12 Αυγούστου 2026

Η εφορία δίνει 72 δόσεις με το ένα χέρι και ζητά τα νέα χρέη με το άλλο

Περιορισμένη παραμένει μέχρι στιγμής η ανταπόκριση των οφειλετών στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων, παρότι περίπου 1,3 εκατ. φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους 31,5 δισ. ευρώ έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν το συγκεκριμένο σχήμα.

Η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026, ωστόσο επιχειρήσεις και φορείς της αγοράς ζητούν ήδη βελτιώσεις στους όρους, εκτιμώντας ότι βασικές προϋποθέσεις λειτουργούν αποτρεπτικά για μεγάλο αριθμό οφειλετών.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο εντοπίζεται στην υποχρέωση τακτοποίησης των νεότερων χρεών. Όποιος έχει δημιουργήσει νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές από το 2024 και μετά πρέπει πρώτα να τις εξοφλήσει ή να τις εντάξει σε άλλη διαθέσιμη ρύθμιση, προκειμένου να μπορέσει να υπαγάγει τα παλαιότερα χρέη του στις 72 δόσεις.

Στο νέο καθεστώς μπορούν να ενταχθούν οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να μην έχουν εξοφληθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Αυτό σημαίνει ότι τα χρέη που βεβαιώθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά βρίσκονται εκτός του πεδίου της συγκεκριμένης ρύθμισης.

Για να ενεργοποιηθεί η υπαγωγή στις 72 δόσεις, ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει την πρώτη μηνιαία δόση μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Το μεγάλο εμπόδιο: Παλιές και νέες υποχρεώσεις μαζί

Για πολλούς φορολογουμένους και επιχειρήσεις, η πραγματική δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος της παλαιάς οφειλής, αλλά στο γεγονός ότι καλούνται να εξυπηρετούν ταυτόχρονα τη ρύθμιση και τις τρέχουσες φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Οι μηνιαίες δόσεις προστίθενται στον φόρο εισοδήματος, στον ΕΝΦΙΑ, στον ΦΠΑ και σε κάθε άλλη τρέχουσα υποχρέωση, δημιουργώντας ιδιαίτερα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον για όσους έχουν ήδη συσσωρεύσει χρέη.

Στην επιβάρυνση προστίθεται και το επιτόκιο 5,84%, το οποίο αυξάνει το τελικό ποσό που θα κληθεί να καταβάλει ο οφειλέτης σε βάθος χρόνου.

Έτσι, η δυνατότητα πραγματικής εξυπηρέτησης τόσο των παλιών όσο και των νέων υποχρεώσεων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το εάν ένας φορολογούμενος θα αποφασίσει τελικά να ενταχθεί στη ρύθμιση.

Η χαμηλή συμμετοχή που καταγράφεται μέχρι σήμερα δεν θεωρείται πάντως οριστική ένδειξη αποτυχίας του μέτρου. Αρμόδια στελέχη αποδίδουν μέρος της περιορισμένης κινητικότητας στη θερινή περίοδο και εκτιμούν ότι από τον Σεπτέμβριο οι αιτήσεις θα αυξηθούν.

Το χρονικό περιθώριο παραμένει σημαντικό, καθώς η πλατφόρμα θα δέχεται αιτήσεις μέχρι το τέλος του έτους. Η τελική εικόνα αναμένεται συνεπώς να διαμορφωθεί κυρίως κατά το τελευταίο τετράμηνο του 2026.

Με τα σημερινά δεδομένα, πάντως, ακόμη και αν η συμμετοχή δεν αυξηθεί σημαντικά, δεν φαίνεται να εξετάζεται αλλαγή των βασικών όρων προς ευνοϊκότερη κατεύθυνση.

Τι κερδίζει ο οφειλέτης και πότε χάνει τη ρύθμιση

Η ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελεί μια σχετικά απλή διαδικασία για όσους έχουν χρέη προς την εφορία ή τα ασφαλιστικά ταμεία και διαθέτουν την αναγκαία οικονομική δυνατότητα για σταθερές μηνιαίες πληρωμές.

Σε σχέση με τον εξωδικαστικό μηχανισμό, ο οφειλέτης γνωρίζει εξαρχής το πλαίσιο αποπληρωμής και δεν χρειάζεται να ακολουθήσει μια περισσότερο σύνθετη διαδικασία συνολικής ρύθμισης χρεών.

Για να παραμείνει ενεργή η ρύθμιση, πρέπει να καταβάλλονται εμπρόθεσμα όλες οι μηνιαίες δόσεις, όπως και οι δόσεις άλλων ρυθμίσεων που ενδεχομένως εξυπηρετεί ο φορολογούμενος.

Παράλληλα, απαιτείται έγκαιρη υποβολή των φορολογικών δηλώσεων και συνεχής τακτοποίηση κάθε νέας οφειλής που δημιουργείται.

Τα χρέη που έχουν βεβαιωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά δεν μπορούν να μεταφερθούν στις 72 δόσεις. Εάν δεν εξοφληθούν άμεσα, θα πρέπει να ενταχθούν στην πάγια ρύθμιση, ώστε ο φορολογούμενος να μην χάσει το δικαίωμα συμμετοχής.

Η ελάχιστη μηνιαία δόση έχει οριστεί στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84%, αντίστοιχο με εκείνο που εφαρμόζεται στην πάγια ρύθμιση.

Η υπαγωγή προσφέρει δύο σημαντικά οφέλη. Ο φορολογούμενος αποκτά τη δυνατότητα έκδοσης φορολογικής ενημερότητας, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ενώ αναστέλλεται η λήψη νέων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης για τις οφειλές που έχουν ενταχθεί και εξυπηρετούνται κανονικά.

Η προστασία αυτή, ωστόσο, διατηρείται μόνο όσο ο οφειλέτης παραμένει συνεπής.

Η ρύθμιση χάνεται εάν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή εάν οι δύο τελευταίες δόσεις καθυστερήσουν περισσότερο από δύο μήνες.

Απώλεια της ρύθμισης προβλέπεται επίσης όταν ο φορολογούμενος αφήσει άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές εκτός ρύθμισης και δεν τις τακτοποιήσει μέσα σε έναν μήνα.

Αν δημιουργηθούν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη, πρέπει να εξοφληθούν ή να ρυθμιστούν μέσα σε τρεις μήνες από τη λήξη της αντίστοιχης προθεσμίας πληρωμής. Διαφορετικά, ο οφειλέτης κινδυνεύει να βρεθεί εκτός των 72 δόσεων.

Υπάρχουν επίσης κατηγορίες χρεών που αποκλείονται εξαρχής από το συγκεκριμένο πλαίσιο.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οφειλές που αφορούν ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων κατόπιν αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και χρέη τα οποία ειδικές διατάξεις απαγορεύουν να υπαχθούν σε ρύθμιση.

Το μεγάλο παράδοξο του νέου σχήματος είναι ότι απευθύνεται σε μια τεράστια δεξαμενή πολιτών και επιχειρήσεων με συσσωρευμένα χρέη, απαιτώντας ταυτόχρονα από αυτούς να έχουν ήδη εξασφαλίσει τη δυνατότητα να εξυπηρετούν παράλληλα τις παλαιές και τις νεότερες υποχρεώσεις τους.

Με περίπου 31,5 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμα χρέη να βρίσκονται δυνητικά μέσα στη δεξαμενή της ρύθμισης, η χαμηλή συμμετοχή δείχνει ότι οι 72 δόσεις από μόνες τους δεν αρκούν για να λύσουν το πρόβλημα της υπερχρέωσης. Για πολλούς οφειλέτες, το πραγματικό εμπόδιο είναι η έλλειψη διαθέσιμου εισοδήματος για να εξυπηρετήσουν ταυτόχρονα φόρους, νέες οφειλές και παλιά χρέη, ακόμη και όταν αυτά «σπάνε» σε περισσότερες μηνιαίες καταβολές.