Στο πλαίσιο του λεγόμενου “δυτικού” οικονομικού μοντέλου, όπου η ανάπτυξη του εθνικού εισοδήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι κρατικές παρεμβάσεις στις αγορές, και ειδικότερα στην αγορά εργασίας, συνήθως αποδεικνύονται αναποτελεσματικές στη βελτίωση της συνολικής αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.
Αρχικά, σε “οικονομικούς” όρους, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των ονομαστικών μισθών που καθορίζονται από την κυβέρνηση ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρά την κυρίαρχη αντίληψη για τις “ελεύθερες” αγορές. Στην πραγματικότητα, συνδέεται άμεσα με το γενικό επίπεδο των τιμών, δηλαδή με την “ακρίβεια”, η οποία εξαρτάται από τις συνθήκες λειτουργίας των αγορών και τις μορφές που αυτές παίρνουν στο οικονομικό κύκλωμα παραγωγής και εισοδημάτων.
Όταν οι αγορές ελέγχονται από λίγους και αλληλοσυνδεόμενους μεγάλους παράγοντες (ολιγοπώλια), καμία κρατική νομοθετική παρέμβαση δεν μπορεί να έχει πραγματικά θετικό αποτέλεσμα στην ευημερία των εργαζομένων. Αυτό συμβαίνει διότι, σε τέτοια πλαίσια, οι επιχειρήσεις είναι “διαμορφωτές τιμών” και έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίσουν το κόστος οποιωνδήποτε αυξήσεων στους καταναλωτές. Αντιθέτως, μόνο σε ένα ιδεατό σύστημα πλήρους ανταγωνισμού, το οποίο είναι το ζητούμενο για τους οικονομολόγους, οι εταιρείες είναι “λήπτες τιμών” και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των προϊόντων τους. Σε αυτή την περίπτωση, οι αγοραστικές δυνάμεις των εργαζομένων επηρεάζονται άμεσα και δικαιότερα από τις ρυθμίσεις της αγοράς.
Η ανάγκη για κρατικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, όπως η επιβολή κατώτατου μισθού, είναι συχνά μια πολυσυζητημένη και αντιφατική διαδικασία. Σύμφωνα με τις βασικές αρχές της οικονομικής θεωρίας, οι πολιτικές που παρεμβαίνουν στην αγορά, όπως ο καθορισμός ελάχιστου μισθού, συνήθως δεν επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα για τη συνολική ευημερία των εργαζομένων, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Στην περίπτωση αυτή, όταν η κυβέρνηση επιβάλλει έναν μισθό πάνω από το επίπεδο του πραγματικού μισθού ισορροπίας, οι επιχειρήσεις τείνουν να μειώσουν την απασχόληση, αυξάνοντας έτσι την ανεργία. Ενώ το μέτρο αυτό μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα αν λειτουργεί ως αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή, δεν είναι αρκετό από μόνο του για να βελτιώσει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων μακροχρόνια.
Για να είναι αποτελεσματική η πολιτική παρέμβαση, απαιτούνται επιπλέον μέτρα που να προάγουν έναν πιο υγιή και ανταγωνιστικό οικονομικό χώρο. Η εξασφάλιση συνθηκών πλήρους ανταγωνισμού στις αγορές, και ειδικότερα στην αγορά εργασίας, είναι μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τη διασφάλιση καλύτερων συνθηκών για τους εργαζομένους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Ωστόσο, στην πράξη, η δημιουργία αυτού του ανταγωνισμού συναντά πολλές δυσκολίες και η πολιτική του πλήρους ανταγωνισμού παραμένει μια ανέφικτη ουτοπία χωρίς τη σωστή υποστήριξη των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες θα πρέπει να αποτελούν ένα από τα θεμέλια της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.
Το ερώτημα που προκύπτει, ωστόσο, είναι γιατί είναι απαραίτητες τέτοιες ρυθμίσεις. Η επικρατούσα οικονομική σχολή σκέψης, με βάση τις θεωρίες των νεοκλασικών και νεο-Κεϋνσιανών οικονομολόγων, προάγει την αντίληψη των “αυτορυθμιζόμενων αγορών” και των “ευφυών” οικονομικών φορέων που δεν κάνουν λάθη στις προβλέψεις τους. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία από τις κρίσεις, όπως αυτή του 2008, αποδεικνύει ότι οι αγορές δεν είναι πάντα ικανές να αυτορυθμιστούν και ότι οι συνέπειες από τις πολιτικές απορρύθμισης είναι συχνά καταστρεπτικές.
Η ανάγκη για την επιβολή του κατώτατου μισθού και άλλων παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας καταδεικνύει τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού και εθνικού συστήματος, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις αποτυγχάνει να προάγει πραγματικό ανταγωνισμό ή να διασφαλίσει κοινωνική ευημερία. Η αποτυχία αυτών των πολιτικών, και η καταστροφή των εγχώριων αγορών μέσω της απορύθμισης, έχουν οδηγήσει σε μία κατάσταση κοινωνικής υποτέλειας και οικονομικής παρακμής, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Ελλάδας. Οι πολιτικές λιτότητας, που επιβλήθηκαν μέσω των μνημονίων, έχουν καταστήσει τη χώρα εξαρτημένη από εξωτερικές δυνάμεις και έχουν ελαχιστοποιήσει την ικανότητα των πολιτών να καταναλώνουν προϊόντα και υπηρεσίες.
Η αναγκαία λύση, ωστόσο, δεν είναι απλώς οικονομική. Το πρόβλημα είναι πολιτικό, και απαιτεί μία διεπιστημονική προσέγγιση που να συνδυάζει κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές θεωρίες για την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής και της δημοκρατικής διαδικασίας. Στην ΕΕ, οι πολίτες πρέπει να διεκδικήσουν τον έλεγχο των οικονομικών και πολιτικών διαδικασιών, με σκοπό να δημιουργήσουν ένα σύστημα που να επιτρέπει σε κάθε κοινωνία να διαμορφώνει την πορεία της, και όχι να υφίσταται τις συνέπειες των αποφάσεων που λαμβάνονται από γραφειοκρατικές ελίτ.
Η δημιουργία ενός δημοκρατικού και πιο δίκαιου οικονομικού συστήματος απαιτεί το πέρασμα από το ατομικιστικό μοντέλο της “ελευθερίας” στην έννοια της κοινωνικής ελευθερίας, όπου η εργασία δεν περιορίζεται μόνο στη μισθωτή σχέση αλλά επανασχεδιάζεται ως μία συλλογική, συνεργατική διαδικασία που θα αντικαθιστά τις δομές εκμετάλλευσης και υποταγής. Αυτός είναι ο στόχος της σύγχρονης δημοκρατίας, ο οποίος μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη θεσμοθέτηση νέων μορφών συνεργασίας, όπως η “εταιρική κοινωνία”, που υπήρξε παραδοσιακά στην Ελλάδα και άλλες χώρες πριν την επιβολή εξωτερικών πολιτικών.
Αυτό το νέο σύστημα μπορεί να γίνει εφικτό με τη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, και κυρίως μέσω της ενεργοποίησης των πολιτών που θα επανακαθορίσουν τη σχέση τους με την πολιτική και την οικονομία, επιδιώκοντας μία πραγματική δημοκρατία που να στηρίζεται στην κοινωνική και οικονομική συμμετοχή.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Όταν ακόμη και ο θάνατος γίνεται μόδα