Ανθεκτικά τα ελληνικά ομόλογα στις διεθνείς πιέσεις
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου δεν ξεπέρασε το 4% κατά τη διάρκεια της διεθνούς κρίσης, σε αντίθεση με γαλλικά και ιταλικά ομόλογα.
- Το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου είναι χαμηλότερο κατά 13 μονάδες βάσης από την Ιταλία και 17 από τη Γαλλία.
- Οι τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια αυξήθηκαν κατά 9,1 δισ. ευρώ.
- Η Ελλάδα αναμένει νέες αναβαθμίσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης από τους διεθνείς οίκους το επόμενο διάστημα.
- Το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να φτάσει τα 12,84 δισ. ευρώ.
Σε μια περίοδο έντονων αναταράξεων και γενικευμένου κλίματος αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα αναδεικνύονται σε ένα από τα πλέον σταθερά σημεία αναφοράς στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Ενώ το παγκόσμιο επενδυτικό κοινό αναπροσαρμόζει τις θέσεις του και οι αποδόσεις των ομολόγων διεθνώς καταγράφουν αξιοσημείωτη μεταβλητότητα, η ελληνική αγορά ομολόγων επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, διατηρώντας μια εικόνα σταθερότητας που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα άλλων χωρών της ευρωζώνης.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτυπώνει μια σειρά από θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου, από την έναρξη της πρόσφατης διεθνούς κρίσης, δεν έχει ξεπεράσει το όριο του 4%, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα γαλλικά και ιταλικά ομόλογα, τα οποία έχουν υποστεί μεγαλύτερες πιέσεις. Αυτό το γεγονός υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει οικοδομήσει ένα ισχυρότερο πλέγμα προστασίας, το οποίο της επιτρέπει να απορροφά αποτελεσματικότερα τους εξωτερικούς κραδασμούς.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η συνεχής μείωση του δημόσιου χρέους και η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την αναπτυξιακή δυναμική αποτελούν τους βασικούς πυλώνες που διασφαλίζουν χαμηλό κόστος δανεισμού και ενισχύουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας σε περιόδους κρίσεων. Οι παράγοντες αυτοί περιορίζουν σημαντικά τον αντίκτυπο των διεθνών αναταράξεων στην ελληνική αγορά ομολόγων και συνολικά στην οικονομία.
Συγκριτικό πλεονέκτημα κόστους δανεισμού
Το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου έχει πλέον σταθεροποιηθεί σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα πολλών άλλων χωρών της ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, το κόστος είναι χαμηλότερο κατά 13 μονάδες βάσης (0,13%) σε ετήσια βάση σε σύγκριση με την Ιταλία και κατά 17 μονάδες βάσης (0,17%) σε σύγκριση με τη Γαλλία. Αυτή η διαφορά αποτελεί ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει τόσο στο ελληνικό δημόσιο όσο και στις ελληνικές επιχειρήσεις να αντλούν κεφάλαια με ευνοϊκότερους όρους από τους ανταγωνιστές τους, δημιουργώντας θετικές προοπτικές για την περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομίας.
Η επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών, που ξεκίνησε στις αρχές του 2026, οφείλεται κυρίως στην αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς και στις πληθωριστικές πιέσεις που προέκυψαν από την άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας. Οι αγορές αναθεώρησαν ανοδικά τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό και τα βασικά επιτόκια, οδηγώντας σε ενίσχυση της μεταβλητότητας στις διεθνείς αγορές ομολόγων και μετοχών. Παρόλα αυτά, η ελληνική αγορά κρατικών ομολόγων συνέχισε να παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, με τις αποδόσεις να ακολουθούν μεν την ανοδική πορεία των ευρωπαϊκών ομολόγων, αλλά να διατηρούν μια συγκριτικά ευνοϊκή εικόνα.
Η ενίσχυση του επενδυτικού ενδιαφέροντος για τους ελληνικούς τίτλους αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας, στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στη μείωση του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, οι θετικές εξελίξεις στις αξιολογήσεις του αξιόχρεου του ελληνικού δημοσίου έχουν ευνοϊκό αντίκτυπο και στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του τραπεζικού τομέα, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των συστημικών τραπεζών και διευκολύνοντας την πρόσβασή τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος επιβεβαιώνουν το έντονο διεθνές ενδιαφέρον για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. Οι τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια αυξήθηκαν κατά 9,1 δισ. ευρώ, ενώ επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ διοχετεύθηκε σε μετοχές εγχώριων επιχειρήσεων. Αυτές οι ροές κεφαλαίων αποτελούν μια σαφή ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και στις προοπτικές της.
Προοπτικές και καταλύτες για τη θετική πορεία
Υπάρχουν αρκετοί καταλύτες που θα μπορούσαν να συντηρήσουν τη θετική πορεία των ελληνικών ομολόγων στο εγγύς μέλλον. Το υποστηρικτικό μακροοικονομικό περιβάλλον, με προεξέχουσα τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση, ενισχύει τα περιθώρια για περαιτέρω αναβαθμίσεις της αξιολόγησης του ελληνικού χρέους. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης φαίνεται να υιοθετούν θετική στάση απέναντι στα ελληνικά ομόλογα και για το 2026, αν και η ορατότητα θολώνει λόγω του αρνητικού παγκόσμιου γεωπολιτικού κλίματος.
Η ελληνική οικονομία αναμένει νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας. Τον επόμενο μήνα, η χώρα θα αξιολογηθεί από τους οίκους DBRS, Moody's και Scope, ενώ οι αξιολογήσεις θα συνεχιστούν τον Οκτώβριο από τη Standard & Poor's και τον Νοέμβριο από τη Fitch. Όλοι οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης που είναι αποδεκτοί από το Ευρωσύστημα αξιολογούν το ελληνικό κρατικό αξιόχρεο εντός της επενδυτικής κατηγορίας. Συγκεκριμένα, οι S&P, Fitch, Morningstar-DBRS και Scope Ratings αξιολογούν την Ελλάδα σε ΒΒΒ, ενώ η Moody's σε Βaa3, που είναι ισοδύναμη βαθμίδα.
Στρατηγική πρόωρων αποπληρωμών χρέους
Ένα ακόμη θετικό σήμα προς τις αγορές επιχειρεί να στείλει η κυβέρνηση μέσω του σχεδίου για την ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους. Το πρόγραμμα πρόωρων αποπληρωμών δανείων, τα οποία θα ωρίμαζαν μεταξύ 2033 και 2042, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Με αυτή την κίνηση, το ελληνικό δημόσιο περνάει ένα μήνυμα περαιτέρω διασφάλισης προς τους θεσμούς, τους οίκους αξιολόγησης και τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, ότι κινείται με προνοητικότητα και διορατικότητα για να μειώσει ακόμη περισσότερο τις ήδη μειωμένες ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες του μετά το 2032.
Το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να ανέλθει σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η μέση σταθμική διάρκεια του προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του ανέρχεται σε περίπου 2,9%. Το ετήσιο όφελος για το ελληνικό δημόσιο από τη μείωση των δαπανών τόκων ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα, των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται κατά πολύ του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Πτωτική πορεία του δημοσίου χρέους
Με την κίνηση αυτή, η χώρα αναμένεται να πάψει από φέτος να είναι η πλέον υπερχρεωμένη στην Ευρώπη, περνώντας στη δεύτερη θέση πίσω από την Ιταλία, με ποσοστό χρέους 137% του ΑΕΠ. Προβλέπεται ότι το χρέος θα παραμείνει σε έντονα πτωτική πορεία και θα πέσει κάτω από το 110% του ΑΕΠ το 2031. Ο γερμανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, σε πρόσφατη έκθεσή του, εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031, από 136% φέτος και 128% το 2027. Αυτή η μείωση θα επιτρέψει στην Ελλάδα να έχει χαμηλότερο χρέος το 2031 όχι μόνο από την Ιταλία, την οποία αναμένεται να αφήσει πίσω ήδη από φέτος, αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο, πλησιάζοντας τον μέσο όρο χρέους της Ευρωζώνης, ο οποίος προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 90% το 2031.
Η προειδοποίηση της Bank of America
Στο διεθνές μέτωπο, η Bank of America προειδοποιεί τους επενδυτές ομολόγων με τη σύσταση "Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα", καθώς το εθνικό χρέος των ΗΠΑ πλησιάζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια. Ο οίκος αναμένει ότι το χρέος θα φτάσει τα 50 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029. Η ανησυχία δεν εστιάζεται τόσο στο ύψος του χρέους, αλλά στην ανάγκη συνεχούς αναχρηματοδότησης και έκδοσης νέου χρέους, που δημιουργεί μεγαλύτερη προσφορά ομολόγων. Εάν οι επενδυτές γίνουν λιγότερο πρόθυμοι να απορροφήσουν αυτή την προσφορά με τις υπάρχουσες αποδόσεις, η κυβέρνηση θα πρέπει να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια. Αυτό καθιστά τα μακροπρόθεσμα ομόλογα ιδιαίτερα ευάλωτα, καθώς η αξία τους μειώνεται όταν αυξάνονται οι αποδόσεις της αγοράς, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αντισταθμίσουν τους δημοσιονομικούς και πληθωριστικούς κινδύνους.
Πιο Δημοφιλή
Από τις φιέστες της UNESCO στη δυσοσμία: Έτσι «τιμά» το κράτος την Κνωσό
Πιο Πρόσφατα
Τραμπ: Αρκετά με τον Καναδά για τους δασμούς
Σκέρτσος: 4 επιτεύγματα της κυβέρνησης τον Αύγουστο
Μαρινάκης: Εκλογές την άνοιξη του 2027