρονται άμεσα στον καταναλωτή, ενώ οι μειώσεις απορροφώνται σε μεγάλο βαθμό ως περιθώριο κέρδους.

Η κατάργηση των δασμών στο εισαγόμενο κρέας ή στη ζάχαρη μειώνει το κόστος εισαγωγής. Δεν εγγυάται, όμως, αντίστοιχη μείωση στο ράφι. Οι τιμές διαμορφώνονται με βάση την αγοραστική αντοχή και όχι το πραγματικό κόστος. Η αγορά έχει ήδη προσαρμοστεί σε υψηλά επίπεδα τιμών, τα οποία δύσκολα υποχωρούν χωρίς ισχυρό ανταγωνισμό και ουσιαστικούς ελέγχους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Mercosur λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κερδών για τους ισχυρούς κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας. Οι φθηνότερες πρώτες ύλες εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά το όφελος δεν κατανέμεται ισόρροπα. Η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών εποπτείας επιτρέπει τη διατήρηση υψηλών τιμών, με τη μείωση του κόστους να μετατρέπεται σε καθαρό περιθώριο.

Το κράτος, σε αυτό το σχήμα, περιορίζεται σε παρεμβάσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα, με μέτρα προσωρινής ανακούφισης που δεν αγγίζουν τις δομικές αιτίες της ακρίβειας. Οι πολιτικές αυτές δεν αναδιαμορφώνουν τους όρους λειτουργίας της αγοράς ούτε αντιμετωπίζουν τη συγκέντρωση ισχύος.

Το συμπέρασμα είναι πικρό, αλλά πρέπει να ειπωθεί. Με τη συμφωνία Mercosur, η Ελλάδα κατάφερε το ακατόρθωτο: Να χάσει και στα δύο ταμπλό.

Από τη μία, χάσαμε τα λεφτά της διαπραγμάτευσης. Η αγροτική μας παραγωγή θα συρρικνωθεί κι άλλο, καθώς οι μικροί παραγωγοί δεν θα αντέξουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και δεν θα έχουν τις επιδοτήσεις των Ιταλών για να σταθούν στα πόδια τους. Θα γίνουμε ακόμα πιο εξαρτημένοι από τις εισαγωγές.

Από την άλλη, ο καταναλωτής δεν θα δει καμία ελάφρυνση. Θα συνεχίσει να πληρώνει «χρυσάφι» τα τρόφιμα, απλώς τώρα τα λεφτά του δεν θα πηγαίνουν στον Έλληνα κτηνοτρόφο, αλλά στα θησαυροφυλάκια των πολυεθνικών εισαγωγέων και των αλυσίδων λιανικής.

Η κυβέρνηση επέλεξε να μην συγκρουστεί. Επέλεξε να μην διεκδικήσει τα 45 δισ. όπως η Μελόνι, ίσως για να μην χαλάσει το προφίλ του «καλού παιδιού» στις Βρυξέλλες. Και επέλεξε να αφήσει την αγορά ανεξέλεγκτη, παραδίδοντας τους πολίτες στις ορέξεις των καρτέλ.

Μην περιμένετε λοιπόν να δείτε το μοσχάρι να φθηναίνει. Το μόνο που θα δείτε να αυξάνεται είναι τα κέρδη στους ισολογισμούς των σούπερ μάρκετ και η κοροϊδία στις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Το φαγοπότι έχει στρωθεί, τα μαχαιροπίρουνα γυαλίζουν, αλλά στο τραπέζι δεν κάθονται ούτε οι παραγωγοί ούτε οι καταναλωτές. Εμείς είμαστε απλώς το μενού.

Ετικέτες: