23 Ιουλίου 2026

Το μπάζωμα στα Τέμπη ανοίγει τον δρόμο για Ειδικό Δικαστήριο

Την παραπομπή του πρώην υφυπουργού Παρά τω Πρωθυπουργώ, Χρήστου Τριαντόπουλου, καθώς και τεσσάρων από τους επτά συγκατηγορουμένους του στο Ειδικό Δικαστήριο για την αλλοίωση του χώρου της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη εισηγείται ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Δημήτρης Μητρουλιάς.

Η εισαγγελική πρόταση έχει υποβληθεί στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο καλείται πλέον να αποφασίσει εάν θα την υιοθετήσει και θα ανοίξει τον δρόμο για νέα δίκη γύρω από τους χειρισμούς που ακολούθησαν το πολύνεκρο δυστύχημα.

Η εξέλιξη έρχεται λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση καταγγελιών ότι οι δικογραφίες για τον Χρήστο Τριαντόπουλο και τον Κώστα Αχ. Καραμανλή παρέμεναν για περίπου έναν χρόνο χωρίς ουσιαστική πρόοδο, προκαλώντας σοβαρά ερωτήματα για τον χρόνο αντίδρασης της Δικαιοσύνης σε μία υπόθεση με τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό βάρος.

Για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος προτείνεται, εκτός από τον Χρήστο Τριαντόπουλο, η παραπομπή του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Κωνσταντίνου Αγοραστού, του πρώην γενικού γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, Βασίλειου Παπαγεωργίου, του πρώην αστυνομικού διευθυντή Λάρισας, Αγάπιου Χαρακόπουλου, και του πρώην συντονιστή Επιχειρήσεων των Πυροσβεστικών Δυνάμεων Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, Ευάγγελου Φαλάρα.

Κατά την εισαγγελική κρίση, οι πράξεις και οι παραλείψεις των πέντε προκάλεσαν βλάβη στους τραυματίες και στις οικογένειες των θυμάτων, καθώς οδήγησαν στην απώλεια κρίσιμου αποδεικτικού υλικού από τον χώρο του δυστυχήματος.

Στο Ειδικό Δικαστήριο οι πέντε – Στη Λάρισα οι τρεις πυροσβέστες

Για τους υπόλοιπους τρεις συγκατηγορουμένους, οι οποίοι υπηρετούσαν τότε στο Ανακριτικό Τμήμα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λάρισας, ο αντιεισαγγελέας διαχωρίζει τη δικογραφία και εισηγείται την επιστροφή της υπόθεσης στη Λάρισα.

Οι τρεις πυροσβέστες προτείνεται να παραπεμφθούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, επίσης για παράβαση καθήκοντος, με αιχμή την ελλιπή πραγματογνωμοσύνη. Εφόσον η πρόταση γίνει δεκτή, θα ακολουθήσει ακόμη μία ξεχωριστή δίκη που συνδέεται με τους χειρισμούς μετά την τραγωδία των Τεμπών.

Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, ο Χρήστος Τριαντόπουλος μετέβη στη Λάρισα στις 2 Μαρτίου 2023 και τέθηκε επικεφαλής των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών για τη διαχείριση των συνεπειών του σιδηροδρομικού δυστυχήματος.

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν στον τόπο των επιχειρήσεων και συμμετείχαν από κοινού στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, μέσα από άτυπες συσκέψεις που πραγματοποιούνταν στην περιοχή.

Η εισαγγελική αρχή επικαλείται, μεταξύ άλλων, δελτίο Τύπου που είχε εκδώσει ο Χρήστος Τριαντόπουλος στις 3 Μαρτίου 2023, το οποίο αξιολογείται ως στοιχείο για τον ρόλο και την παρουσία του στον συντονισμό των ενεργειών.

Κρίσιμο αποδεικτικό υλικό χάθηκε από τον τόπο της τραγωδίας

Η εισαγγελική πρόταση αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις συνέπειες των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στον χώρο. Όπως υποστηρίζεται, οι οικογένειες των θυμάτων στερήθηκαν υλικό απαραίτητο για την άσκηση των δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων.

Παράλληλα, αναφέρεται ότι χάθηκε αξιοποιήσιμο βιολογικό υλικό, το οποίο θα μπορούσε να συμβάλει στην ταυτοποίηση θυμάτων και στη διερεύνηση κρίσιμων παραμέτρων του δυστυχήματος.

Για τον Χρήστο Τριαντόπουλο και τον Κωνσταντίνο Αγοραστό, ο Δημήτρης Μητρουλιάς αναφέρει ότι ενήργησαν με πρόθεση, από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, κατά το χρονικό διάστημα από τις 4 έως τις 8 Μαρτίου 2023.

Κατά την ίδια εισαγγελική εκτίμηση, η επίστρωση του εδάφους με χαλίκια και πίσσα προκάλεσε αλλοιώσεις στον χώρο της τραγωδίας, οι οποίες ήταν ικανές να δυσχεράνουν τις ανακριτικές έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων.

Η πρόταση επισημαίνει ακόμη ότι οι παρεμβάσεις στον τόπο του δυστυχήματος μπορούσαν να ματαιώσουν την εξασφάλιση ιχνών που συνδέονταν με την υπόθεση και να προκαλέσουν ουσιαστική βλάβη στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Η τελική απόφαση ανήκει στο Δικαστικό Συμβούλιο. Η εισαγγελική εισήγηση, ωστόσο, επαναφέρει με τον πιο επίσημο τρόπο στο προσκήνιο τις καταγγελίες για την αλλοίωση του χώρου και εκθέτει την κυβέρνηση σε νέα πολιτική πίεση για τις εντολές, τον συντονισμό και τις ευθύνες των στελεχών που βρέθηκαν στα Τέμπη τις πρώτες ημέρες μετά την καταστροφή.

Η υπόθεση δεν αφορά πλέον μόνο τις επιχειρησιακές επιλογές εκείνων των ημερών. Αγγίζει τον πυρήνα της κρατικής διαχείρισης, της θεσμικής λογοδοσίας και του δικαιώματος των οικογενειών να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη και ποιοι αποφάσισαν τις παρεμβάσεις που αλλοίωσαν έναν κρίσιμο τόπο έρευνας.