Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

17 Σεπτεμβρίου 2025

Το παγκόσμιο δίλημμα της φορολόγησης των δισεκατομμυριούχων

Το παγκόσμιο τοπίο του πλούτου έχει αλλάξει δραματικά μέσα σε τέσσερις δεκαετίες. Όταν το Forbes λάνσαρε το 1987 την πρώτη του λίστα, μέτρησε 140 δισεκατομμυριούχους. Το 2025, οι «υπερπλούσιοι» ξεπερνούν τους 3.000 με συνολική περιουσία 16 τρισ. δολαρίων, ενώ μόνο η καθαρή περιουσία του Έλον Μασκ εκτιμήθηκε στα 342 δισ. — υψηλότερη από το άθροισμα των περιουσιών της τάξης του 1987.

Ακόμη κι αν ληφθούν υπόψη ο πληθωρισμός και η άνοδος οικονομιών όπως η Κίνα, η κλίμακα της συσσώρευσης είναι άνευ προηγουμένου: το κορυφαίο 0,0001% του παγκόσμιου πληθυσμού είδε τον πλούτο του να αυξάνεται κατά 7,1% ετησίως την περίοδο 1987–2024, υπερδιπλάσια ταχύτητα από τον μέσο ενήλικα (3,2%), σύμφωνα με τον οικονομολόγο Γκαμπριέλ Ζούκμαν. Η διάγνωση του Ζούκμαν είναι σαφής: «η προτεραιότητα πρέπει να είναι να γίνει κάτι με τους υπερπλούσιους — όχι μόνο είναι οι πλουσιότεροι, είναι κι αυτοί που πληρώνουν τους λιγότερους φόρους».

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι νέο αλλά γίνεται οξύτερο: τα σύγχρονα φορολογικά συστήματα βασίζουν τα έσοδά τους σε φόρους εισοδήματος, εισφορές και κατανάλωση — εργαλεία που σπάνια αγγίζουν τον συσσωρευμένο, μη ρευστοποιημένο πλούτο σε ακίνητα, συμμετοχές και ιδιωτικές εταιρείες. Οι έμμεσοι φόροι πιάνουν τη μεσαία τάξη, οι άμεσοι φόροι υψηλών εισοδημάτων πιάνουν τους «πλούσιους εργαζομένους», αλλά ο πραγματικός υπερπλούτος παραμένει ευέλικτος, διεθνής και επιδέξιος στη διαχείριση.

Κάθε προσπάθεια στοχευμένης επιβάρυνσης πυροδοτεί άμεσες αλλαγές συμπεριφοράς: μετεγκατάσταση, αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων, εκμετάλλευση νομικών σχημάτων. Αντίθετα, το να αυξηθεί η επιβάρυνση στη μεγάλη μάζα των μετρίως ευκατάστατων —που δεν μετακινούνται εύκολα— έχει εκλογικό κόστος. Το αποτέλεσμα είναι ένας επίμονος φαύλος κύκλος πολιτικής αδράνειας.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει το αδιέξοδο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 περίπου οι μισές χώρες του ΟΟΣΑ είχαν ετήσιο φόρο καθαρής περιουσίας. Σήμερα στην Ευρώπη διασώζεται ουσιαστικά μόνο σε Ισπανία, Νορβηγία και Ελβετία, και μάλιστα με περιορισμένη απόδοση. Οι πλούσιοι «ψηφίζουν με τα πόδια», όπως συνοψίζει ο πρώην επικεφαλής φορολογίας του ΟΟΣΑ Πασκάλ Σεντ-Αμάνς: «Αν τους ρωτούσες πού είναι η αφοσίωσή τους, στη χώρα ή στα χρήματά τους, οι περισσότεροι θα απαντούσαν: στα χρήματά μου». Δεν είναι τυχαίο ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου αποδομήθηκε το καθεστώς non-dom, αρκετοί μεγιστάνες επέλεξαν ή προανήγγειλαν αναχώρηση — την ώρα που άλλες δικαιοδοσίες στρώνουν «κόκκινο χαλί».

Η αντίρροπη κίνηση είναι ήδη ορατή. Η Ιταλία προσφέρει καθεστώς κατ’ αποκοπή φόρου (200.000 ευρώ τον χρόνο) για νεοαφιχθέντες εύπορους. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιμένουν στο μοντέλο μηδενικού προσωπικού φόρου. Οι ΗΠΑ, με ήδη ήπια φορολόγηση πλούτου, δοκίμασαν μέχρι και «χρυσή βίζα» υψηλής εισόδου.

Η Ελβετία, διαχρονικά καταφύγιο πλούτου, συνδυάζει φόρο καθαρής περιουσίας χαμηλών συντελεστών με το forfait για αλλοδαπούς — ένα εργαλείο «εισαγωγής υπερπλούτου» με αντάλλαγμα προβλέψιμη φορολογική υποχρέωση. Ακόμη κι εκεί, όμως, ένα επικείμενο δημοψήφισμα για ομοσπονδιακό φόρο σε μεγάλες κληρονομιές δείχνει ότι η συζήτηση αναθερμαίνεται και οι αντιδράσεις προεξοφλούνται.

Τα δεδομένα για τη φορολογική πραγματικότητα των κορυφαίων στρωμάτων ενισχύουν την εικόνα ασυμμετρίας. Μελέτη με βάση δηλώσεις στην IRS δείχνει ότι οι 400 πλουσιότεροι Αμερικανοί είχαν πραγματικό φορολογικό συντελεστή 23,8% την τριετία 2018–2020, έναντι 30% του γενικού πληθυσμού — και έως 45% για εργαζομένους με τα υψηλότερα εισοδήματα.

Η πρόταση Ζούκμαν για έναν παγκόσμιο ετήσιο φόρο 2% στον καθαρό πλούτο άνω του 1 δισ. δολαρίων στοχεύει ακριβώς σε αυτή τη «τυφλή γωνία» των συστημάτων. Η ιδέα συζητήθηκε στη G20 χωρίς ομοφωνία, όμως τα εργαλεία διεθνούς διαφάνειας (ανταλλαγή πληροφοριών, τέλος τραπεζικού απορρήτου) καθιστούν θεωρητικά εφικτότερο τον εντοπισμό. Το πολιτικό εμπόδιο παραμένει: ο παγκόσμιος συντονισμός σπάνια ευδοκιμεί εκεί όπου συγκρούονται εθνικά συμφέροντα προσέλκυσης πλούτου.

Οι αντίπαλοι της φορολόγησης περιουσίας εστιάζουν στο πρακτικό σκέλος: πώς ορίζεται και αποτιμάται ο πλούτος, ιδίως όταν πρόκειται για μη εισηγμένες συμμετοχές; Πόσο κοστίζει η διοικητική επιβολή; Πόσο αντικίνητρο δημιουργεί στη συσσώρευση και την αποταμίευση — σε μια Ευρώπη που γηράσκει και χρειάζεται κεφάλαιο; Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές αντιτείνουν το ηθικοπολιτικό επιχείρημα: όταν τα δημογραφικά πιέζουν συντάξεις και υγεία, «η θυσία των διχτυών ασφαλείας ενώ τεράστιες αφορολόγητες περιουσίες μένουν άθικτες» είναι ολοένα δυσκολότερο να δικαιολογηθεί. Το δίλημμα, όπως το περιγράφει ο ισπανός νομικός Ντελ Κάντο, δεν είναι μόνο οικονομικό — είναι «πολιτικός και ηθικός λογαριασμός».

Μεταξύ των εργαλείων που συζητούνται ξεχωρίζει ο «φόρος εξόδου» σε μη πραγματοποιηθείσες υπεραξίες κατά τη μεταφορά φορολογικής κατοικίας — ήδη σε ισχύ σε αρκετές χώρες του ΟΟΣΑ. Στόχος είναι να περιοριστούν τα κίνητρα φυγής για καθαρά φορολογικούς λόγους και να διασφαλιστεί ότι ένα μέρος της υπεραξίας που δημιουργήθηκε εντός μιας οικονομίας φορολογείται πριν ο συντελεστής αποχωρήσει. Ακόμη κι εδώ, οι κυβερνήσεις ισορροπούν ανάμεσα στη διασφάλιση εσόδων και την ανάγκη προσέλκυσης ταλέντων και επιχειρηματικότητας.

Πέρα από «μεγάλες τομές», πολλοί τεχνοκράτες προκρίνουν ρεαλιστικές μικρομεταρρυθμίσεις: αυστηροποίηση και εξορθολογισμό φόρων κληρονομιάς και δωρεών, διόρθωση εξαιρέσεων και απαλλαγών στα κεφαλαιακά κέρδη, καλύτερη ευθυγράμμιση συντελεστών και βάσεων ώστε να μειώνονται τα περιθώρια επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού. Η λογική είναι απλή: αξιοποίησε καλύτερα τα υπάρχοντα εργαλεία πριν ανοίξεις μέτωπο με νέους, περίπλοκους και πολιτικά εκρηκτικούς φόρους. Η εμπειρία Ελβετίας δείχνει ότι ένας χαμηλός αλλά ευρύς φόρος πλούτου αποδίδει σταθερά χωρίς να εκτοξεύει τη φοροαποφυγή — αλλά δεν είναι «ασημένια σφαίρα»: ακόμη και εκεί, τα έσοδα από φόρους πλούτου είναι κάτω του 5% του συνόλου.

Το δημοσιονομικό υπόβαθρο δυσκολεύει τη μεσοβέζικη λύση. Η Ευρώπη βλέπει τα έξοδα υγείας και πρόνοιας να αυξάνονται λόγω γήρανσης, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις επιβάλλουν υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Με λιγότερους εργαζόμενους να στηρίζουν περισσότερους συνταξιούχους, η εξάρτηση από τον φόρο εισοδήματος καθίσταται εύθραυστη.

Μικρές βελτιώσεις στην ανάπτυξη θα ανακούφιζαν το πρόβλημα — αλλά δεν αλλάζουν τη μεγάλη εικόνα της ανισότητας πλούτου. Κι όσο ο υπερπλούτος διογκώνεται, τόσο εντείνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια που τροφοδοτεί λαϊκισμούς, όπως παρατηρεί ο Σεντ-Αμάνς: «Μερικοί άνθρωποι κατέχουν τον κόσμο — αυτό είναι λάθος. Τροφοδοτεί τον λαϊκισμό, που απλώς θα ενισχύσει την κατάσταση».

Η πολιτική οικονομία της φορολόγησης του πλούτου συμπυκνώνεται σε μια σειρά σκληρών πραγματικοτήτων. Πρώτον, η τεχνική δυνατότητα εντοπισμού περιουσιών έχει βελτιωθεί, αλλά η διεθνής κινητικότητα των υπερπλουσίων παραμένει πανίσχυρη. Δεύτερον, οι μεγάλες, «αόρατες» φορολογικές βάσεις (ιδιωτικές εταιρείες, μη εισηγμένες συμμετοχές, διεθνή οχήματα) απαιτούν λεπτομερή, μακρόπνοη διοίκηση — άρα πολιτική υπομονή που σπανίζει. Τρίτον, το πολιτικό κέντρο που κερδίζει εκλογές είναι ακριβώς εκείνο που δυσανασχετεί με αυξήσεις σε κληρονομιές και ακίνητη περιουσία — δηλαδή στους μετρίως ευκατάστατους, «δεμένους» με τη χώρα. Τέταρτον, η διεθνής «κούρσα προς τα κάτω» στην προσέλκυση πλούτου είναι πραγματικότητα και δύσκολα αναστρέφεται χωρίς συμφωνίες τύπου ΟΟΣΑ/Πυλώνα 2, που όμως αφορούν εταιρικούς, όχι ατομικούς φόρους.

Εντέλει, η συζήτηση δεν θα κλείσει με μια καθαρή νίκη μιας πλευράς. Πιθανότερο σενάριο είναι ένας συνδυασμός: πιο σφιχτή φορολογική βάση σε κεφαλαιακά κέρδη, κληρονομιές και δωρεές· επιλεκτικοί, χαμηλοί και δύσκολα παρακάμπσιμοι φόροι πλούτου σε δικαιοδοσίες με υψηλή διοικητική ικανότητα· έξυπνοι φόροι εξόδου για περιορισμό της «φορολογικής μετανάστευσης»· και, κυρίως, μια νέα ειλικρίνεια για το ποιος ακριβώς στοχοποιείται: δισεκατομμυριούχοι με διεθνή οχήματα ή εκατομμυριούχοι με οικίες και συντάξεις που «φούσκωσαν» από δεκαετίες ανόδου αξιών.

Όσο οι κυβερνήσεις αποφεύγουν αυτή τη διάκριση, θα σκοντάφτουν. Όσο ο υπερπλούτος παραμένει «αποσυνδεδεμένος», οι κοινωνίες θα πιέζουν για ανακατανομή. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο μεγάλος λογαριασμός —δημοσιονομικός, πολιτικός και ηθικός— δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ άπειρον.

Ετικέτες: