Τζέφρι Έπσταϊν: Στη δημοσιότητα φερόμενο σημείωμα αυτοκτονίας που παρέμενε κρυφό επί χρόνια

Ομοσπονδιακός δικαστής στις Ηνωμένες Πολιτείες έδωσε την Τετάρτη στη δημοσιότητα ένα φερόμενο σημείωμα αυτοκτονίας του Τζέφρι Έπσταϊν, το οποίο μέχρι σήμερα παρέμενε εκτός δημόσιας θέασης. Το έγγραφο, που δεν φέρει ημερομηνία ούτε υπογραφή, δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως ως γνήσιο από τις αμερικανικές αρχές και εντάχθηκε στη δικογραφία υπόθεσης που αφορά πρώην συγκρατούμενό του.

Ο συγκεκριμένος κρατούμενος είχε υποστηρίξει ότι ήταν εκείνος που εντόπισε το σημείωμα, συνδέοντάς το με την πρώτη φερόμενη απόπειρα αυτοκτονίας του Έπσταϊν τον Ιούλιο του 2019. Το περιστατικό είχε σημειωθεί λίγες εβδομάδες προτού ο χρηματιστής βρεθεί νεκρός στο κελί του, ενώ ανέμενε να δικαστεί για κατηγορίες που σχετίζονταν με sex trafficking. Ο ιατροδικαστής είχε αποδώσει τότε τον θάνατό του σε αυτοκτονία.

Στο κείμενο του φερόμενου σημειώματος περιλαμβάνονται φράσεις με έντονο προσωπικό τόνο. Σε ένα από τα αποσπάσματα αναφέρεται ότι ερευνούνταν επί μήνες και, σύμφωνα με τον συντάκτη, δεν είχε βρεθεί τίποτα σε βάρος του. Σε άλλο σημείο γίνεται αναφορά στο «προνόμιο» της επιλογής της στιγμής του αποχαιρετισμού, ενώ το κείμενο κλείνει με μια αποστροφή που παραπέμπει σε πλήρη ματαίωση.

Το έγγραφο που παρέμενε κρυφό επί χρόνια

Η δημοσιοποίηση του σημειώματος έρχεται μετά την ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης ότι προχώρησε στη διάθεση εκατομμυρίων εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση Έπσταϊν. Την ύπαρξη του εγγράφου είχε αποκαλύψει πρώτη η New York Times, αναφέροντας ότι το υλικό παρέμενε μακριά από τη δημοσιότητα σχεδόν επτά χρόνια.

Το αμερικανικό μέσο είχε ζητήσει από τον δικαστή Κένεθ Κάρας να επιτρέψει τη δημοσιοποίηση τόσο του συγκεκριμένου σημειώματος όσο και άλλων εγγράφων που συνδέονται με την ποινική υπόθεση του πρώην συγκρατούμενου του Έπσταϊν. Το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν προέβαλε αντίρρηση στη δημοσιοποίηση, αφήνοντας την τελική κρίση στο δικαστήριο.

Σε επιστολή του προς το δικαστήριο, το υπουργείο ανέφερε ότι υπάρχει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον για τις συνθήκες γύρω από τον θάνατο του Έπσταϊν. Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών που περιγράφονται στην αίτηση. Με αυτή τη διατύπωση, οι αμερικανικές αρχές κράτησαν σαφή απόσταση από την αυθεντικότητα του εγγράφου.

Το σημείωμα φέρεται να βρέθηκε τον Ιούλιο του 2019 από τον Νίκολας Ταρταλιόνε, πρώην αστυνομικό και συγκρατούμενο του Έπσταϊν, ο οποίος έχει καταδικαστεί για τετραπλή δολοφονία. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι επανέφερε τον Έπσταϊν στη ζωή μετά την πρώτη φερόμενη απόπειρα αυτοκτονίας.

Οι ισχυρισμοί του πρώην συγκρατούμενου

Πηγές των αρχών είχαν αναφέρει τότε στο CNN ότι ο Έπσταϊν είχε βρεθεί στο κελί του στο Μανχάταν με σημάδια στον λαιμό. Ο Ταρταλιόνε δήλωσε αργότερα στη συγγραφέα και influencer Τζέσικα Ριντ Κράους ότι ο Έπσταϊν είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει όσο βρίσκονταν στο ίδιο κελί και ότι εκείνος τον επανέφερε με ΚΑΡΠΑ.

Κατά τον ισχυρισμό του, ο Έπσταϊν φέρεται να έγραψε το σημείωμα για να αποδείξει τι είχε συμβεί. Ο Ταρταλιόνε υποστήριξε ότι το έγγραφο βρισκόταν μέσα σε ένα βιβλίο και ότι το εντόπισε όταν επέστρεψε στο κελί του και το άνοιξε για να διαβάσει.

Ο πρώην συγκρατούμενος ανέφερε επίσης ότι οι δικηγόροι του ανέθεσαν σε ειδικούς γραφολόγους να εξετάσουν το χειρόγραφο, με σκοπό να διαπιστωθεί αν το κείμενο είχε πράγματι γραφτεί από τον Έπσταϊν. Παρά τους ισχυρισμούς αυτούς, η επίσημη επιβεβαίωση της γνησιότητας του σημειώματος παραμένει εκκρεμής.

Η πρώτη φερόμενη απόπειρα αυτοκτονίας του Έπσταϊν εξακολουθεί να περιβάλλεται από ασάφειες. Σύμφωνα με πληροφορίες του CNN εκείνης της περιόδου, οι σωφρονιστικές αρχές δεν είχαν καταλήξει με βεβαιότητα αν τα τραύματα στον λαιμό του είχαν προκληθεί από τον ίδιο ή αν ήταν αποτέλεσμα επίθεσης.

Αρχικά, ο Έπσταϊν φέρεται να είχε πει στις αρχές ότι είχε δεχθεί επίθεση και ότι τον αποκαλούσαν «παιδόφιλο». Σε εκείνη τη φάση είχε στραφεί και κατά του Ταρταλιόνε, κατηγορώντας τον ότι προσπάθησε να τον σκοτώσει. Στη συνέχεια, όμως, φέρεται να ανακάλεσε τον ισχυρισμό αυτό.

Τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά

Σε μεταγενέστερη συνομιλία με ψυχολόγο της φυλακής, σύμφωνα με έκθεση που περιλαμβάνεται στα νέα έγγραφα, ο Έπσταϊν φέρεται να δήλωσε ότι ο συγκρατούμενός του δεν τον είχε απειλήσει και ότι δεν θυμόταν με ακρίβεια τι είχε συμβεί. Έκθεση του περιστατικού ανέφερε ότι βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα, σε εμβρυακή στάση, με αυτοσχέδια θηλιά γύρω από τον λαιμό του.

Μία ημέρα μετά το περιστατικό, στις 24 Ιουλίου 2019, ο Έπσταϊν φέρεται να είπε σε ψυχολόγο ότι δεν είχε πρόθεση να αυτοκτονήσει. Την επόμενη ημέρα επανέλαβε ότι παρέμενε προσηλωμένος στη νομική του υπόθεση και ότι ήθελε να συνεχίσει να παλεύει για αυτήν, καθώς, όπως φέρεται να είπε, είχε ζωή στην οποία επιθυμούσε να επιστρέψει.

Μετά το περιστατικό, ο Έπσταϊν τέθηκε υπό επιτήρηση αυτοκτονίας στο Metropolitan Correctional Center. Λίγο αργότερα βρέθηκε νεκρός στην ίδια φυλακή, γεγονός που προκάλεσε τεράστιο κύμα θεωριών συνωμοσίας και έντονη αμφισβήτηση γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του.

Η υπόθεση εξακολούθησε να τροφοδοτεί δημόσια συζήτηση λόγω των ισχυρών διασυνδέσεων του Έπσταϊν και των προσώπων υψηλού κύρους που είχαν συνδεθεί κατά καιρούς με τον κύκλο του. Πολλοί αμφισβήτησαν την εκδοχή της αυτοκτονίας, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες θανάτου του έπρεπε να διερευνηθούν σε μεγαλύτερο βάθος.

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε αναφέρει σε υπόμνημά του πέρυσι ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως ο Έπσταϊν δολοφονήθηκε. Παράλληλα, δόθηκαν στη δημοσιότητα δέκα ώρες βιντεοληπτικού υλικού από τις κάμερες ασφαλείας της φυλακής, οι οποίες, σύμφωνα με τις αρχές, δείχνουν ότι κανείς δεν εισήλθε στο κελί του την ημέρα του θανάτου του.

Η δημοσιοποίηση του φερόμενου σημειώματος προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο σε μια υπόθεση που παραμένει φορτισμένη πολιτικά, δικαστικά και κοινωνικά. Παρότι το έγγραφο δεν έχει επίσημα επιβεβαιωθεί ως αυθεντικό, η ένταξή του στη δικογραφία και η δημόσια πρόσβασή του αναμένεται να αναζωπυρώσουν το ενδιαφέρον για τις τελευταίες ημέρες του Τζέφρι Έπσταϊν και για τα αναπάντητα ερωτήματα που εξακολουθούν να συνοδεύουν τον θάνατό του.