Η πρόταση δυσπιστίας που κατατέθηκε από την αντιπολίτευση, κατά πάσα πιθανότητα, θα απορριφθεί, καθώς οι συζητήσεις στη Βουλή δείχνουν ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη στήριξη για να ανατραπεί η κυβέρνηση. Παρά την αρνητική ψήφο της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει στην εξουσία, και η θεσμική της νομιμοποίηση παραμένει αναλλοίωτη. Ωστόσο, παρά την τυπική της νομιμοποίηση, η κυβέρνηση έχει ήδη απονομιμοποιηθεί πολιτικά και ηθικά στα μάτια του κόσμου, καθώς η γενικότερη δυσαρέσκεια και η απώλεια εμπιστοσύνης είναι εμφανείς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να της λείπουν τα πολιτικά «καύσιμα» για να διατηρηθεί στην εξουσία μακροπρόθεσμα.
Εν τούτοις, το μεγάλο ερώτημα είναι το εξής: ποιος και πώς θα ανατρέψει αυτή την κατάσταση; Η πολιτική ζωή της κυβέρνησης δεν φαίνεται να κινδυνεύει άμεσα, αλλά είναι σαφές ότι η ανατροπή της θα εξαρτηθεί από τον χρόνο και τις εξελίξεις. Αν και υπάρχουν παράγοντες στην αντιπολίτευση που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες της κυβέρνησης, το πιο κρίσιμο στοιχείο παραμένει η έλλειψη μιας σαφούς εναλλακτικής λύσης που να πείθει το εκλογικό σώμα και να συγκεντρώνει τη στήριξη των πολιτών.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, παρά τις αντίξοες συνθήκες για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο ίδιος διατηρεί ένα πλεονέκτημα: η έλλειψη μιας ισχυρής εναλλακτικής πολιτικής δύναμης. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη συνεχίζει να κινείται πάνω από το 20%, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένουν σε χαμηλότερα ποσοστά, πράγμα που δείχνει την έλλειψη οργανωμένης και πειστικής εναλλακτικής πρότασης για την εξουσία. Παρά τη σφοδρή κριτική που έχει δεχθεί η κυβέρνηση, ιδίως για τη διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών, καθώς και για άλλα ζητήματα, το γεγονός ότι οι πολίτες εξακολουθούν να αναρωτιούνται ποιος μπορεί να τον αντικαταστήσει ενισχύει την πολιτική θέση του Μητσοτάκη.
Όταν τέθηκε το ερώτημα σε παράγοντα της αντιπολίτευσης για το ποιος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον Μητσοτάκη, η απάντηση ήταν «ο οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν καλύτερος», κάτι που, αν και ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις, δεν φαίνεται να πείθει μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος. Οι πολίτες, παρά την απογοήτευσή τους από την κυβέρνηση, δεν είναι ακόμη πεπεισμένοι ότι υπάρχει πραγματικά αξιόπιστος αντικαταστάτης για τον πρωθυπουργό. Η αντιπολίτευση, επομένως, πρέπει να βρει μια σαφή και πειστική απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα για να αναδείξει μια εναλλακτική ηγεσία, αν θέλει να έχει πραγματικές δυνατότητες να εκθρονίσει την κυβέρνηση και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων.
Η συνειδητοποίηση αυτής της πολιτικής πραγματικότητας έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα κόμματα στην Ελλάδα είναι, σε μεγάλο βαθμό, απαξιωμένα στα μάτια του κοινού. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τα υπάρχοντα κόμματα και, ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που θα αναλάβουν την ηγεσία και την ευθύνη του τόπου παίζουν καθοριστικό ρόλο. Χωρίς ηγετικές προσωπικότητες που να εμπνέουν εμπιστοσύνη και να δίνουν την αίσθηση ότι μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα σε μια πιο σταθερή και ευημερούσα πορεία, η αντιπολίτευση δεν μπορεί να δημιουργήσει το απαραίτητο εκλογικό ρεύμα για να φέρει την αλλαγή. Ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες, όπου η Ελλάδα βιώνει μια σειρά από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις, το πολιτικό κενό είναι εμφανές και δεν καλύπτεται από τα υπάρχοντα κόμματα. Οι πολίτες αναζητούν ηγέτες που να εμπνέουν την αίσθηση της ασφάλειας και της ικανότητας να διαχειριστούν τις δύσκολες περιστάσεις της χώρας.
Η αδυναμία της αντιπολίτευσης να αναδείξει έναν τέτοιο ηγέτη, σε συνδυασμό με την απογοήτευση από τα υπάρχοντα πολιτικά πρόσωπα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση προς το παρόν παρατείνεται προς όφελος του Κυριάκου Μητσοτάκη, παρά τις αδυναμίες και τις αποτυχίες της κυβέρνησής του. Η πολιτική αυτή «παράταση ζωής» είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης μιας ισχυρής και οργανωμένης εναλλακτικής πρότασης που να μπορεί να ανατρέψει το κατεστημένο.
Η αλαζονεία που επέδειξε η κυβέρνηση για όλα τα θέματα που διαχειρίστηκε τα τελευταία χρόνια και ειδικά στην υποτίμηση της τραγωδίας των Τεμπών όπου χάθηκαν 57 άνθρωποι, κυρίως μικρά παιδιά είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο ο απλός κόσμος, ο μέσος πολίτης σηκώθηκε από τον καναπέ και συμμετείχε στη μαζική αυτή διαμαρτυρία της 28/2.
Στην αξιολόγηση αυτής της μαζικής συμμετοχής δεν είναι φρόνιμο να εντάξει κανείς όλον αυτόν τον κόσμο σε κάποια ή σε κάποιες κομματικές παρατάξεις. Ο κόσμος ήταν βουβός, ήθελε με κάθε τρόπο να δηλώσει ότι δεν ανέχεται πια την τραγική επικοινωνιακή και μόνο διαχείριση μιας τέτοιου μεγέθους τραγωδίας.
Δεν ήθελε πια να ακούει τους υποστηρικτές της κυβέρνησης στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να υποστηρίζουν με φανατισμό απέναντι στη λογική και στο αίσθημα δικαίου, την προσπάθεια αποπροσανατολισμού και απόκρυψης στοιχείων, την καθυστέρηση της έρευνας και της ποινικής διαδικασίας, επί δύο ολόκληρα χρόνια και να βεβαιώνουν ότι δεν ευθύνεται κανείς για την τραγωδία.
Μπορεί με την πρόταση μομφής να μην υφίσταται καίριο, κοινοβουλευτικά τυπικό πολιτικό ζήτημα, όμως είναι φανερό (σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις) ότι η κυβέρνηση έχει προ πολλού απωλέσει την λαϊκή εντολή. Το πρόβλημα όμως δεν είναι πότε ο πρωθυπουργός θα επιλέξει να κάνει εκλογές.
Το πρόβλημα έγκειται στο ερώτημα αν κάποια παράταξη ή παρατάξεις είναι έτοιμες να αποτελέσουν την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Όμως ο κόσμος μάλλον δείχνει μια απροθυμία να εμπιστευτεί κάποιον συγκεκριμένο χώρο για να αντικαταστήσει το παρόν καθεστώς.
Ας αναζητήσουν οι υπεύθυνοι τις αιτίες που συμβαίνει αυτό, βάζοντας πρώτο στη λίστα των αναζητήσεων τη λέξη “αξιοπιστία” (που συνδυάζεται με τη λέξη υπευθυνότητα) και την απόρριψη της λογικής της εκάστοτε παρεούλας με την οποία θέλουν κάποιοι εδώ και πολλά χρόνια να διαχειρίζονται τα κόμματα.
Δεν μπορούμε να κατηγορούμε την κυβέρνηση για υπερσυγκεντρωτισμό εξουσιών και να ζητάμε αποκέντρωση και αποσυγκέντρωση και τα κόμματα που ευαγγελίζονται το πλάτεμα και το βάθεμα της δημοκρατίας, να λειτουργούν με αποκλεισμούς, με ημέτερους και με επικοινωνιακές λαϊκίστικες λογικές.
Άνοιγμα λέγεται η μέθοδος, που θα οδηγήσει σε συσπείρωση και μεγάλωμα των πολιτικών χώρων, εμπιστοσύνη, ανωτερότητα και μεγαλοσύνη, λέγεται αυτό που πρέπει να διακρίνει τους “νικητές- ηγέτες” κι όχι η μέθοδος του σκαντζόχοιρου. Είναι επιτέλους η ώρα του “εμείς” κι όχι του “εγώ και η παρέα μου”.
Πιο Δημοφιλή
Μετακίνηση εκτός ΟΠΕΚΕΠΕ της Παρασκευής Τυχεροπούλου
Πιο Πρόσφατα
Η Ελλάδα μπλοκαρισμένη και οι πολίτες χωρίς απαντήσεις