Υποκλοπές: Τρίτη αρχειοθέτηση και νέα θύελλα – Τα ερωτήματα για Predator μένουν
Στο αρχείο παραμένει για τρίτη φορά η υπόθεση των υποκλοπών και του παράνομου λογισμικού Predator, μετά την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, να απορρίψει τα αιτήματα για επανεκκίνηση της έρευνας που είχαν υποβάλει ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο πρώην υπουργός Χρίστος Σπίρτζης και ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.
Η νέα αρχειοθέτηση προκαλεί ήδη έντονες πολιτικές και νομικές αντιδράσεις, καθώς η υπόθεση εξακολουθεί να συνοδεύεται από κρίσιμα αναπάντητα ερωτήματα για τους εντολείς, τους χρηματοδότες και τους πραγματικούς χειριστές του Predator, αλλά και για το εύρος των διασυνδέσεων μεταξύ ιδιωτικών εταιρειών και κρατικών μηχανισμών.
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με ξεχωριστές πράξεις για κάθε αίτημα, έκρινε ότι στην παρούσα φάση δεν υπάρχουν τα νέα εκείνα στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την ανάσυρση της δικογραφίας και την έναρξη νέου κύκλου έρευνας.
Στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος είχε ζητήσει πλήρη διερεύνηση της καταγγελλόμενης παγίδευσής του, η εισαγγελική κρίση ήταν ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που είχαν ήδη εξεταστεί σε προηγούμενα στάδια της υπόθεσης από ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς.
Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση και του αιτήματος του Χρίστου Σπίρτζη. Ο πρώην υπουργός είχε προσκομίσει ηλεκτρονικά μηνύματα από το κινητό του, μεταξύ των οποίων και μήνυμα που έφερε ένδειξη «απόρρητο». Ωστόσο, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, τα συγκεκριμένα στοιχεία είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης κατά την πολύμηνη δίκη των τεσσάρων ιδιωτών που κατέληξε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σε βαριές καταδίκες συνολικού ύψους 126 ετών.
Τα αιτήματα Κεσσέ και το ζήτημα των καταδικασθέντων
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλούν και τα αιτήματα που κατέθεσε ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, επικαλούμενος τόσο τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης όσο και δημόσιες τοποθετήσεις του Ταλ Ντίλιαν.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης που περιγράφεται στο δημοσίευμα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι υπάρχουν νομικά εμπόδια για την επανέναρξη της έρευνας. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι ο Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος έχει δηλώσει δημόσια ότι εμπορεύθηκε το Predator σε κρατικές οντότητες, θεωρείται εμπλεκόμενος στην υπόθεση και δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας με τρόπο που να παράγει αξιοποιήσιμο αποδεικτικό αποτέλεσμα.
Ανάλογη νομική προσέγγιση, κατά το δημοσίευμα, εφαρμόζεται και στους υπόλοιπους τρεις καταδικασθέντες.
Αυτή ακριβώς η ερμηνεία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης. Οι επικριτές της απόφασης υποστηρίζουν ότι η Δικαιοσύνη διαθέτει νέα πραγματικά δεδομένα που προέκυψαν από τη δίκη και ότι αυτά θα έπρεπε να αξιοποιηθούν για να αναζητηθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες πέρα από τα πρόσωπα που έχουν ήδη καταδικαστεί.
Ο Ζαχαρίας Κεσσές εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της εισαγγελικής απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η νέα αρχειοθέτηση λειτουργεί ως διαδικαστικό εμπόδιο στην πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης.
Ο δικηγόρος των θυμάτων έκανε λόγο για «σκυταλοδρομία συγκάλυψης», κατηγορώντας τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι επέλεξε νομικές ερμηνείες που, κατά την άποψή του, απομακρύνουν τη διαδικασία από την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας.
Όπως υποστήριξε, τα νέα δεδομένα δεν εξετάστηκαν στην ουσία τους και η εισαγγελική επιχειρηματολογία δημιουργεί ένα πλαίσιο που αποκλείει την περαιτέρω διερεύνηση μιας υπόθεσης με βαρύ θεσμικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Κατά τον ίδιο, η απόφαση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, καθώς αφήνει ανοικτά τα βασικά ερωτήματα γύρω από το ποιοι βρίσκονταν πίσω από τις παρακολουθήσεις και ποια ήταν η πραγματική αλυσίδα εντολών.
Σφοδρή πολιτική σύγκρουση για την τρίτη αρχειοθέτηση
Σκληρή ήταν και η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποστήριξε ότι η απόφαση να παραμείνει η υπόθεση στο αρχείο ενισχύει το κλίμα δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς.
Η Χαριλάου Τρικούπη επισημαίνει ότι εξακολουθούν να μην έχουν δοθεί πλήρεις απαντήσεις για τους εντολείς, τους χρηματοδότες και τους χειριστές του Predator, ενώ θεωρεί ανεπαρκή ως γενική απάντηση την επίκληση απουσίας «νέων ουσιωδών στοιχείων» ή ενός «οιονεί δεδικασμένου».
Το ΠΑΣΟΚ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά, υποστηρίζοντας ότι μια καταγγελλόμενη απόπειρα παρακολούθησης πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος έχει πρόσβαση σε πληροφορίες εθνικού ενδιαφέροντος, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως υπόθεση περιορισμένης σημασίας.
Κατά την ανακοίνωση του κόμματος, εξακολουθούν να απαιτούν απάντηση ερωτήματα όπως ποιος αποφάσισε τη στοχοποίηση, ποιος διέθετε το παράνομο λογισμικό, από πού προήλθε η σχετική εντολή και ποιος θα μπορούσε να έχει όφελος από την παρακολούθηση.
Αντίστοιχα, για την υπόθεση Σπίρτζη, το ΠΑΣΟΚ σημειώνει ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν υπήρχαν κατά την πρώτη αρχειοθέτηση και συνεπώς, κατά τη θέση του κόμματος, θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο ουσιαστικής διερεύνησης.
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους κινήθηκε και άλλη ανακοίνωση πολιτικού φορέα που παρατίθεται στο δημοσίευμα, κάνοντας λόγο για άρνηση περαιτέρω διερεύνησης παρά τα στοιχεία που προέκυψαν στη δίκη και τις δημόσιες δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν.
Η ανακοίνωση υποστηρίζει ότι η υπόθεση διατηρεί ανοιχτή τη συζήτηση για τα όρια της δικαστικής έρευνας και για το κατά πόσο αξιοποιήθηκαν στο σύνολό τους τα δεδομένα που προέκυψαν μετά τις καταδίκες των τεσσάρων ιδιωτών.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δήλωσε ότι «η δημοκρατία δεν μπαίνει στο αρχείο» και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εξακολουθεί να αποφεύγει την πλήρη διαλεύκανση των παρακολουθήσεων.
Η αξιωματική αντιπολίτευση επαναφέρει στο προσκήνιο τα θεμελιώδη ερωτήματα για το ποιος έδωσε τις εντολές, αν υπήρχε ενιαίο κέντρο παρακολουθήσεων, ποια ήταν η σχέση μεταξύ Predator και ΕΥΠ και ποιοι βρίσκονταν πίσω από την παρακολούθηση πολιτικών, δημοσιογράφων και άλλων προσώπων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ συνδέει επίσης πολιτικά την εξέλιξη με την υπαγωγή της ΕΥΠ στον πρωθυπουργό και με τις αλλαγές που είχαν γίνει στο θεσμικό πλαίσιο για την ενημέρωση όσων είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία επιτέθηκε ευθέως στην απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και συνέδεσε τον χρόνο ανακοίνωσής της, μέσα στον Αύγουστο και με τη Βουλή και τα δικαστήρια σε θερινή λειτουργία, με προσπάθεια περιορισμού της δημόσιας συζήτησης.
Η κ. Κωνσταντοπούλου υποστήριξε ότι η υπόθεση αποτελεί μείζον ζήτημα δημοκρατίας και διαμήνυσε ότι οι πολιτικές και νομικές δυνάμεις που ζητούν περαιτέρω διερεύνηση δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την προσπάθεια.
Η νέα αρχειοθέτηση, πάντως, δεν κλείνει την πολιτική συζήτηση. Αντίθετα, αναζωπυρώνει ένα από τα πιο σοβαρά θεσμικά μέτωπα των τελευταίων ετών, καθώς οι καταδίκες ιδιωτών για την υπόθεση Predator συνυπάρχουν πλέον με την αδυναμία, μέχρι σήμερα, να δοθεί οριστική απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα για το ποιοι βρίσκονταν στην κορυφή της αλυσίδας των παρακολουθήσεων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με βαριές πολιτικές καταγγελίες περί συγκάλυψης, οι οποίες διατυπώνονται από κόμματα της αντιπολίτευσης και νομικούς εκπροσώπους θυμάτων. Οι κατηγορίες αυτές δεν συνιστούν δικαστικά διαπιστωμένα γεγονότα, όμως αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα όσο παραμένουν αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα της υπόθεσης.
Για τρίτη φορά, λοιπόν, οι υποκλοπές παραμένουν στο αρχείο. Το θεσμικό και πολιτικό βάρος της υπόθεσης, όμως, παραμένει ανοιχτό, καθώς το ποιος έδωσε τις εντολές και ποιος πραγματικά βρισκόταν πίσω από το Predator εξακολουθεί να μην έχει απαντηθεί οριστικά.
Πιο Δημοφιλή
Η φωτιά έκαψε το Μητσοτάκη και το «επιτελικό κράτος»
Η χώρα φλέγεται, μετρά νεκρούς και ο πρωθυπουργός παρακολουθεί…
Βυζαντινό ναυάγιο γεμάτο χρυσό ανακαλύφθηκε στις ακτές της Κροατίας
Πιο Πρόσφατα
Χωροταξικό Τουρισμού: Πέντε κατηγορίες περιοχών
Νέοι ρωσικοί βομβαρδισμοί στο Κίεβο: 3 νεκροί, ένα παιδί
5G: 3,1 δισ. συνδρομές και στροφή στην τεχνητή νοημοσύνη