15 Φεβρουαρίου 2026

Τράπεζα της Ελλάδος: Κράτος εν κράτει με άγνωστους μετόχους και ανεξέλεγκτες αποφάσεις

Η συνέντευξη του Διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος άνοιξε νέο κύκλο αντιδράσεων και επανέφερε στο προσκήνιο κρίσιμα δεδομένα για τον ρόλο και τη λειτουργία της. Η Τράπεζα ιδρύθηκε το 1927 κατ’ επιταγήν της Τράπεζα της Αγγλίας, αναλαμβάνοντας από την Εθνική Τράπεζα την αρμοδιότητα έκδοσης χαρτονομίσματος, με καταστατικό που συγκροτεί ένα θεσμικό πλαίσιο αυξημένης αυτονομίας.

Η Τράπεζα καθορίζει τη νομισματική πολιτική, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει δικαίωμα παρέμβασης ούτε ελέγχου στον τρόπο λειτουργίας και στα οικονομικά της αποτελέσματα. Διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των αποθεμάτων χρυσού, ασκώντας κεντρικό ρόλο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Παράλληλα είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο, με εμπορική δραστηριότητα και επενδυτική παρουσία. Ο συνδυασμός του ρόλου του επόπτη της νομισματικής πολιτικής με εκείνον του συμμετέχοντος στην αγορά δημιουργεί ζητήματα θεσμικής ισορροπίας. Η μετοχική της σύνθεση παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό, χωρίς δημόσια εικόνα για το εύρος και την προέλευση των συμφερόντων που εκπροσωπούνται.

Το 1999, κατά την περίοδο της χρηματιστηριακής έξαρσης, δεκάδες δισεκατομμύρια μετακινήθηκαν από τα ελληνικά νοικοκυριά προς αγορές του εξωτερικού χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και φορολόγηση. Το 2003 η Τράπεζα προχώρησε στην πώληση 20 τόνων χρυσού σε περίοδο πτωτικών τιμών, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.

Το 2010, η εκρηκτική πιστωτική επέκταση των τραπεζών, με εκτεταμένη χορήγηση δανείων χωρίς επαρκή κεφαλαιακή βάση, οδήγησε σε διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις. Το βάρος μεταφέρθηκε στις κυβερνήσεις και στους φορολογουμένους, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του συστήματος.

Κατά την περίοδο των μνημονίων, η αποδοχή των σχετικών δεσμεύσεων και η εκποίηση δημόσιας περιουσίας προχώρησαν χωρίς προηγούμενη συνολική αποτίμηση της αξίας τους. Την ίδια ώρα, τα κόμματα εξουσίας, Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, συσσώρευσαν δανειακές υποχρεώσεις που υπερβαίνουν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, ενώ στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ καταγράφηκαν σοβαρές καταγγελίες για καταχρηστική διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων.

Στο παρόν, η διατήρηση υψηλής διαφοράς μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων και οι προμήθειες στις τραπεζικές συναλλαγές ενισχύουν την κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων, υπό την εποπτεία της κεντρικής τράπεζας που διαθέτει πλήρη εικόνα των συναλλαγών σε πραγματικό χρόνο.

Το συμπέρασμα που διατυπώνεται είναι σαφές: η Τράπεζα της Ελλάδος λειτουργεί εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκή Ένωση, με προτεραιότητες που εναρμονίζονται με τη θεσμική αρχιτεκτονική της ευρωζώνης. Αυτή είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως καταγράφονται.