11 Οκτωβρίου 2026

Ανθεκτική η Ελλάδα στις πιέσεις των αγορών ομολόγων

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων εκτοξεύονται παγκοσμίως, θυμίζοντας την κρίση του 2012.
  • Το περιθώριο των ελληνικών ομολόγων ξεπέρασε το 1%, λόγω της πτώσης του γερμανικού bund.
  • Η Ελλάδα αναβαθμίστηκε από Moody's και Scope, με το χρέος να προβλέπεται στο 107% του ΑΕΠ το 2031.
  • Το Χρηματιστήριο Αθηνών κατέγραψε απόδοση 11,3% το γ' τρίμηνο 2026, τρίτο παγκοσμίως.
  • Οι ξένοι επενδυτές αντιπροσωπεύουν το 70% της ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας το 2026.

Η διεθνής αγορά ομολόγων βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη καταιγίδα, η οποία έχει εκτοξεύσει τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων σε επίπεδα που θυμίζουν έντονα τις ημέρες της κρίσης χρέους του 2012 και του 2008. Οι αναταράξεις αυτές, που ξεκίνησαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν διαχυθεί ταχύτατα και στην ευρωπαϊκή ήπειρο, προκαλώντας έντονες διακυμάνσεις και ανησυχία στους επενδυτές. Η Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στο επίκεντρο των πιέσεων, εμφανίζεται να διαθέτει ισχυρές άμυνες, γεγονός που αποδίδεται τόσο στη βελτίωση των μακροοικονομικών της μεγεθών όσο και στη στρατηγική διαχείριση του χρέους της.

Οι πιέσεις φτάνουν στην Αθήνα

Οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων έφθασαν αναπόφευκτα και στην Αθήνα, με το περιθώριο των ελληνικών κρατικών ομολόγων να ξεπερνά το 1% (100 μονάδες βάσης). Ωστόσο, η διεύρυνση αυτή δεν προήλθε τόσο από πίεση στους ελληνικούς τίτλους, όσο από τη μεγάλη πτώση της απόδοσης του γερμανικού bund, καθώς τα γερμανικά ομόλογα λειτουργούν ως επενδυτικό καταφύγιο εν μέσω παγκόσμιας αβεβαιότητας. Η Ελλάδα δεν θεωρείται πλέον αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης. Παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους υψηλότερους λόγους δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, η χώρα έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της έχει πολύ μακρινές λήξεις και σταθερό κόστος χρηματοδότησης, γεγονός που την καθιστά λιγότερο ευάλωτη σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των επιτοκίων.

Η πρόσφατη διπλή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους Moody's και Scope έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς συμβαίνει σε μια συγκυρία όπου οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται σκληρά, με δύο πολέμους σε εξέλιξη και μια μεγάλη ενεργειακή κρίση να πιέζει την παγκόσμια οικονομία. Η Ελλάδα δεν είναι αναγκασμένη να αναχρηματοδοτήσει γρήγορα μεγάλο μέρος του χρέους της στις σημερινές υψηλές αποδόσεις. Μια άνοδος του 10ετούς από το 3,8% προς το 4,5% δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη αύξηση του επιτοκιακού κόστους για το σύνολο του ελληνικού δημόσιου χρέους. Το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης παραμένει πολύ χαμηλότερο από τις τρέχουσες αποδόσεις της αγοράς. Ο ΟΔΔΗΧ υπολόγιζε στα μέσα του έτους το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης σε περίπου 1,43%, ή 1,94% εφόσον συνυπολογιστούν και οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του EFSF.

Παρά τις πιέσεις στην ευρωζώνη, τα ελληνικά ομόλογα διατηρούν καλύτερα spreads με τα αντίστοιχα ομόλογα της περιφέρειας. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι, παρά τη διεθνή άνοδο των αποδόσεων, η ελληνική αγορά κρατικών ομολόγων έχει δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και ότι η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις διεθνείς πιέσεις, ενώ η βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας συνεχίζει να στηρίζει τους ελληνικούς τίτλους. Σύμφωνα με τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα επιδεικνύουν ισχυρή ανθεκτικότητα και η διεθνής αγορά τα τιμολογεί πλέον πιο κοντά σε χώρες με πιστοληπτική διαβάθμιση "A" παρά σε εκείνες με διαβάθμιση "BBB".

Τα θεμελιώδη στηρίζουν την ελληνική αγορά

Η θετική αυτή αποτίμηση και η αλλαγή της αντίληψης των επενδυτών για το ρίσκο του ελληνικού χρέους βασίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα. Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι επενδυτές προεξοφλούν την ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας, προσφέροντας αποδόσεις που παραπέμπουν σε πολύ υψηλότερες αξιολογήσεις. Η στρατηγική της Ελλάδας για πρόωρη εξόφληση διμερών δανείων, ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ έως το 2026, ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας. Σε μία δύσκολη περίοδο για τις αγορές, η Ελλάδα συνεχίζει να στέλνει θετικά μηνύματα, προχωρώντας σε ακόμα μια στρατηγική κίνηση για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών: την αποπληρωμή ποσού 2,5 δισ. ευρώ προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Η μείωση του δημόσιου χρέους στέλνει ισχυρό θετικό μήνυμα προς τις διεθνείς αγορές.

Ο γερμανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, σε πρόσφατη έκθεσή του, βλέπει σημαντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους. Εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031 από 136% φέτος και 128% το 2027. Το αποτέλεσμα αυτής της μείωσης εξπρές θα είναι να έχει η Ελλάδα χαμηλότερο χρέος το 2031 όχι μόνο από την Ιταλία - την οποία αναμένεται να αφήσει πίσω ήδη από φέτος - αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο, πλησιάζοντας τον μέσο όρο χρέους της Ευρωζώνης. Η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και οι ρυθμοί ανάπτυξης, οι οποίοι κινούνται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα της Ελλάδας για το τρέχον έτος αναμένεται υψηλότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις, με την εγχώρια οικονομία να διατηρεί σταθερό ρυθμό ανάπτυξης στο 2% το 2026, προτού επιταχύνει στο 2,3% το 2027. Πρόκειται για το τρίτο διαδοχικό έτος θετικού ισοζυγίου, μια πορεία που προβλέπεται να συνεχιστεί και το 2027 με πλεόνασμα 0,3% του ΑΕΠ.

Το Χρηματιστήριο Αθηνών

Η χρηματιστηριακή αγορά την Τετάρτη και Πέμπτη δέχθηκε ισχυρές πιέσεις, κάτι που αργά ή γρήγορα αναμενόταν, καθώς σε περιόδους διεθνούς αναταραχής οι επενδυτές ρευστοποιούν τις πιο κερδοφόρες θέσεις τους. Στην τρίτη θέση παγκοσμίως μεταξύ των assets με τις υψηλότερες αποδόσεις βρέθηκε το Euronext Athens στο τρίτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με την Deutsche Bank. Στο τρίτο τρίμηνο 2026 το Euronext Athens κατέγραψε απόδοση 11,3% και μπροστά του βρέθηκαν μόνο δύο βασικοί δείκτες του πετρελαίου (Brent +42% και το αμερικανικό WTI +30%).

Και να σημειωθεί ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών συγκαταλέγεται σταθερά μεταξύ των αγορών με τις καλύτερες επιδόσεις παγκοσμίως ως προς την απόδοση του Γενικού Δείκτη τα τελευταία πέντε χρόνια, καταγράφοντας θετική απόδοση για έκτη συνεχόμενη χρονιά το 2026, με συνολική άνοδο έως και 231% από το τέλος του 2020. Οι διεθνείς επενδυτές δεν βλέπουν πια την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά ως recovery story, αλλά ως επενδυτικό προορισμό. Η συμμετοχή των διεθνών επενδυτών έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τους ξένους επενδυτές να αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας το 2026, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς πλέον υπερβαίνει το 75% του ΑΕΠ της Ελλάδας, σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας και αντανακλώντας τις βελτιωμένες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η ελληνική αγορά αλλάζει "πίστα", μετά την άνοδό της στη "super league 1" των αγορών, στις ανεπτυγμένες αγορές. Τον Σεπτέμβριο πραγματοποιήθηκε η επίσημη επανένταξη της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές για τρεις από τους τέσσερις μεγάλους διεθνείς οίκους (STOXX, FTSE Russell και S&P Dow Jones Indices). Η αναβάθμιση σημαίνει μεγαλύτερη πρόσβαση στο παγκόσμιο κεφάλαιο, προσελκύοντας υψηλής ποιότητας, μακροπρόθεσμους θεσμικούς "ισχυρούς παίκτες" και ενεργοποιεί υποχρεωτικές αγορές από τεράστια ETFs που ακολουθούν δείκτες FTSE, MSCI και S&P των Ανεπτυγμένων Αγορών.

Σύμφωνα με βρετανική τράπεζα HSBC, η Ελλάδα και το Euronext Athens είναι η αγορά της Ευρώπης όπου τα funds είναι το περισσότερο overweight. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, σε σύγκριση με τον πενταετή μέσο όρο, η αγορά της Ελλάδας και η αγορά του Χονγκ Κονγκ είναι οι περιοχές με τις μεγαλύτερες overweight θέσεις σε διεθνές επίπεδο, τονίζει η HSBC.

Η χρηματιστηριακή αγορά αναμένεται να βρει στήριξη σε μια σειρά από παράγοντες. Πρώτον, στο ισχυρό αναπτυξιακό story της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική οικονομία διαθέτει τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια έναν "ελεύθερο διάδρομο" ανάπτυξης σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας. Η ελληνική οικονομία θα είναι και το 2026, αλλά και το 2027 μια από τις πρώτες σε ανάπτυξη στην Ε.Ε. Για έκτη χρονιά φέτος η χώρα μας θα έχει σχεδόν διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεύτερον, στη δημοσιονομική σταθερότητα. Η πορεία των δημοσιονομικών στοιχείων βρίσκεται σε τροχιά υπεραπόδοσης. Την ίδια ώρα το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται. Ραγδαία μείωση του ελληνικού χρέους βλέπουν οι διεθνείς οίκοι, με τον οίκο Wood & Co να προβλέπει 101,3% το 2030.

Τρίτον, στην κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών που στηρίζει τις αποτιμήσεις των μετοχών. Τα αποτελέσματα των εισηγμένων εταιρειών στο α΄6μηνο του 2026 επιβεβαιώνουν τη δυναμική τους και υποστηρίζουν τις αποτιμήσεις των μετοχών τους στη χρηματιστηριακή αγορά, με τα καθαρά κέρδη να φτάνουν τα 7,6 δισ., σημειώνοντας αύξηση 32,7% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Σε επίπεδο λειτουργικής κερδοφορίας, τα EBITDA αυξήθηκαν 38,1%, ξεπερνώντας τα 10,77 δισ. Οι εκτιμήσεις για το σύνολο της χρήσης αφήνουν περιθώριο για καθαρή κερδοφορία άνω των 13,5 δισ. Τέταρτον, στον περιορισμένο κίνδυνο για τις ελληνικές τράπεζες από τις πιέσεις στα ομόλογα, σύμφωνα με τον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS. Σε ποσοστό πάνω από το 80%, οι ελληνικές τράπεζες αποτιμούν τα κρατικά ομόλογα με τη μέθοδο του αποσβεσμένου κόστους, διατηρώντας τα έως τη λήξη τους, γεγονός που σημαίνει ότι οι αυξήσεις των αποδόσεων των κρατικών τίτλων δεν θα οδηγούν σε λογιστικές ζημιές, τονίζει ο οίκος. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι ελληνικές τράπεζες είναι από τους μεγαλύτερους ωφελημένους των υψηλότερων επιτοκίων.

Πέμπτον, οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών δεν είναι υπερβολικές, παρά το ράλι, όπως εκτιμά η Alpha Bank. Οι αποτιμήσεις τους είναι ελκυστικότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Εκτιμά ότι αν η εταιρική κερδοφορία συνεχίσει να αυξάνεται, υπάρχει χώρος για περαιτέρω άνοδο. Αναμένει ότι οι εισροές ξένων κεφαλαίων θα συνεχιστούν μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2027. Τέλος, στο νέο κεφάλαιο που ανοίγει για τον ελληνικό ενεργειακό τομέα, με τον ρόλο της Ελλάδας ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος να αναβαθμίζεται.