12 Αυγούστου 2026

Φάουτσι: Άλλα έλεγε δημόσια, άλλα συζητούσε ιδιωτικά – Τα μηνύματα που τον εκθέτουν

Νέα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική υγειονομική ηγεσία διαχειρίστηκε την αβεβαιότητα γύρω από τα εμβόλια κατά τους πρώτους μήνες του 2021 προκαλεί η δημοσιοποίηση ιδιωτικών μηνυμάτων του Άντονι Φάουτσι. Το υλικό φέρνουν στο προσκήνιο οι Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές Ραντ Πολ και Ρον Τζόνσον, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης κοινοβουλευτικής έρευνας για τη διαχείριση της πανδημίας.

Τα μηνύματα έχουν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, επειδή δείχνουν ότι κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι συζητούσαν ιδιωτικά, τον Ιανουάριο του 2021, ερωτήματα για τον εμβολιασμό κατά της COVID-19 στην εγκυμοσύνη, σε μια περίοδο κατά την οποία τα διαθέσιμα δεδομένα ήταν ακόμη περιορισμένα.

Αυτό που προκύπτει από το υλικό απαιτεί, ωστόσο, προσεκτική ανάγνωση. Οι συνομιλίες καταγράφουν θεωρητικές ανησυχίες και επιστημονική αβεβαιότητα. Δεν αποτελούν απόδειξη ότι τα εμβόλια προκαλούσαν αποβολές ούτε τεκμηριώνουν από μόνες τους ότι οι αξιωματούχοι γνώριζαν έναν επιβεβαιωμένο κίνδυνο και τον απέκρυψαν.

Το πολιτικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: στο κατά πόσο η αβεβαιότητα που συζητούνταν στο παρασκήνιο αποτυπωνόταν με την ίδια σαφήνεια και στη δημόσια επικοινωνία.

Οι συνομιλίες τοποθετούνται στα τέλη Ιανουαρίου 2021 και περιλαμβάνουν τον Φάουτσι, την τότε διευθύντρια των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών των ΗΠΑ, Ροσέλ Ουαλένσκι, και τον Βίβεκ Μέρθι.

Η αναφορά Φάουτσι σε πυρετό και θεωρητικό κίνδυνο στο πρώτο τρίμηνο

Στα μηνύματα που δημοσιοποιήθηκαν, ο Φάουτσι εμφανίζεται να εξετάζει κατά πόσο η έντονη ανοσολογική αντίδραση και ο πυρετός που μπορούσαν να εμφανιστούν μετά τη δεύτερη δόση θα μπορούσαν θεωρητικά να σχετίζονται με κίνδυνο αποβολής κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Η λέξη «θεωρητικά» είναι κρίσιμη. Η συνομιλία δεν παρουσιάζει κλινικά δεδομένα που να αποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής. Αποτυπώνει μια υπόθεση την οποία οι αξιωματούχοι εξέταζαν σε πραγματικό χρόνο, καθώς η εκστρατεία εμβολιασμού είχε μόλις ξεκινήσει και οι πληροφορίες για τις εγκύους ήταν περιορισμένες.

Η ίδια η κατάσταση της επιστημονικής γνώσης εκείνη την περίοδο επιβεβαιώνει ότι υπήρχε πραγματικό κενό δεδομένων. Οι έγκυες γυναίκες δεν είχαν συμπεριληφθεί επαρκώς στις αρχικές κλινικές δοκιμές πριν από την αδειοδότηση των εμβολίων, με αποτέλεσμα οι υγειονομικές Αρχές να διαθέτουν σαφώς λιγότερα στοιχεία για αυτή την πληθυσμιακή ομάδα.

Χαρακτηριστική ήταν και η στάση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Τον Ιανουάριο του 2021, οι τότε προσωρινές συστάσεις του ΠΟΥ για το εμβόλιο Moderna ανέφεραν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα για την εγκυμοσύνη ήταν ανεπαρκή για πλήρη αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και των πιθανών κινδύνων.

Ο ΠΟΥ συνιστούσε τότε να μην χρησιμοποιείται γενικευμένα το συγκεκριμένο εμβόλιο κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος για την έγκυο υπερείχε των πιθανών κινδύνων, όπως σε εργαζόμενες Υγείας με υψηλή έκθεση ή σε γυναίκες με παράγοντες κινδύνου για σοβαρή COVID-19.

Η στάση αυτή προκάλεσε συζήτηση και μεταξύ των Αμερικανών αξιωματούχων. Από τα μηνύματα προκύπτει προβληματισμός για το πώς οι διαφορετικές κατευθυντήριες οδηγίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη του κοινού.

Εδώ βρίσκεται και το πιο ουσιαστικό ερώτημα λογοδοσίας: εάν η δημόσια επικοινωνία παρουσίαζε με επαρκή καθαρότητα το γεγονός ότι στις αρχές του 2021 υπήρχαν ακόμη σημαντικά κενά γνώσης για τον εμβολιασμό στην εγκυμοσύνη.

Λίγες ημέρες μετά τις ιδιωτικές συνομιλίες, ο Φάουτσι δήλωνε δημοσίως ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν εμφανιστεί «κόκκινες σημαίες» από τα διαθέσιμα δεδομένα. Η διατύπωση αυτή δεν ισοδυναμεί επιστημονικά με δήλωση απόλυτης ασφάλειας, αποκτά όμως σήμερα ιδιαίτερη σημασία όταν συγκρίνεται με τον πιο αναλυτικό προβληματισμό που καταγράφεται στις ιδιωτικές επικοινωνίες.

Τι έδειξαν στη συνέχεια τα δεδομένα για τις εγκύους

Η συζήτηση για τα μηνύματα του Φάουτσι δεν μπορεί να αποκοπεί από όσα προέκυψαν αργότερα από τις μεγαλύτερες μελέτες και τα συστήματα επιτήρησης.

Τον Αύγουστο του 2021, το CDC ανακοίνωσε ότι ανάλυση περίπου 2.500 εγκύων που είχαν λάβει εμβόλιο mRNA πριν από την 20ή εβδομάδα κύησης δεν έδειξε αυξημένο κίνδυνο αποβολής. Το ποσοστό που καταγράφηκε βρισκόταν κοντά στα αναμενόμενα επίπεδα του γενικού πληθυσμού.

Μεταγενέστερη μελέτη σε περισσότερες από 40.000 εγκύους επίσης δεν διαπίστωσε αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού ή γέννησης παιδιού μικρού για την ηλικία κύησης μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων γυναικών.

Τα δεδομένα αυτά είναι κρίσιμα επειδή καταρρίπτουν τη βεβαιότητα με την οποία μπορεί να παρουσιαστεί σήμερα ο αρχικός θεωρητικός προβληματισμός ως αποδεδειγμένος «κίνδυνος αποβολής». Τέτοιο συμπέρασμα δεν στηρίζεται στα μεταγενέστερα διαθέσιμα στοιχεία.

Αυτό δεν εξαφανίζει το πολιτικό ζήτημα της διαφάνειας. Αντίθετα, το κάνει πιο συγκεκριμένο.

Το ερώτημα είναι εάν οι πολίτες ενημερώνονταν επαρκώς για το τι ήταν γνωστό, τι παρέμενε άγνωστο και ποιες υποθέσεις εξακολουθούσαν να εξετάζονται την ώρα που λαμβάνονταν πρωτοφανείς αποφάσεις δημόσιας υγείας.

Οι Ραντ Πολ και Ρον Τζόνσον επιχειρούν να εντάξουν τα νέα μηνύματα σε μια ευρύτερη έρευνα γύρω από τη δράση του Φάουτσι, τη διαχείριση των ομοσπονδιακών αρχείων και τη χρηματοδότηση έρευνας για κορωνοϊούς.

Ο Πολ έχει κατηγορήσει επανειλημμένα τον πρώην επικεφαλής του NIAID ότι είχε θεσμικό συμφέρον να απομακρύνει τη δημόσια συζήτηση από το ενδεχόμενο εργαστηριακής προέλευσης του SARS-CoV-2 και από τη χρηματοδότηση ερευνών που ο ίδιος χαρακτηρίζει «gain-of-function».

Οι κατηγορίες αυτές αποτελούν θέσεις του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή και δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως δικαστικά αποδεδειγμένα γεγονότα. Η σχετική έρευνα στο Κογκρέσο παραμένει έντονα πολιτικά αντιπαραθετική.

Ενδεικτικό είναι ότι ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Γκάρι Πίτερς έχει κατηγορήσει την πλειοψηφία της αρμόδιας επιτροπής ότι δημοσιοποιεί επιλεκτικά στοιχεία και διεξάγει μια μονομερή έρευνα με προειλημμένα συμπεράσματα.

Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ιδιωτικών συζητήσεων στις οποίες κορυφαίοι αξιωματούχοι επεξεργάζονταν πραγματικές επιστημονικές αβεβαιότητες αποτελεί θεμιτό αντικείμενο δημόσιου ελέγχου, ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις της περιόδου εκείνης επηρέασαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Τα νέα μηνύματα δεν αποδεικνύουν ότι ο Φάουτσι γνώριζε πως τα εμβόλια προκαλούσαν αποβολές και το απέκρυψε. Αποκαλύπτουν όμως κάτι που έχει επίσης πολιτική σημασία: πίσω από τη δημόσια βεβαιότητα της εποχής υπήρχε μια πολύ πιο σύνθετη συζήτηση, γεμάτη ερωτήματα, ελλιπή δεδομένα και στάθμιση κινδύνων. Η πραγματική λογοδοσία δεν απαιτεί υπερβολές. Απαιτεί να γνωρίζει η κοινωνία ολόκληρη την εικόνα και να μπορεί να κρίνει αν οι θεσμοί της μίλησαν με την ειλικρίνεια που απαιτούσε μια τόσο μεγάλη υγειονομική κρίση.