Κόκκινα δάνεια: Νέα αύξηση 529 εκατ. ευρώ – Στο κόκκινο στεγαστικά και νοικοκυριά
Ανησυχητικά σημάδια εμφανίζει η εικόνα των κόκκινων δανείων στις ελληνικές τράπεζες, καθώς το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκε νέα αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις να παρουσιάζουν σημαντική επιδείνωση. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος και αποτυπώνουν την επιδείνωση της ποιότητας μέρους του τραπεζικού δανειακού χαρτοφυλακίου.
Το συνολικό υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) έφθασε τα 6,2 δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2026, σημειώνοντας αύξηση 9,3% συγκριτικά με τον Δεκέμβριο του 2025. Μέσα σε μόλις έξι μήνες προστέθηκαν 529 εκατομμύρια ευρώ στο απόθεμα των προβληματικών δανείων, το οποίο στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς ανερχόταν σε 5,7 δισ. ευρώ.
Η μεταβολή καταγράφεται στα στοιχεία των τραπεζών σε ατομική βάση και αφορά δάνεια που παραμένουν στους ισολογισμούς τους. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς καταδεικνύει ότι εξακολουθούν να δημιουργούνται νέες καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση τραπεζικών υποχρεώσεων.
Κατά το πρώτο εξάμηνο, οι μετακινήσεις δανείων από την κατηγορία των εξυπηρετούμενων σε εκείνη των μη εξυπηρετούμενων ανήλθαν σε 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντίθετα, μόλις 388 εκατομμύρια ευρώ επανήλθαν σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική απόσταση μεταξύ νέων καθυστερήσεων και αποκατάστασης υφιστάμενων οφειλών.
Περιορισμένη ήταν και η επίδραση των διαγραφών δανείων, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 73 εκατομμύρια ευρώ. Η χαμηλή αυτή επίδοση, σε συνδυασμό με την αυξημένη εισροή νέων προβληματικών απαιτήσεων, συνέβαλε στην ανοδική πορεία του συνολικού αποθέματος.
Στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια: Αυξάνονται οι καθυστερήσεις των νοικοκυριών
Ιδιαίτερα έντονη εμφανίζεται η επιδείνωση στα στεγαστικά δάνεια, όπου οι μη εξυπηρετούμενες οφειλές αυξήθηκαν κατά 14,8% μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση μεταξύ των βασικών κατηγοριών δανείων που εξετάζονται στην έκθεση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει ένα μέρος της μεταβολής με τις εξελίξεις γύρω από τη νομοθετική αντιμετώπιση των δανείων σε ελβετικό φράγκο, καθώς και με τραπεζικές πρωτοβουλίες που αφορούν συγκεκριμένα ρυθμισμένα στεγαστικά δάνεια ευάλωτων νοικοκυριών.
Επιδείνωση καταγράφηκε και στην καταναλωτική πίστη, με τα κόκκινα καταναλωτικά δάνεια να αυξάνονται κατά 11,7%. Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, γεγονός που καθιστά την εξέλιξη ιδιαίτερα σημαντική για την παρακολούθηση της οικονομικής κατάστασης των δανειοληπτών.
Συνολικά, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των νοικοκυριών διαμορφώθηκαν στα 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 8,6% του συνολικού υπολοίπου των δανείων προς ιδιώτες.
Από αυτά, τα 2,3 δισ. ευρώ αφορούν στεγαστικές χορηγήσεις, ενώ περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούν σε καταναλωτικά δάνεια. Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι, παρά τη μεγάλη αποκλιμάκωση των κόκκινων δανείων την προηγούμενη δεκαετία, σημαντικό μέρος των τραπεζικών απαιτήσεων προς τα νοικοκυριά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα αποπληρωμής.
Μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες υπό αυξανόμενη πίεση
Ανοδικά κινήθηκαν και τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια, τα οποία αυξήθηκαν κατά 5,4% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025 και διαμορφώθηκαν κοντά στα 3,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο σχετικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων ανήλθε στο 2,2%.
Η εντονότερη ποσοστιαία αύξηση καταγράφηκε στις χρηματοδοτήσεις προς ελεύθερους επαγγελματίες, ατομικές επιχειρήσεις και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπου το απόθεμα προβληματικών δανείων ενισχύθηκε κατά 12,5%.
Στις μεγάλες επιχειρήσεις η αντίστοιχη αύξηση περιορίστηκε στο 3,8%, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 1,2%. Διαφορετική εικόνα παρουσίασε η ναυτιλία, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του κλάδου να υποχωρούν κατά 7,3%.
Οι αποκλίσεις μεταξύ των επιχειρηματικών κατηγοριών αναδεικνύουν ότι η επιδείνωση της ποιότητας των δανείων έχει διαφορετική ένταση ανάλογα με το μέγεθος και τη δραστηριότητα των δανειοληπτών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η περίπτωση των μικρότερων επαγγελματικών μονάδων, στις οποίες καταγράφεται η μεγαλύτερη αναλογική αύξηση.
Σε βάθος δεκαετίας, πάντως, η εικόνα του τραπεζικού συστήματος έχει μεταβληθεί σημαντικά. Από τον Μάρτιο του 2016, όταν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν φθάσει στο ιστορικά υψηλότερο επίπεδό τους, το συνολικό απόθεμά τους έχει μειωθεί κατά 101 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή κατά 94%.
Η μεγάλη αυτή υποχώρηση συνδέεται με την πολυετή προσπάθεια εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών. Ωστόσο, τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026 καταγράφουν μια νέα επιδείνωση, καθώς οι εισροές προβληματικών δανείων ξεπέρασαν σημαντικά τις επαναφορές δανείων σε κανονική εξυπηρέτηση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι η καθαρή εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέμεινε θετική, συμβάλλοντας στην αύξηση του συνολικού αποθέματος. Τα δεδομένα καθιστούν αναγκαία τη στενή παρακολούθηση της δυνατότητας αποπληρωμής των δανειοληπτών και της ποιότητας των τραπεζικών χορηγήσεων.
Η αύξηση κατά 529 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε ένα εξάμηνο αποτελεί σαφές προειδοποιητικό στοιχείο για την εξέλιξη των κόκκινων δανείων. Ιδιαίτερα οι αυξήσεις στα στεγαστικά, στα καταναλωτικά δάνεια και στις χρηματοδοτήσεις των πολύ μικρών επιχειρήσεων δείχνουν ότι η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική οικονομία.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Επίδομα 400 ευρώ: Ποιοι συνταξιούχοι το παίρνουν και ποιοι μένουν εκτός
Αλλάζει η ώρα τα ξημερώματα της Κυριακής – Από τις 04:00 στις 03:00