28 Ιανουαρίου 2026

260.000 συνταξιούχοι επέστρεψαν στη δουλειά

Χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κινείται διαχρονικά η συμμετοχή στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα, παρά τη σταθερή άνοδό της τα τελευταία είκοσι χρόνια, σύμφωνα με την Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία.

Η εικόνα διαφοροποιείται σε επιμέρους ομάδες του πληθυσμού. Οι γυναίκες και οι εργαζόμενοι κοντά στο όριο συνταξιοδότησης αυξάνουν αισθητά τη συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό, ενισχύοντας τη σταδιακή προσέγγιση των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ποσοστών.

Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η αλλαγή στο καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων από την 1η Ιανουαρίου 2024. Η κατάργηση της περικοπής κατά 30% στην κύρια και επικουρική σύνταξη για όσους εργάζονται και ασφαλίζονται στον ΕΦΚΑ οδήγησε σε μαζική παραμονή στην εργασία εργαζομένων πριν από τη σύνταξη, ενώ περίπου 260.000 συνταξιούχοι επέστρεψαν σε θέσεις απασχόλησης, καταβάλλοντας ειδικό πόρο επί του μισθού τους.

Στην περίοδο 2002–2024, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε συνολικά κατά 6,5 ποσοστιαίες μονάδες και το 2024 ανήλθε στο 70,5% του πληθυσμού ηλικίας 15–64 ετών, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί. Την ίδια χρονιά, ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 75,3%, διατηρώντας διαφορά 4,8 ποσοστιαίων μονάδων.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής καταγράφονται στην Ολλανδία και τη Σουηδία, με 85,5% και 83,8% αντίστοιχα, ενώ τα χαμηλότερα εμφανίζονται στη Ρουμανία και την Ιταλία. Η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, γεγονός που αποτυπώνει τη διαχρονική υστέρησή της έναντι της πλειονότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η αύξηση της συμμετοχής είναι εντονότερη στις γυναίκες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη χώρα να εμφανίζει ταχύτερους ρυθμούς ανόδου. Σημαντική βελτίωση καταγράφεται επίσης στα άτομα με ανώτερη δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια, μη τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ανοδική τάση παρατηρείται στις ηλικιακές ομάδες 25–49 και 50–64 ετών, με μεγαλύτερη μεταβολή στους εργαζομένους προ συνταξιοδότησης. Ως προς τον βαθμό αστικότητας, η μεγαλύτερη σωρευτική αύξηση σημειώνεται στις πόλεις, ενώ σε κωμοπόλεις, προάστια και αγροτικές περιοχές η πρόοδος είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των ομάδων του πληθυσμού. Υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής εμφανίζονται στους άνδρες, στις ηλικίες 25–49 και 50–64 ετών και στα άτομα με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αντίστοιχα, η απασχόληση συγκεντρώνεται περισσότερο στα αστικά κέντρα, ενώ στις λιγότερο αστικές περιοχές παραμένει χαμηλότερη, με την Ελλάδα να απέχει σταθερά από τα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση εντοπίζονται στις γυναίκες, στις ηλικίες 15–24 και 50–64 ετών, στα άτομα με ανώτερη δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση και στους κατοίκους κωμοπόλεων και προαστίων.

Μετά το 2024, η κατάργηση της περικοπής της σύνταξης συνοδεύτηκε από έντονη επιτάχυνση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας στις ηλικίες 50–64 ετών, με τη μεγαλύτερη αύξηση να καταγράφεται στις γυναίκες. Οι ρυθμοί αυτοί υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και αντανακλούν ταχύτερη προσέγγιση των ευρωπαϊκών τάσεων, μέσω της αυξημένης ενεργοποίησης των μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων.

Συνολικά, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα έχει ενισχυθεί σημαντικά από το 2002 έως το 2024, παραμένοντας σε απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη μεγαλύτερη συμβολή στη βελτίωση παρουσιάζουν οι γυναίκες, οι ηλικίες 25–49 και 50–64 ετών, τα άτομα με ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και οι κάτοικοι των πόλεων.

Ετικέτες: