17 Φεβρουαρίου 2026

Ακίνητα: Σταθεροποίηση τιμών το 2026 μετά το τέλος των μεγάλων αυξήσεων

Το 2025 καταγράφηκε ως χρονιά ολοκλήρωσης του κύκλου έντονων αυξήσεων στις τιμές αγοραπωλησίας και μίσθωσης κατοικιών. Στην αγορά των ενοικίων η άνοδος των ζητούμενων τιμών έχει ουσιαστικά ανακοπεί, ενώ στις πωλήσεις η μέση ετήσια αύξηση περιορίστηκε στο 4%, με εντονότερη κινητικότητα στα ακίνητα χαμηλότερης αξίας έως 150.000 ευρώ.

Για το πρώτο εξάμηνο του 2026 η εικόνα που διαμορφώνεται παραπέμπει σε σταθεροποιητική πορεία των τιμών, με τις όποιες αυξήσεις να κινούνται σε περιορισμένο εύρος και να μην υπερβαίνουν το 4%. Η τάση αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή προσαρμογή της αγοράς μετά από μια μακρά περίοδο έντονης ανόδου.

Τα στοιχεία αυτά παρουσίασαν σε συνέντευξη Τύπου τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων, η οποία επανιδρύθηκε πρόσφατα, έπειτα από πολυετή διακοπή της λειτουργίας της.

Η διοίκηση της Ομοσπονδίας ανέδειξε ως κεντρικό πρόβλημα τη στεγαστική κρίση, αποδίδοντάς την κυρίως στον μεγάλο αριθμό κατοικιών που παραμένουν κλειστές και εκτός αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου το 27% των οικιστικών ακινήτων στην Αθήνα και το 26% στη Θεσσαλονίκη δεν αξιοποιούνται, με τη συντριπτική πλειονότητα να βρίσκεται σε χαρτοφυλάκια του Δημοσίου, τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων.

Ως κρίσιμη παρέμβαση για την ενεργοποίηση αυτών των ακινήτων προτάθηκε η θέσπιση ισχυρών κινήτρων ή αντικινήτρων από την Πολιτεία, ώστε να επιστρέψουν στην αγορά και να ενισχυθεί η προσφορά κατοικιών. Η εκτίμηση που διατυπώθηκε είναι ότι χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις το πρόβλημα θα παραμένει δομικό.

Η στεγαστική πίεση ενισχύεται και από την έντονη ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς. Τα τελευταία χρόνια οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές υπερβαίνουν κατά πολύ τα διαθέσιμα ακίνητα, γεγονός που περιορίζει τις επιλογές και διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση οδηγεί μεγάλο μέρος των Ελλήνων αγοραστών σε αναζήτηση χαμηλότερου κόστους κατοικιών.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της αγοράς, η ζήτηση συγκεντρώνεται πλέον σε ακίνητα έως 200.000 ευρώ, με το ανώτατο αυτό όριο να μειώνεται σταδιακά. Κατοικίες αξίας 80.000 έως 100.000 ευρώ, όταν βρίσκονται σε αξιοπρεπή κατάσταση, απορροφώνται άμεσα από την αγορά.

Η στεγαστική κρίση συνδέθηκε επίσης με τις μακροχρόνιες συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας. Τονίστηκε ότι οι χρονοβόρες διαδικασίες μεταβίβασης ακινήτων, οι οποίες πλέον απαιτούν αρκετούς μήνες, επιβαρύνουν περαιτέρω τη λειτουργία της αγοράς.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη μεταβολή του προφίλ κατοίκησης στην Ελλάδα. Τα τελευταία είκοσι χρόνια το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε αισθητά, ενώ οι μισθωτές αποτελούν πλέον περίπου το 35% του πληθυσμού, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται από αυξημένη ζήτηση ενοικίων και περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών.

Σε ό,τι αφορά τη βραχυχρόνια μίσθωση, η διοίκηση της Ομοσπονδίας εκτίμησε ότι στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν αποτελεί τον βασικό παράγοντα της στεγαστικής κρίσης. Αντίθετα, επισημάνθηκε ότι συνέβαλε στην ανακαίνιση εγκαταλελειμμένων ακινήτων και στην αναβάθμιση ορισμένων περιοχών. Στις τουριστικές περιοχές, ωστόσο, καταγράφηκαν έντονες κοινωνικές πιέσεις, καθώς μεγάλο μέρος του διαθέσιμου αποθέματος διοχετεύθηκε αποκλειστικά στη βραχυχρόνια μίσθωση.

Αυξημένο παραμένει το ενδιαφέρον αλλοδαπών επενδυτών, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, όπου Τούρκοι επενδυτές αξιοποιούν το πρόγραμμα της Golden Visa για αγορές ακινήτων και παλαιών βιομηχανικών κτιρίων. Σταθερή είναι και η παρουσία επενδυτών από τα Βαλκάνια, με Βούλγαρους και πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας να προηγούνται, ενώ ακολουθούν Σέρβοι και Ρουμάνοι. Το ενδιαφέρον από το Ισραήλ εμφανίζει τάσεις υποχώρησης σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.

Σε νησιωτικές και παραμεθόριες περιοχές καταγράφεται κινητικότητα από Ευρωπαίους επενδυτές, με ιδιαίτερη έμφαση σε Βέλγους και Ολλανδούς. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι σε ορισμένες περιοχές της βόρειας Ελλάδας οι αγορές γης πραγματοποιούνται μέσω εταιρικών σχημάτων, με τιμές που υπερβαίνουν τα επίπεδα της αγοράς.

Τέλος, τονίστηκε ότι το πρόγραμμα της Golden Visa συνέβαλε στην αξιοποίηση παλαιών και εγκαταλελειμμένων κτιρίων, τα οποία μετατράπηκαν σε μικρότερα διαμερίσματα και διοχετεύθηκαν κυρίως στη μακροχρόνια μίσθωση. Στην Αθήνα κυριαρχούν κατοικίες επιφάνειας 40 έως 60 τετραγωνικών μέτρων, ενώ στη Θεσσαλονίκη 50 έως 70 τετραγωνικών μέτρων, με τους ξένους επενδυτές να στρέφονται σε ακίνητα χαμηλότερης ζήτησης από το εγχώριο αγοραστικό κοινό.