Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΛΕΤΙΟΣ

ΠΛΩΤΙΝΟΣ

12 Φεβρουαρίου 2026

Αλλαγή πορείας στην αμερικανική κλιματική πολιτική με απόφαση Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε μια κίνηση με έντονο πολιτικό βάρος, ανακοινώνοντας την κατάργηση μιας ρύθμισης της περιόδου Ομπάμα που αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς για την αμερικανική πολιτική γύρω από τα αέρια του θερμοκηπίου και τη ρύθμιση των εκπομπών. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, η απόφαση τίθεται σε ισχύ την Πέμπτη και παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως αλλαγή κατεύθυνσης, με στόχο την αναθεώρηση του πλαισίου που διαμορφώθηκε την τελευταία δεκαετία.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση είχε χαρακτηριστεί από τους υποστηρικτές της ως κομβική, επειδή αναγνώριζε έξι βασικά αέρια του θερμοκηπίου ως παράγοντες που μπορούν να θεωρηθούν απειλή για τη δημόσια υγεία. Με αυτόν τον τρόπο, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA) αποκτούσε τη δυνατότητα να προχωρά σε ευρύτερες παρεμβάσεις και να επιβάλλει περιορισμούς σε τομείς που σχετίζονται με τις εκπομπές, όπως οι μεταφορές και η παραγωγή ενέργειας.

Στην πράξη, το συγκεκριμένο νομικό υπόβαθρο χρησιμοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια για τη θέσπιση ενός πλέγματος κανονισμών, που αφορούσε κυρίως τα όρια εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από αυτοκίνητα, φορτηγά και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, αποτέλεσε βάση και για πολιτικές που στόχευαν τις μονάδες παραγωγής ενέργειας, με την κεντρική λογική ότι η μείωση των εκπομπών θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κλιματικής μεταβολής.

Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ εκτιμάται ότι ανοίγει τον δρόμο για την άρση ή την αναθεώρηση σημαντικών περιορισμών, επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να κινηθεί προς μια διαφορετική ενεργειακή και βιομηχανική στρατηγική. Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης σημειώνουν ότι στο στόχαστρο ενδέχεται να βρεθούν και ρυθμίσεις που αφορούν σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι είχαν αποτελέσει πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυβερνήσεις, πολιτείες, δικαστήρια και μεγάλους οικονομικούς παράγοντες.

Η κυβέρνηση Τραμπ, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι οι πολιτικές που βασίστηκαν στη συγκεκριμένη ρύθμιση επιβάρυναν δυσανάλογα την οικονομία, αύξησαν το κόστος για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, και περιόρισαν την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Στο σκεπτικό της διοίκησης, οι αυστηροί κανόνες εκπομπών λειτουργούν ως εμπόδιο για την εγχώρια παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου ο διεθνής ανταγωνισμός στον τομέα της ενέργειας παραμένει έντονος.

Υποστηρικτές της απόφασης θεωρούν ότι η κατάργηση της ρύθμισης μπορεί να διευκολύνει τη βιομηχανία, να μειώσει το κόστος παραγωγής, να περιορίσει την αύξηση των τιμών στην ενέργεια και να ενισχύσει την απασχόληση σε τομείς που σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα. Επιπλέον, υπογραμμίζουν ότι η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την εθνική ασφάλεια, καθώς η εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές ενέργειας θεωρείται από πολλούς στρατηγικό μειονέκτημα.

Από την άλλη πλευρά, επικριτές της απόφασης εκφράζουν ανησυχία ότι η κατάργηση της ρύθμισης μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση των περιβαλλοντικών στόχων και να αποδυναμώσει την ικανότητα της EPA να παρεμβαίνει σε ζητήματα που συνδέονται με τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η αναγνώριση των αερίων του θερμοκηπίου ως απειλής δεν ήταν απλώς πολιτική επιλογή, αλλά ένα εργαλείο για να αντιμετωπιστούν επιπτώσεις που συνδέονται με την ποιότητα του αέρα, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και την επιβάρυνση ευάλωτων πληθυσμών.

Ορισμένοι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι η αμερικανική πολιτική στο ζήτημα των εκπομπών δεν αφορά μόνο το εσωτερικό της χώρας, αλλά επηρεάζει και τη διεθνή της θέση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες και σημαντικός παίκτης στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς συζητήσεις για την κλιματική πολιτική. Γι’ αυτό και κάθε μεγάλη αλλαγή κατεύθυνσης ερμηνεύεται από πολλούς ως μήνυμα προς συμμάχους, ανταγωνιστές και διεθνείς οργανισμούς.