Τουρισμός και οικοδομή χωρίς προσωπικό: Η Ελλάδα στρέφεται μαζικά σε τρίτες χώρες
Σε περίπου 250.000 υπολογίζονται και φέτος οι κενές θέσεις εργασίας σε κρίσιμους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να καταγράφονται στις κατασκευές, στον τουρισμό, στη βιομηχανία, στα logistics και στην αγροτική παραγωγή. Η έλλειψη προσωπικού έχει πλέον αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις να αναζητούν εργαζομένους από τρίτες χώρες και, σε αρκετές περιπτώσεις, να ανεβάζουν αισθητά τις αποδοχές προκειμένου να καλύψουν εξειδικευμένες θέσεις.
Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα στις κατασκευές, όπου η ζήτηση για τεχνίτες ξεπερνά κατά πολύ την προσφορά. Συγκολλητές, τεχνίτες σωληνώσεων, χειριστές βαρέων μηχανημάτων, εργοδηγοί και στελέχη επίβλεψης μεγάλων έργων βρίσκονται σήμερα ανάμεσα στις ειδικότητες με τις υψηλότερες αμοιβές, ειδικά όταν διαθέτουν πιστοποιήσεις, τεχνική κατάρτιση και εμπειρία σε σύνθετα έργα υποδομής.
Αντίστοιχη εικόνα επικράτησε και στον τουρισμό. Ξενοδοχειακές μονάδες και επιχειρήσεις εστίασης αναζητούσαν επί μήνες σεφ, καμαριέρες, υπαλλήλους υποδοχής, bartenders και προσωπικό καθαριότητας, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι προσφερόμενες αποδοχές τόσο για Έλληνες όσο και για αλλοδαπούς εργαζομένους.
Ενδεικτικά, σε τουριστικές περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως η Μύκονος, ένας executive chef από τις Φιλιππίνες μπορεί, ανάλογα με την εμπειρία και τη μονάδα στην οποία εργάζεται, να λαμβάνει έως και 5.000 ευρώ τον μήνα. Αντίστοιχα, ένας χειριστής βαρέων μηχανημάτων από την Ινδία μπορεί να φτάσει σε μηνιαίες αποδοχές έως 3.500 ευρώ.
Το εργατικό δυναμικό που φτάνει στην Ελλάδα μέσω της διαδικασίας των μετακλήσεων προέρχεται κυρίως από χώρες όπως η Ινδία, το Βιετνάμ, το Νεπάλ, το Πακιστάν, η Αίγυπτος και οι Φιλιππίνες. Πρόκειται για αγορές στις οποίες στρέφονται πλέον συστηματικά ελληνικές επιχειρήσεις, καθώς οι διαθέσιμοι εργαζόμενοι στην εγχώρια αγορά δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών.
«Άνοιγμα» και σε αλλοδαπούς που βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα
Η φετινή χρονιά διαφοροποιείται και ως προς μία ακόμη επιλογή: επιχειρήσεις άρχισαν να αναζητούν εργαζομένους και μεταξύ αλλοδαπών που βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα και διαμένουν σε δομές, εφόσον διαθέτουν το νόμιμο καθεστώς που τους επιτρέπει να εργαστούν.
Πρόκειται κυρίως για ανθρώπους από το Σουδάν, το Νότιο Σουδάν, το Αφγανιστάν, την Παλαιστίνη, την Ερυθραία, τη Συρία, τη Σομαλία και την Υεμένη. Όσοι έχουν αναγνωρισμένο καθεστώς ή πληρούν τις προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας μπορούν να ενταχθούν νόμιμα στην αγορά εργασίας, χωρίς να χρειάζεται να ακολουθηθεί εξαρχής η χρονοβόρα διαδικασία μετάκλησης από τρίτη χώρα.
Η αξιοποίηση αυτού του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού παρουσιάζεται ως μία πιθανή απάντηση στις μεγάλες ελλείψεις προσωπικού. Την ίδια στιγμή, όμως, αναδεικνύονται και δυσκολίες ένταξης, καθώς δεν διαθέτουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι την απαραίτητη κατάρτιση, γλωσσική επάρκεια ή δυνατότητα άμεσης μετακίνησης προς τις περιοχές όπου υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρεται ακόμη ότι άνθρωποι που φιλοξενούνται σε δομές εμφανίζονται απρόθυμοι να εγκαταλείψουν ένα πλαίσιο όπου έχουν εξασφαλισμένη στέγη και σίτιση για να αναλάβουν μια θέση εργασίας, ιδιαίτερα όταν αυτή βρίσκεται μακριά, προσφέρει χαμηλές αποδοχές ή συνοδεύεται από δύσκολες συνθήκες διαμονής.
Την ίδια ώρα, οι θερινές μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές προς την Ελλάδα παραδοσιακά αυξάνονται λόγω των ευνοϊκότερων καιρικών συνθηκών στη Μεσόγειο. Οι αφίξεις από περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, όπου συνεχίζονται πολεμικές συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια, δημιουργούν ένα επιπλέον πεδίο συζήτησης για το κατά πόσο μέρος των ανθρώπων αυτών μπορεί, υπό συγκεκριμένες νόμιμες προϋποθέσεις, να ενταχθεί στην αγορά εργασίας.
Η πραγματικότητα, πάντως, αποκαλύπτει και τις χρόνιες αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού. Παρά τις ανάγκες δεκάδων χιλιάδων επιχειρήσεων, η διαδικασία μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες παρέμενε επί χρόνια εξαιρετικά αργή, με τις καθυστερήσεις να φτάνουν ακόμη και τους έξι μήνες.
Ο πρόσφατος νόμος του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου επιχειρεί να περιορίσει τη γραφειοκρατία, θέτοντας ως στόχο την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός 90 ημερών. Θεωρητικά, η αλλαγή περιορίζει σημαντικά το προηγούμενο χρονικό διάστημα αναμονής.
Στην πράξη, ωστόσο, οι δυσκολίες δεν έχουν εξαφανιστεί. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, από την έναρξη της φετινής τουριστικής περιόδου εργάζονται στην Ελλάδα περίπου 45.000 αλλοδαποί εργαζόμενοι οι οποίοι είχαν απασχοληθεί και την προηγούμενη χρονιά, ενώ μόλις περίπου 10.000 νέοι εργαζόμενοι από τρίτες χώρες κατάφεραν να ολοκληρώσουν εγκαίρως τις διαδικασίες και να βρεθούν στις θέσεις για τις οποίες είχαν προσληφθεί.
Το μεγαλύτερο κενό καταγράφεται πλέον στις ειδικότητες αυξημένης εξειδίκευσης. Στον τουρισμό, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν sommelier, executive chefs, προϊσταμένους housekeeping, bartenders, τεχνικούς συντήρησης εξοπλισμού, προσωπικό spa και εξειδικευμένους εργαζομένους στο front office.
Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στα μεγάλα εργοτάξια, όπου η έλλειψη πιστοποιημένων τεχνιτών δημιουργεί καθυστερήσεις, αυξάνει το εργατικό κόστος και εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών για τους διαθέσιμους εργαζομένους.
Ταυτόχρονα αυξάνονται οι καταγγελίες αλλοδαπών εργαζομένων, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα, για περιπτώσεις εκμετάλλευσης από μεσάζοντες. Εργάτες που εισέρχονται νόμιμα στη χώρα καταγγέλλουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις παραμένουν απλήρωτοι ή ανασφάλιστοι, ενώ υπάρχουν αναφορές ακόμη και για παρακράτηση διαβατηρίων.
Οι επίσημοι φορείς των αγροτικών συνεταιρισμών και του τουρισμού υποστηρίζουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων εφαρμόζει την εργατική νομοθεσία και ότι παρεμβαίνουν όταν εντοπίζονται φαινόμενα καταχρηστικής συμπεριφοράς. Οι καταγγελίες, πάντως, αναδεικνύουν την ανάγκη ισχυρότερων ελέγχων σε μια αγορά που εξαρτάται ολοένα περισσότερο από εργαζομένους τρίτων χωρών.
Αμοιβές έως 4.000 ευρώ στις κατασκευές και 5.000 ευρώ στον τουρισμό
Ο Ευάγγελος Κανελλόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της WorkInGreece.io, επισημαίνει ότι η ένταξη ανθρώπων που βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αυτόματη λύση. Απαιτούνται αξιολόγηση δεξιοτήτων, εκπαίδευση, γλωσσική υποστήριξη, οργανωμένη συνεργασία με τις επιχειρήσεις και παρακολούθηση των πρώτων σταδίων της απασχόλησης.
Πρακτικά ζητήματα, όπως η μετακίνηση, η στέγαση, η προσαρμογή στις απαιτήσεις της επιχείρησης και η επικοινωνία στο εργασιακό περιβάλλον, μπορούν να κρίνουν αν μια πρόσληψη θα εξελιχθεί ομαλά ή θα καταλήξει σε αποτυχία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, όπου η διαδικασία έχει οργανωθεί σωστά καταγράφονται ήδη θετικά αποτελέσματα. Φέτος πραγματοποιήθηκαν τοποθετήσεις στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στα logistics και στον τουρισμό, ακόμη και σε θέσεις που παρέμεναν κενές για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αρκετοί εργαζόμενοι που προέρχονται από τρίτες χώρες διαθέτουν ήδη σημαντική επαγγελματική εμπειρία. Έχουν εργαστεί σε εργοστάσια, αποθήκες, οικοδομές, ξενοδοχεία, γεωργικές επιχειρήσεις και τεχνικές ειδικότητες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προσαρμόζονται γρήγορα όταν υπάρχει οργανωμένο εργασιακό περιβάλλον και επαρκής υποστήριξη.
Σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και εργασιακή ένταξη διαδραματίζουν επίσης φορείς όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ο Νόστος, η ΜΕΤΑδραση και η Κάριτας Ελλάς, παρέχοντας ενημέρωση και υποστήριξη σε ανθρώπους που επιχειρούν να ενταχθούν στην ελληνική αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα δεδομένα για τις αμοιβές. Σύμφωνα με πανελλαδική μελέτη της WorkInGreece.io, οι αποδοχές των εργαζομένων από τρίτες χώρες δεν καθορίζονται από την εθνικότητα, αλλά από επαγγελματικά κριτήρια όπως η εμπειρία, η τεχνική κατάρτιση, οι πιστοποιήσεις, η γνώση αγγλικών και η διεθνής προϋπηρεσία.
Ένας πιστοποιημένος ηλεκτροσυγκολλητής από το Βιετνάμ, για παράδειγμα, μπορεί να λαμβάνει από 2.100 έως 3.500 ευρώ καθαρά τον μήνα, ενώ εξειδικευμένος τεχνίτης που απασχολείται σε ενεργειακά έργα μπορεί να φτάσει έως τα 3.300 ευρώ.
Ακόμη υψηλότερες είναι οι αποδοχές σε θέσεις επίβλεψης, οργάνωσης εργοταξίου και ποιοτικού ελέγχου. Εργοδηγοί και υπεύθυνοι εργοταξίων από χώρες όπως η Αίγυπτος και η Ινδία μπορούν, ανάλογα με την εμπειρία και το έργο, να φτάσουν ακόμη και τα 4.000 ευρώ τον μήνα.
Στον τουρισμό, οι χαμηλότερες βαθμίδες απασχόλησης σε εστίαση, κουζίνα και καθαριότητα ξεκινούν συνήθως κοντά στα 950 ευρώ καθαρά. Όσο αυξάνεται όμως η εξειδίκευση, η ευθύνη και η εμπειρία, οι αμοιβές ανεβαίνουν σημαντικά, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για executive chefs σε μονάδες υψηλών προδιαγραφών, ακόμη και τα 5.000 ευρώ.
Η εικόνα της αγοράς εργασίας αποτυπώνει έτσι ένα βαθύτερο πρόβλημα για την ελληνική οικονομία. Από τη μία πλευρά, εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις παραμένουν κενές. Από την άλλη, το κράτος εξακολουθεί να προσπαθεί να οργανώσει με καθυστέρηση ένα λειτουργικό σύστημα μετακλήσεων, κατάρτισης και ένταξης εργαζομένων από τρίτες χώρες.
Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη στραφεί εκεί όπου βρίσκουν διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό και, όταν πρόκειται για πραγματικά εξειδικευμένους εργαζομένους, πληρώνουν πλέον αμοιβές που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν εξαιρετικά υψηλές για την ελληνική αγορά. Το ζήτημα δεν είναι πλέον αν η χώρα χρειάζεται εργαζομένους. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί από τις περίπου 250.000 κενές θέσεις. Το κρίσιμο είναι αν μπορεί να οργανώσει μια αγορά εργασίας που θα καλύπτει τις ανάγκες της οικονομίας χωρίς γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, χωρίς εκμετάλλευση εργαζομένων και με σαφείς κανόνες για όλους.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Μανχάταν: Άνδρας με μαχαίρι έπεσε νεκρός από πυρά της NYPD
Γεωργιάδης για fake news: «Μέχρι τις εκλογές θα μας πνίξουν στα ψέματα»