19 Ιουλίου 2026

Αγρότες κατά κυβέρνησης: Αδύνατες οι μειώσεις με κόστος παραγωγής στο κόκκινο

Σε ασφυκτικό κλοιό βρίσκεται ο πρωτογενής τομέας, καθώς το κόστος παραγωγής συνεχίζει να αυξάνεται, την ώρα που η κυβέρνηση προαναγγέλλει μειώσεις στις τιμές βασικών καταναλωτικών αγαθών. Οι αγρότες προειδοποιούν ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες δύσκολα μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικότητα όσο η παραγωγή τροφίμων γίνεται ακριβότερη και οι τιμές που εισπράττουν οι ίδιοι παραμένουν χαμηλές.

Μιλώντας στην εκπομπή «Limit Up» του OPEN, ο αγρότης Αντώνης Αλειφτήρας περιέγραψε τη συνεχή πίεση που δέχονται οι παραγωγοί από τις αυξήσεις στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα λιπάσματα και στις ζωοτροφές. Όπως ανέφερε, μέσα σε έναν μόλις χρόνο το κόστος καλλιέργειας έχει εκτιναχθεί, περιορίζοντας δραστικά το εισόδημα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα στην καλλιέργεια σιτηρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το κόστος σποράς από 72 ευρώ το 2025 ανέβηκε φέτος στα 110 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση περίπου 53%. Πρόκειται για επιβάρυνση που ο παραγωγός καλείται να καλύψει πριν ακόμη γνωρίζει σε ποια τιμή θα διαθέσει τη σοδειά του.

Ο ίδιος επισήμανε ότι, ενώ η κυβέρνηση εμφανίζεται να προετοιμάζει μειώσεις σε καταναλωτικά αγαθά πρώτης ανάγκης από τον Σεπτέμβριο, οι άνθρωποι που παράγουν αυτά τα προϊόντα βλέπουν τις δαπάνες τους να αυξάνονται σε κάθε στάδιο της καλλιεργητικής διαδικασίας.

Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στην ηλεκτρική ενέργεια. Οι αυξημένες τιμές των καυσίμων, των λιπασμάτων και των ζωοτροφών διαμορφώνουν ένα παραγωγικό περιβάλλον στο οποίο κάθε καλλιέργεια απαιτεί πλέον αισθητά περισσότερα κεφάλαια. Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη από το γεγονός ότι οι τιμές πώλησης αρκετών αγροτικών προϊόντων κινούνται πτωτικά.

Ακριβότερη παραγωγή, χαμηλότερη τιμή για τον αγρότη

Το σκληρό σιτάρι αποτελεί ενδεικτική περίπτωση αυτής της αντίφασης. Την προηγούμενη χρονιά οι παραγωγοί το διέθεταν προς 22 έως 23 λεπτά το κιλό, ενώ φέτος η τιμή έχει υποχωρήσει περίπου στα 18 λεπτά.

Έτσι, ο αγρότης καλείται να πληρώνει πολύ περισσότερα για να καλλιεργήσει, εισπράττοντας τελικά μικρότερο ποσό για το προϊόν του. Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές εξακολουθούν να βρίσκουν τα τρόφιμα σε υψηλές τιμές στα ράφια των καταστημάτων, γεγονός που αναδεικνύει τις σοβαρές στρεβλώσεις στην αλυσίδα από το χωράφι μέχρι το σημείο λιανικής πώλησης.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση από το πετρέλαιο. Στην περιοχή των Φαρσάλων, σύμφωνα με τον αγρότη, η τιμή του καυσίμου αυξήθηκε από 1,58 ευρώ το λίτρο κατά την έναρξη της ενεργειακής κρίσης σε περίπου 1,93 ευρώ σήμερα.

Ανάλογη είναι η κατάσταση στα λιπάσματα, όπου οι ανατιμήσεις φτάνουν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των παραγωγών, ακόμη και το 70%. Τα λιπάσματα αποτελούν αναγκαίο στοιχείο για την απόδοση και την ποιότητα της παραγωγής, γεγονός που σημαίνει ότι η χρήση τους δεν μπορεί να περιοριστεί χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στη συγκομιδή.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εκπρόσωποι του αγροτικού κόσμου απορρίπτουν τις προσδοκίες για ουσιαστικές μειώσεις στις τιμές βασικών τροφίμων, όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά, τα όσπρια και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Όπως εξηγούν, η αυξημένη δαπάνη παραγωγής περνά με χρονική καθυστέρηση στην αγορά. Προϊόντα όπως η φέτα χρειάζονται μήνες ωρίμανσης, επομένως το σημερινό κόστος ενέργειας, γάλακτος, ζωοτροφών και μεταποίησης αναμένεται να αποτυπωθεί στις τιμές των επόμενων μηνών.

Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για φθηνότερα είδη πρώτης ανάγκης μένουν χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση, όσο δεν παρουσιάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο για τη μείωση των εξόδων που επιβαρύνουν τους αγρότες. Η συμπίεση του εισοδήματος του παραγωγού δεν εγγυάται χαμηλότερες τιμές για τον καταναλωτή. Αντίθετα, απειλεί τη βιωσιμότητα των καλλιεργειών και την επάρκεια της εγχώριας παραγωγής.

Ανεπαρκείς έλεγχοι στην αγορά και στις εισαγωγές

Ο Αντώνης Αλειφτήρας έθεσε ευθέως ζήτημα κρατικής ευθύνης για τη λειτουργία της αγοράς, υποστηρίζοντας ότι η συγκράτηση των τιμών προϋποθέτει ουσιαστικούς ελέγχους σε όλα τα στάδια μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή.

Όπως ανέφερε, οι αρμόδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί διαθέτουν τα μέσα για να εντοπίσουν πρακτικές που διογκώνουν τις τελικές τιμές, να εξετάσουν τα περιθώρια κέρδους και να αντιμετωπίσουν φαινόμενα αισχροκέρδειας. Η απουσία αποτελεσματικής εποπτείας αφήνει τον παραγωγό εγκλωβισμένο σε χαμηλές τιμές και τον καταναλωτή αντιμέτωπο με ακρίβεια.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από τρίτες χώρες. Ζήτησε αυστηρότερους ελέγχους στην προέλευση και στην εμπορική τους διάθεση, ώστε εισαγόμενα προϊόντα να μην εμφανίζονται ή να μην προωθούνται παραπλανητικά ως ελληνικά.

Το πρόβλημα αφορά βασικά είδη διατροφής, όπως οι φακές, οι πατάτες και το ρύζι, στα οποία η ελλιπής ιχνηλασιμότητα μπορεί να πλήξει τόσο τους εγχώριους παραγωγούς όσο και τους καταναλωτές.

Παράλληλα, οι αγρότες ζητούν την πλήρη εφαρμογή των ευρωπαϊκών προβλέψεων για τις εισαγωγές ομοειδών προϊόντων. Καταγγέλλουν ότι οι περιορισμοί και οι όροι που έχουν θεσπιστεί δεν εφαρμόζονται με την απαιτούμενη αυστηρότητα, δημιουργώντας συνθήκες άνισου ανταγωνισμού για την ελληνική παραγωγή.

Η πραγματικότητα στον πρωτογενή τομέα υπονομεύει το κυβερνητικό αφήγημα περί επικείμενης αποκλιμάκωσης των τιμών. Με το κόστος καλλιέργειας να αυξάνεται κατά δεκάδες ποσοστιαίες μονάδες και τις τιμές παραγωγού να υποχωρούν, απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα εφόδια και στους ελέγχους της αγοράς.

Χωρίς ουσιαστική στήριξη της παραγωγής, οι υποσχέσεις για φθηνότερα τρόφιμα παραμένουν επικοινωνιακές διακηρύξεις. Το βάρος εξακολουθεί να μεταφέρεται στους αγρότες και στους καταναλωτές, ενώ οι χρόνιες στρεβλώσεις της αγοράς παραμένουν ανέγγιχτες.