Χρέος στο 136,8% του ΑΕΠ το 2026: Το ισχυρό χαρτί της Ελλάδας στους οίκους αξιολόγησης
Η γρήγορη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αναδεικνύεται σε βασικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας ενόψει των επόμενων αξιολογήσεων από τους διεθνείς οίκους. Οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, σε συνδυασμό με την αναπτυξιακή δυναμική, δημιουργούν ευνοϊκότερο περιβάλλον για νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες προβλέψεις, η Ελλάδα αναμένεται στο τέλος του έτους να κλείσει έναν μακρύ αρνητικό κύκλο, που για πολλά χρόνια τη διατηρούσε στην κορυφή της Ευρώπης ως προς το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ. Η πορεία των αριθμών δείχνει ότι η χώρα περνά πλέον σε νέα φάση δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Μετά την τελευταία αναθεώρηση, το ελληνικό δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 136,8% του ΑΕΠ το 2026. Με αυτή την επίδοση θα βρεθεί χαμηλότερα από το αντίστοιχο ιταλικό χρέος, το οποίο προβλέπεται στο 138,6% του ΑΕΠ.
Συνεχής πτώση του χρέους έως το 2029
Η νέα μείωση έρχεται μετά την υποχώρηση του χρέους στο 145,9% του ΑΕΠ το 2025. Οι προβλέψεις δείχνουν περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 130,3% του ΑΕΠ το 2027, ενώ το 2029 το χρέος αναμένεται να προσεγγίσει το 119% του ΑΕΠ, επίπεδο χαμηλότερο από το κρίσιμο όριο του 120%.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μία από τις ταχύτερες μειώσεις δημόσιου χρέους διεθνώς τα τελευταία 40 χρόνια, όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην πρόσφατη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Το στοιχείο αυτό καταγράφεται πλέον και στις εκθέσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι παρακολουθούν στενά τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας.
Η αποκλιμάκωση του χρέους λειτουργεί ως κρίσιμο επιχείρημα για την ελληνική πλευρά, καθώς συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, το κόστος δανεισμού και την εμπιστοσύνη των αγορών. Όσο μειώνεται το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, τόσο ενισχύεται η εικόνα σταθερότητας της οικονομίας.
Στο επίκεντρο οι αξιολογήσεις των οίκων
Στις 8 Μαΐου αναμένεται να ολοκληρωθεί ο πρώτος φετινός κύκλος αξιολόγησης από τους ξένους οίκους, με τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της Fitch. Ο δεύτερος γύρος θα ακολουθήσει από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο του 2026, περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση προσδοκά νέες θετικές κινήσεις για την ελληνική οικονομία.
Οι προσδοκίες για αναβαθμίσεις συνδέονται με τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, την πορεία της ανάπτυξης και την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν και οι γεωπολιτικές εξελίξεις, κυρίως η πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις του στην ενέργεια, στις αγορές και στο διεθνές οικονομικό κλίμα.
Στο κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνονται για φέτος δύο πρόωρες αποπληρωμές χρέους που συνδέεται με την περίοδο των μνημονίων. Μέσα στο καλοκαίρι προβλέπεται η αποπληρωμή 7 δισ. ευρώ από το δάνειο των 52,9 δισ. ευρώ που είχε λάβει η Ελλάδα από τις χώρες της ευρωζώνης.
Παράλληλα, στόχος είναι έως το τέλος του έτους να αποπληρωθεί μέρος του δανείου ύψους 110 δισ. ευρώ που είχε χορηγηθεί μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, του EFSF. Οι κινήσεις αυτές ενισχύουν το μήνυμα ότι η χώρα επιδιώκει ενεργή διαχείριση του χρέους της και ταχύτερη απαλλαγή από βάρη της προηγούμενης δεκαετίας.
Πρωτογενή πλεονάσματα και έσοδα από τη φοροδιαφυγή
Καθοριστικό ρόλο στη μείωση του χρέους έχουν οι δημοσιονομικές επιδόσεις των τελευταίων ετών. Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 ξεπέρασε τον αρχικό στόχο, φτάνοντας στο 4,9% του ΑΕΠ, έναντι πρόβλεψης για 3,7% του ΑΕΠ.
Για το 2026, με βάση τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις, το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,2% του ΑΕΠ, υψηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,8%. Η υπεραπόδοση αυτή ενισχύει τα περιθώρια δημοσιονομικής σταθερότητας και στηρίζει την ταχύτερη υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Σημαντική συμβολή στα ισχυρά πλεονάσματα είχε και η αύξηση των εσόδων από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Το 2025 τα πρόσθετα έσοδα από αυτό το πεδίο εκτιμώνται σε περίπου 3 δισ. ευρώ, ενώ το 2024 είχαν ανέλθει σε 2 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των εισπράξεων από την πάταξη της φοροδιαφυγής συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση του πρωτογενούς πλεονάσματος, το οποίο το 2024 είχε φτάσει στο 4,7% του ΑΕΠ. Η τάση αυτή αποτελεί βασικό παράγοντα στη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας και στην προσπάθεια της Ελλάδας να διατηρήσει θετικό προφίλ απέναντι στους οίκους αξιολόγησης και στις αγορές.
Η μείωση του δημόσιου χρέους, οι πρόωρες αποπληρωμές, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων συνθέτουν το πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η στρατηγική της κυβέρνησης για νέες αναβαθμίσεις. Το ζητούμενο για την επόμενη περίοδο είναι η διατήρηση αυτής της πορείας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Πιο Δημοφιλή
Ο πατριωτισμός κατά περίπτωση και η δημοκρατία αλά καρτ