31,5 δισ. ευρώ χρέη και η ρύθμιση δεν «τραβά» – Γιατί μένουν έξω οι οφειλέτες
Με ιδιαίτερα χαμηλή ανταπόκριση ξεκινά μέχρι στιγμής η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων, παρότι αφορά δυνητικά περίπου 1,3 εκατ. φορολογουμένους με ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους 31,5 δισ. ευρώ.
Η περιορισμένη συμμετοχή έρχεται να προστεθεί στις καταγγελίες πολιτών και επιχειρήσεων για την αποτελεσματικότητα του εξωδικαστικού μηχανισμού, ο οποίος εξακολουθεί να κινείται πολύ πιο αργά από το μέγεθος του ιδιωτικού χρέους που έχει συσσωρευτεί.
Τα επίσημα στοιχεία είναι ενδεικτικά. Μέσα στα έξι χρόνια λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού έχουν ρυθμιστεί οφειλές περίπου 20 δισ. ευρώ, την ώρα που τα ληξιπρόθεσμα χρέη μόνο προς την Εφορία ξεπερνούν τα 110 δισ. ευρώ και προς τα ασφαλιστικά Ταμεία τα 52 δισ. ευρώ.
Η απόσταση ανάμεσα στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και στα ποσά που έχουν καταφέρει να ενταχθούν σε ρυθμίσεις ενισχύει την κριτική ότι τα διαθέσιμα εργαλεία παραμένουν σύνθετα, περιοριστικά και για μεγάλο αριθμό οφειλετών δύσκολα εφαρμόσιμα στην πράξη.
Οι εξελίξεις ενισχύουν τις θέσεις επαγγελματικών φορέων και κομμάτων της αντιπολίτευσης που ζητούν μια νέα ρύθμιση έως 120 δόσεων χωρίς αυστηρούς «κόφτες», ώστε νοικοκυριά και επιχειρήσεις να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν πραγματικά τις υποχρεώσεις τους.
Το ζητούμενο παραμένει η δημιουργία μιας ρύθμισης που να στηρίζεται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη και να μην καταλήγει σε ένα ακόμη σχήμα στο οποίο η μηνιαία επιβάρυνση καθιστά την ένταξη πρακτικά αδύνατη.
Ποια χρέη μπορούν να ενταχθούν στις 72 δόσεις
Οι φορολογούμενοι έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στη νέα ρύθμιση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Πριν από την αίτηση, όμως, απαιτείται προσεκτικός έλεγχος των προϋποθέσεων, καθώς και της συνολικής μηνιαίας επιβάρυνσης που θα προκύψει. Για αρκετούς οφειλέτες, η ένταξη στις 72 δόσεις σημαίνει ότι θα πρέπει παράλληλα να εξυπηρετούν και δεύτερη ρύθμιση για νεότερες οφειλές.
Το πρώτο βήμα είναι ο διαχωρισμός των χρεών σε δύο διαφορετικές κατηγορίες.
Στην πρώτη περιλαμβάνονται οι οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και μπορούν, εφόσον πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, να ενταχθούν στη νέα ρύθμιση.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Οι συγκεκριμένες οφειλές δεν καλύπτονται από το σχήμα των 72 δόσεων και πρέπει να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά.
Ειδικότερα, στη ρύθμιση μπορούν να υπαχθούν οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση οι οποίες έγιναν ληξιπρόθεσμες έως το τέλος του 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να είναι ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Το συγκεκριμένο πλαίσιο περιορίζει αισθητά τον αριθμό των οφειλών που μπορεί τελικά να ενταχθεί, καθώς αφήνει εκτός όλα τα νεότερα χρέη που δημιουργήθηκαν από το 2024 και έπειτα.
Διπλή επιβάρυνση για όσους έχουν και νεότερα χρέη
Για τους φορολογουμένους που έχουν δημιουργήσει οφειλές μετά την 1η Ιανουαρίου 2024, η διαδικασία γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.
Πριν από την ένταξη στις 72 δόσεις, οι νεότερες οφειλές θα πρέπει είτε να εξοφληθούν είτε να ενταχθούν ξεχωριστά στην πάγια ρύθμιση.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας οφειλέτης μπορεί να βρεθεί να πληρώνει ταυτόχρονα δύο διαφορετικές ρυθμίσεις: τη νέα ρύθμιση για τα παλαιότερα ληξιπρόθεσμα χρέη και την πάγια ρύθμιση για εκείνα που δημιουργήθηκαν από το 2024 και μετά.
Ακριβώς αυτή η διπλή επιβάρυνση θεωρείται ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αρκετοί φορολογούμενοι εμφανίζονται διστακτικοί να υποβάλουν αίτηση, ακόμη κι αν τυπικά δικαιούνται να ενταχθούν.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο για μικρές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και νοικοκυριά που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό λειτουργικό κόστος και περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης.
Η πραγματική επιτυχία της ρύθμισης θα κριθεί επομένως από το πόσοι οφειλέτες θα καταφέρουν όχι απλώς να μπουν στο σύστημα, αλλά να παραμείνουν σε αυτό και να εξυπηρετούν σταθερά τις μηνιαίες υποχρεώσεις τους.
Με συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς Εφορία και Ταμεία που ξεπερνούν τα 160 δισ. ευρώ, το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους δεν αντιμετωπίζεται με περιορισμένες λύσεις που καλύπτουν μόνο ένα τμήμα των οφειλών.
Η χαμηλή μέχρι στιγμής κινητικότητα στη ρύθμιση των 72 δόσεων καταγράφει ακριβώς αυτή την πραγματικότητα: οι πολίτες χρειάζονται ρυθμίσεις που να μπορούν πράγματι να πληρώσουν και όχι ακόμη ένα πλαίσιο που κινδυνεύει να μείνει στα χαρτιά.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ρήγας: Δεν αμφισβητούμε τα στοιχεία για τη Marfin