19 Ιουνίου 2026

Ακατάσχετο: Τι αλλάζει για οφειλέτες

Σε συνθήκες παρατεταμένης ακρίβειας, υψηλού ιδιωτικού χρέους και διαρκούς πίεσης στα νοικοκυριά, η αύξηση του ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ έρχεται να προσφέρει ένα περιορισμένο περιθώριο προστασίας σε χιλιάδες πολίτες που βρίσκονται αντιμέτωποι με ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Την αναπροσαρμογή του ορίου ανακοίνωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, κατά τη διάρκεια του κοινοβουλευτικού ελέγχου στη Βουλή. Η νέα ρύθμιση διευρύνει το ποσό των τραπεζικών καταθέσεων που προστατεύεται από κατασχέσεις, είτε αυτές προέρχονται από τη φορολογική διοίκηση είτε από ασφαλιστικά ταμεία και πιστωτικά ιδρύματα.

Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει υποχωρήσει αισθητά λόγω των συνεχών ανατιμήσεων. Για χιλιάδες οφειλέτες, η ύπαρξη ενός ελάχιστου προστατευμένου ποσού αποτελεί βασική προϋπόθεση για την κάλυψη καθημερινών αναγκών, από τρόφιμα και ενέργεια έως ενοίκιο, φάρμακα και μετακινήσεις.

Η αύξηση του ακατάσχετου κατά περίπου 28% σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων θα μένει εκτός μέτρων αναγκαστικής είσπραξης. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το δίχτυ προστασίας για όσους έχουν οικονομικές εκκρεμότητες και προσπαθούν να διατηρήσουν έναν στοιχειώδη έλεγχο στα εισοδήματά τους.

Η αναπροσαρμογή, ωστόσο, δεν αναιρεί τις σωρευτικές απώλειες που έχουν προκαλέσει ο πληθωρισμός, η φορολογική επιβάρυνση και η άνοδος του κόστους διαβίωσης. Το νέο όριο δημιουργεί μια ασφαλέστερη ζώνη για τους πολίτες, χωρίς να λύνει το βαθύτερο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους, το οποίο παραμένει ένας από τους πιο πιεστικούς παράγοντες κοινωνικής και οικονομικής ασφυξίας.

Η δήλωση στην ΑΑΔΕ είναι απαραίτητη

Παρά τη διεύρυνση του ορίου, η προστασία του ακατάσχετου λογαριασμού δεν ενεργοποιείται αυτόματα για κάθε τραπεζικό λογαριασμό. Ο φορολογούμενος πρέπει να δηλώσει ηλεκτρονικά στην ΑΑΔΕ έναν και μοναδικό τραπεζικό λογαριασμό ως ακατάσχετο. Μόνο αυτός ο λογαριασμός, σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, καλύπτεται από το συγκεκριμένο πλαίσιο προστασίας.

Εάν ο πολίτης δεν έχει προχωρήσει στη σχετική δήλωση, οι καταθέσεις του παραμένουν εκτεθειμένες σε κατασχέσεις και δεσμεύσεις. Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, καθώς αρκετοί φορολογούμενοι θεωρούν εσφαλμένα ότι η προστασία ισχύει αυτομάτως για τον λογαριασμό μισθοδοσίας ή σύνταξης.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για μισθωτούς, συνταξιούχους και δικαιούχους ασφαλιστικών παροχών. Ο λογαριασμός στον οποίο κατατίθενται οι αποδοχές πρέπει να δηλώνεται τόσο στην ΑΑΔΕ όσο και στο τραπεζικό ίδρυμα, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως η εφαρμογή του ακατάσχετου.

Στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, η προστασία εφαρμόζεται ξεχωριστά για κάθε συνδικαιούχο, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι έχουν δηλώσει τον ίδιο λογαριασμό ως ακατάσχετο. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να προκύψουν δεσμεύσεις ποσών ακόμη και κάτω από το νέο όριο των 1.600 ευρώ.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση κοινού λογαριασμού στον οποίο κατατίθεται σύνταξη 1.000 ευρώ. Εάν ένας από τους δύο συνδικαιούχους έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές και δεν έχει δηλώσει τον λογαριασμό ως ακατάσχετο, η τράπεζα μπορεί να δεσμεύσει το ποσό που αντιστοιχεί στο μερίδιό του, δηλαδή 500 ευρώ.

Για όσους λαμβάνουν εισόδημα από περισσότερες πηγές, όπως διαφορετικούς φορείς μισθοδοσίας ή συνταξιοδότησης, το ακατάσχετο υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού των αποδοχών. Η ορθή δήλωση του προστατευμένου λογαριασμού αποτελεί, συνεπώς, βασική προϋπόθεση για να μη χαθεί στην πράξη η προστασία που προβλέπει ο νόμος.

Εξαιρέσεις, ειδικές παροχές και όρια κατάσχεσης

Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει πρόσθετα κίνητρα για οφειλέτες που έχουν ενταχθεί σε ρύθμιση και τηρούν κανονικά τις υποχρεώσεις τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να υπάρξει σταδιακή αύξηση του ακατάσχετου ποσού, ως επιβράβευση της συνέπειας και ως μέτρο ενίσχυσης της οικονομικής ευελιξίας των πολιτών που παραμένουν συνεπείς στις ρυθμίσεις τους.

Η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί και ως μηχανισμός ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης. Παρέχει στους οφειλέτες ένα πρόσθετο κίνητρο να διατηρούν ενεργές τις ρυθμίσεις τους, καθώς η συνέπεια μπορεί να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη προστασία των εισοδημάτων τους.

Η νομοθεσία προβλέπει επίσης ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδημάτων και κοινωνικών παροχών. Ακατάσχετα παραμένουν τα ποσά που καταβάλλονται ως διατροφή, ενώ ειδικοί κανόνες ισχύουν για μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα.

Για μηνιαίες αποδοχές έως 1.000 ευρώ δεν επιτρέπεται κατάσχεση. Για το τμήμα του εισοδήματος από 1.000 έως 1.500 ευρώ μπορεί να κατασχεθεί το 50%, ενώ για ποσά άνω των 1.500 ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση ολόκληρου του υπερβάλλοντος ποσού. Έτσι, σε εργαζόμενο με μηνιαίο μισθό 1.600 ευρώ μπορεί να κατασχεθεί συνολικά ποσό 350 ευρώ.

Παράλληλα, προστατεύονται τα τέσσερα πέμπτα των ημερομισθίων, ενώ το ένα πέμπτο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης. Αντίστοιχη ρύθμιση ισχύει και για τα εφάπαξ βοηθήματα που καταβάλλονται κατά την αποχώρηση από την εργασία ή το επάγγελμα, με το 50% του ποσού να παραμένει ακατάσχετο.

Εκτός κατασχέσεων παραμένει ευρύ φάσμα κοινωνικών ενισχύσεων. Στις προστατευόμενες παροχές περιλαμβάνονται το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα ανεργίας, το επίδομα θέρμανσης, τα προνοιακά επιδόματα, η επιδότηση ενοικίου, τα επιδόματα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων, οι ενισχύσεις προς χαμηλοσυνταξιούχους, η διατροφή ανήλικων τέκνων, τα έπαθλα της φορολοταρίας, καθώς και αποζημιώσεις ή παροχές του ΕΛΓΑ.

Ακατάσχετα παραμένουν επίσης έκτακτα οικονομικά βοηθήματα που χορηγούνται από δήμους σε ειδικές περιπτώσεις, καθώς και κάθε παροχή που η νομοθεσία χαρακτηρίζει ρητά ως προστατευόμενη. Η σαφής γνώση αυτών των εξαιρέσεων είναι κρίσιμη για τους πολίτες, ιδίως όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με δεσμεύσεις λογαριασμών και διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης.

Η αύξηση του ακατάσχετου στα 1.600 ευρώ λειτουργεί ως ουσιαστικότερη ασπίδα για όσους έχουν οφειλές προς το Δημόσιο, τα ταμεία ή τις τράπεζες. Παραμένει, όμως, μια παρέμβαση περιορισμένης εμβέλειας μπροστά στο συνολικό βάρος του ιδιωτικού χρέους και της ακρίβειας.

Σε μια οικονομία όπου μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ζουν με εξαντλημένα εισοδήματα και συσσωρευμένες υποχρεώσεις, το νέο όριο δίνει περισσότερο χώρο αναπνοής, χωρίς να αναιρεί την ανάγκη για ευρύτερες πολιτικές ρύθμισης χρεών, προστασίας εισοδήματος και ουσιαστικής ανακούφισης των νοικοκυριών.