AI στην κυκλοφορία:Σύστημα-πρότυπο μειώνει κίνηση έως 15%

Η επιτυχής εφαρμογή του συστήματος έξυπνης διαχείρισης κυκλοφορίας και φωτεινής σηματοδότησης στη Θεσσαλονίκη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επέκτασή του και στην Αθήνα. Η τεχνολογία, που αναπτύχθηκε μέσα από τη συνεργασία της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης, καταγράφει ήδη μετρήσιμα αποτελέσματα, καθώς επιτυγχάνει πρόβλεψη της κυκλοφορίας σε ποσοστό που προσεγγίζει το 95%, ενώ σε ορισμένα σημεία μειώνει τη συμφόρηση έως και 15%.

Κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, ο πρωθυπουργός ενημερώθηκε αναλυτικά για τη λειτουργία του συστήματος, αναγνωρίζοντας την αποδοτικότητά του και θέτοντας ως προτεραιότητα τη μεταφορά της τεχνογνωσίας στην πρωτεύουσα. Η λύση αξιοποιεί σύγχρονες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, με στόχο τη βελτίωση της κυκλοφορίας, τη μείωση των καθυστερήσεων και τον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων.

Δυναμική ρύθμιση και άμεση ενημέρωση οδηγών

Η λειτουργία του συστήματος βασίζεται σε συνεχή προσαρμογή των φωτεινών σηματοδοτών, ανάλογα με τις συνθήκες που διαμορφώνονται στο οδικό δίκτυο. Μέσω αυτής της δυναμικής διαχείρισης, οι χρόνοι των φαναριών τροποποιούνται σε πραγματικό χρόνο, εξυπηρετώντας τη ροή των οχημάτων.

Παράλληλα, οι οδηγοί έχουν πρόσβαση σε άμεση πληροφόρηση μέσα από πινακίδες μεταβλητών μηνυμάτων, καθώς και μέσω εφαρμογών κινητών όπως το ThessDrive και το Waze, γεγονός που διευκολύνει τον προγραμματισμό της διαδρομής τους και περιορίζει τις καθυστερήσεις.

Συνδυασμός δεδομένων και υψηλή ακρίβεια πρόβλεψης

Καθοριστικό ρόλο στην αποτελεσματικότητα του συστήματος διαδραματίζει η αξιοποίηση πολλαπλών πηγών δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, συλλέγονται πληροφορίες από μαγνητόμετρα που καταγράφουν την κυκλοφορία, δεδομένα τηλεματικής από οχήματα, καθώς και στοιχεία που αφορούν προγραμματισμένα ή έκτακτα συμβάντα στο οδικό δίκτυο.

Κατά την περίοδο κατασκευής του Flyover στη Θεσσαλονίκη, τα δεδομένα ενισχύθηκαν με πληροφορίες που παρέχονται από τη Google στο Ινστιτούτο Βιώσιμης Κινητικότητας και Δικτύων Μεταφορών του ΕΚΕΤΑ, ενισχύοντας περαιτέρω την ακρίβεια των προβλέψεων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το σύστημα επιτυγχάνει πρόβλεψη της κυκλοφορίας με ποσοστό που αγγίζει το 95%.

Η συνεχής ανάλυση των δεδομένων μέσω τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπει την άμεση επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής διαχείρισης, προσαρμόζοντας τους χρόνους των σηματοδοτών και κατευθύνοντας τη ροή των οχημάτων με στόχο τη μείωση των καθυστερήσεων.

Απτά αποτελέσματα και περιβαλλοντικά οφέλη

Τα αποτελέσματα της εφαρμογής στη Θεσσαλονίκη κρίνονται ιδιαίτερα θετικά. Ο μέσος χρόνος μετακίνησης στους βασικούς οδικούς άξονες εμφανίζει μείωση από 5% έως 10%, ενώ οι καθυστερήσεις σε επιμέρους κόμβους έχουν περιοριστεί σε ποσοστά από 5% έως 15%.

Παράλληλα, καταγράφεται μείωση περίπου 15% στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και στην κατανάλωση καυσίμων, γεγονός που ενισχύει τον περιβαλλοντικό χαρακτήρα της παρέμβασης και συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις αστικές περιοχές.

Ο πρωθυπουργός επεσήμανε ότι η αξιοποίηση των δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικές αλλαγές για τους πολίτες, εκτιμώντας ότι μια αντίστοιχη μείωση της κυκλοφορίας στην Αττική θα μπορούσε να επιφέρει άμεσα αποτελέσματα στην καθημερινότητα.

Επόμενο βήμα η Αθήνα

Η εμπειρία από τη Θεσσαλονίκη ενισχύει τις προοπτικές εφαρμογής του συστήματος στην Αθήνα, όπου το κυκλοφοριακό ζήτημα παραμένει έντονο. Η δυνατότητα προσαρμογής της σηματοδότησης σε πραγματικό χρόνο εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη βελτίωση της ροής, ιδιαίτερα κατά τις ώρες αιχμής.

Ο διευθυντής του ΙΜΕΤ, Βασίλης Καππάτος, σημείωσε ότι το ινστιτούτο αποτελεί βασικό πυλώνα για την ανάπτυξη βιώσιμων μεταφορών, επισημαίνοντας ότι οι ερευνητικές εφαρμογές μετατρέπονται σε πρακτικές λύσεις με άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα.

Η ενδεχόμενη υλοποίηση στην Αθήνα εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική για «έξυπνες πόλεις», με την τεχνολογία να αξιοποιείται για την αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων. Η εμπειρία της Θεσσαλονίκης λειτουργεί ως βάση για την περαιτέρω ανάπτυξη αντίστοιχων εφαρμογών, με στόχο πιο αποδοτικές μετακινήσεις και λειτουργικότερα αστικά δίκτυα.