8 Ιουλίου 2026

Τραμπ–Ερντογάν στην Άγκυρα: Τα F-35, οι S-400 και η δύσκολη εξίσωση για την Αθήνα

Η 36η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ άνοιξε στην Άγκυρα με ένα σκηνικό υψηλού συμβολισμού, το οποίο ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φρόντισε να οικοδομήσει γύρω από την παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ. Η υποδοχή του Αμερικανού προέδρου στο αεροδρόμιο Εσένμπογα έγινε από τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο, με στρατιωτικές τιμές, αγήματα και κανονιοβολισμούς στο προεδρικό συγκρότημα Μπεστεπέ.

Η εικόνα αυτή ξεχώρισε σε σχέση με την υποδοχή των υπόλοιπων ηγετών και δεν περιορίστηκε στο τυπικό διπλωματικό πρωτόκολλο. Ήταν ένα σαφές πολιτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον, την Ευρώπη, την Αθήνα και το εσωτερικό ακροατήριο της Τουρκίας. Ο Ερντογάν επιχείρησε να δείξει ότι η Άγκυρα επιστρέφει στο κέντρο των μεγάλων αποφάσεων του ΝΑΤΟ και ότι η προσωπική σχέση με τον Τραμπ αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αυτής της επαναφοράς.

Στη συνάντηση των δύο ηγετών στο Λευκό Παλάτι, ο Τραμπ έδωσε στον οικοδεσπότη του πολιτικό χώρο, χωρίς να δώσει καθαρή και δεσμευτική απόφαση. Ερωτηθείς για τα F-35, περιορίστηκε να δηλώσει ότι το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ χαρακτήρισε την Τουρκία «πιο πιστή» από άλλες χώρες.

Για τις κυρώσεις CAATSA, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε πολύ πιο κατηγορηματικός, δηλώνοντας ότι θα αρθούν, καθώς δεν επιθυμεί, όπως είπε, να επιβάλλει κυρώσεις σε φίλους. Η δήλωση αυτή έδωσε στον Ερντογάν το επικοινωνιακό υλικό που αναζητούσε, χωρίς όμως να λύνει το μεγάλο θεσμικό πρόβλημα της τουρκικής επιστροφής στο πρόγραμμα των F-35.

Ο Τούρκος πρόεδρος απάντησε με τη δική του αφήγηση, υποστηρίζοντας ότι είχαν δοθεί διαβεβαιώσεις για πέντε αεροσκάφη F-35 και ότι αναμένει ευνοϊκή εξέλιξη μέσα από τη Σύνοδο. Παράλληλα, έθεσε και το ζήτημα των κινητήρων για το εθνικό μαχητικό KAAN, το οποίο αποτελεί κεντρικό κομμάτι της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός περί πέντε αεροσκαφών παραμένει θέση της τουρκικής πλευράς και δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τραμπ μίλησε για εξέταση του θέματος και όχι για οριστική απόφαση. Το πραγματικό εμπόδιο παραμένει το ίδιο: το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, το οποίο η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί.

Το Κογκρέσο, οι κινητήρες και το δύσκολο παζάρι των F-35

Παρά τις θερμές δηλώσεις Τραμπ, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν είναι απλή υπόθεση. Η αμερικανική γραφειοκρατία, το Πεντάγωνο και κυρίως το Κογκρέσο δύσκολα θα αποδεχθούν την επανένταξη της Άγκυρας όσο παραμένει ενεργό το ζήτημα των S-400. Η νομοθετική απαγόρευση και οι πολιτικές αντιστάσεις στην Ουάσιγκτον εξακολουθούν να λειτουργούν ως ισχυρό ανάχωμα.

Το συνολικό πλαίσιο, όμως, δεν είναι αμελητέο. Λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο, ο Τραμπ είχε ήδη ενημερώσει το Κογκρέσο για πώληση κινητήρων GE F110 στην Τουρκία, αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων. Η κίνηση αυτή δείχνει ότι η αμερικανική διοίκηση αναζητά διαύλους αμυντικής συνεργασίας με την Άγκυρα, ακόμη και όταν το ζήτημα των F-35 παραμένει θεσμικά μπλοκαρισμένο.

Οι αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον παραμένουν έντονες. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Κόρνιν τάχθηκε κατά της επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα, ενώ ο Λίντσεϊ Γκράχαμ εμφανίστηκε πιο ανοικτός. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς άφησε να εννοηθεί ότι εξετάζεται αν η Άγκυρα έχει συμμορφωθεί με την αμερικανική νομοθεσία.

Παράλληλα, δεκαοκτώ βουλευτές υπενθύμισαν με επιστολή τον αποκλεισμό της Τουρκίας το 2019, μετά την αγορά των S-400. Το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: με ποιον τρόπο θα μπορούσε ο Τραμπ να παρακάμψει το νομοθετικό πλαίσιο και τις αντιδράσεις του Κογκρέσου, αν αποφασίσει να προχωρήσει πιο βαθιά στην αποκατάσταση της Τουρκίας στο πρόγραμμα.

Στην ίδια εξίσωση μπήκε και το Ισραήλ. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, με δημόσια παρέμβασή του, υποστήριξε ότι η Τουρκία απειλεί την Ελλάδα και κατέχει τη μισή Κύπρο, καλώντας την Ουάσιγκτον να μη δώσει το F-35 στην Άγκυρα. Η παρέμβαση αυτή δημιουργεί μια σύγκλιση συμφερόντων που η Αθήνα παρακολουθεί με προφανή ικανοποίηση, καθώς λειτουργεί ενισχυτικά στην ελληνική επιχειρηματολογία.

Η ελληνική γραμμή και το πραγματικό ρίσκο

Η ελληνική αποστολή προσήλθε στην Άγκυρα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Γιώργο Γεραπετρίτη, χωρίς προγραμματισμένη διμερή συνάντηση με τον Ερντογάν. Οι δύο ηγέτες αντάλλαξαν θερμή χειραψία στο δείπνο, ενώ η Μαρέβα Μητσοτάκη ασπάστηκε την Εμινέ Ερντογάν, σε μια εικόνα τυπικής διπλωματικής ευγένειας που δεν αλλάζει την ουσία των ελληνοτουρκικών εκκρεμοτήτων.

Η Αθήνα επέμεινε στη γραμμή της ψυχραιμίας και της θεσμικής ανάγνωσης των εξελίξεων. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης, πριν μεταβεί στην Άγκυρα, ξεκαθάρισε από τη Βουλή ότι στην παρούσα φάση δεν τίθεται ζήτημα άρσης της απαγόρευσης για τα τουρκικά F-35, καθώς οποιαδήποτε αλλαγή απαιτεί νέα απόφαση του Κογκρέσου.

Το ελληνικό πλεονέκτημα στηρίζεται πλέον σε μια ασυμμετρία που έχει ήδη διαμορφωθεί. Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει 20 F-35, με δικαίωμα προαίρεσης για άλλα 20, ενώ τα πρώτα αεροσκάφη αναμένονται στην Ανδραβίδα τον Νοέμβριο του 2029. Παράλληλα, βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα του ΝΑΤΟ ως προς τις αμυντικές δαπάνες, με ποσοστό περίπου 3,6% του ΑΕΠ.

Την ίδια στιγμή, ο Μαρκ Ρούτε προανήγγειλε νέα εξοπλιστικά συμβόλαια δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο πλαίσιο της συζήτησης για τον στόχο του 5% του ΑΕΠ στις αμυντικές δαπάνες έως το 2035. Η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ μπαίνουν σε νέο κύκλο στρατιωτικών δαπανών, με την Ελλάδα να επιχειρεί να εμφανιστεί ως συνεπής και αξιόπιστος σύμμαχος.

Τα οφέλη για την Αθήνα είναι υπαρκτά. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον καθαρό αεροπορικό προβάδισμα, εμφανίζεται ως σταθερός εταίρος και αξιοποιεί τις αντιδράσεις του Ισραήλ και σημαντικού τμήματος του αμερικανικού πολιτικού συστήματος απέναντι στην Τουρκία. Αυτό το πλέγμα δημιουργεί χρόνο και διπλωματικό χώρο.

Οι κίνδυνοι, όμως, είναι εξίσου συγκεκριμένοι. Η προσωπική σχέση Τραμπ και Ερντογάν, η προοπτική άρσης των κυρώσεων και η πώληση κινητήρων για το KAAN δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον βλέπει ξανά την Τουρκία ως εμπορικό και στρατηγικό εταίρο υψηλής αξίας. Αυτή η μετατόπιση συμπιέζει σταδιακά το ελληνικό αφήγημα της μοναδικής αξιόπιστης δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Τραμπ έδωσε στον Ερντογάν το πιο εύκολο δώρο: δημόσιες λέξεις, θετικά σήματα και πολιτική αναγνώριση. Κράτησε όμως την ακριβή υπογραφή, δηλαδή τα F-35, παγιδευμένη σε ένα Κογκρέσο που δεν ελέγχει πλήρως. Για την Αθήνα, το άμεσο ζήτημα δεν είναι αν η Τουρκία θα παραλάβει αύριο τα μαχητικά. Το βαθύτερο ρίσκο είναι η σταδιακή αποκατάσταση της Άγκυρας ως προνομιακού συνομιλητή της Ουάσιγκτον.

Το Μέγαρο Μαξίμου κέρδισε χρόνο, λόγω Κογκρέσου, S-400, ισραηλινών αντιδράσεων και ελληνικής εξοπλιστικής προόδου. Δεν κέρδισε όμως οριστική ασφάλεια για το μέλλον. Η Σύνοδος της Άγκυρας έδειξε ότι η Τουρκία δεν έχει ακόμη περάσει την πύλη των F-35, αλλά έχει ξαναμπεί δυναμικά στο τραπέζι της αμερικανικής διαπραγμάτευσης. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα για την ελληνική στρατηγική.