Αντηλιακή προστασία: Τι μετρά περισσότερο

Κάθε καλοκαίρι, και συχνά πολύ πριν αρχίσουν οι διακοπές, επανέρχεται το ίδιο ερώτημα μπροστά στο ράφι με τα αντηλιακά: SPF 30 ή SPF 50; Η πρώτη σκέψη των περισσότερων καταναλωτών είναι απλή. Αφού το 50 είναι μεγαλύτερος αριθμός, θεωρείται ότι προσφέρει σχεδόν διπλάσια προστασία από το 30. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

Οι αριθμοί που αναγράφονται στις συσκευασίες συχνά δημιουργούν λανθασμένη αίσθηση ασφάλειας. Το μάρκετινγκ ενισχύει την εντύπωση ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο δείκτης τόσο πιο «απρόσβλητο» γίνεται το δέρμα από τον ήλιο. Στην πράξη, η αποτελεσματική αντηλιακή προστασία δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό του SPF, αλλά από το είδος της προστασίας, την ποσότητα που εφαρμόζεται και τη συχνότητα ανανέωσης.

Τι δείχνει πραγματικά ο δείκτης SPF

Ο δείκτης SPF, δηλαδή Sun Protection Factor, μετρά αποκλειστικά την προστασία από την ακτινοβολία UVB. Πρόκειται για τις ακτίνες που ευθύνονται κυρίως για το κοκκίνισμα του δέρματος και τα ηλιακά εγκαύματα. Η κλίμακα του SPF δεν αυξάνεται γραμμικά, όπως συχνά πιστεύεται.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Nivea, το SPF 15 μπλοκάρει περίπου το 93% των ακτίνων UVB. Το SPF 30 φτάνει περίπου στο 97%, το SPF 50 στο 98% και το SPF 100 περίπου στο 99%. Αυτό σημαίνει ότι η διαφορά ανάμεσα στο SPF 30 και στο SPF 50 είναι μόλις μία ποσοστιαία μονάδα ως προς το φιλτράρισμα της UVB ακτινοβολίας.

Το επιπλέον αυτό ποσοστό μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για άτομα με πολύ ανοιχτόχρωμη ή εξαιρετικά ευαίσθητη επιδερμίδα, για όσους έχουν ιστορικό καρκίνου του δέρματος ή για ανθρώπους με συγκεκριμένες παθήσεις που αυξάνουν την ευαισθησία στον ήλιο. Για τον γενικό πληθυσμό, ένα αντηλιακό με SPF 30 μπορεί να προσφέρει επαρκή προστασία, υπό την προϋπόθεση ότι χρησιμοποιείται σωστά.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα αντηλιακά πολύ υψηλού δείκτη είναι η ψυχολογική παγίδα που δημιουργούν. Όταν κάποιος φορά SPF 50 ή SPF 100, συχνά αισθάνεται ότι έχει εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη προστασία από αυτή που πραγματικά διαθέτει. Έτσι παραμένει περισσότερη ώρα στον ήλιο, αμελεί την ανανέωση του προϊόντος και τελικά εκτίθεται σε μεγαλύτερη συνολική ποσότητα ακτινοβολίας.

Τα αντηλιακά υψηλού SPF είναι επίσης συχνά ακριβότερα, πιο βαριά στην υφή, πιο λιπαρά ή κολλώδη, απλώνονται δυσκολότερα και μπορεί να αφήνουν πιο έντονα λευκά ίχνη στο δέρμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω της μεγαλύτερης συγκέντρωσης φίλτρων, μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμούς σε ιδιαίτερα ευαίσθητες επιδερμίδες.

Η σωστή χρήση μετρά περισσότερο από τον αριθμό

Η αποτελεσματικότητα κάθε αντηλιακού εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο εφαρμογής του. Οι εργαστηριακές μετρήσεις για τον δείκτη SPF γίνονται με συγκεκριμένη και γενναιόδωρη ποσότητα προϊόντος. Στην καθημερινή χρήση, οι περισσότεροι άνθρωποι βάζουν πολύ λιγότερο, συχνά μόλις το 25% έως 50% της απαιτούμενης ποσότητας. Έτσι, ένα SPF 50 μπορεί στην πράξη να λειτουργεί σαν πολύ χαμηλότερη προστασία.

Για να αποδώσει ο δείκτης που αναγράφεται στη συσκευασία, ένας ενήλικας χρειάζεται περίπου 30 έως 40 ml αντηλιακού για όλο το σώμα, δηλαδή περίπου επτά κουταλάκια του γλυκού. Για το πρόσωπο και τον λαιμό απαιτείται τουλάχιστον μισό κουταλάκι του γλυκού.

Η προστασία εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου, ανεξάρτητα από το αν το προϊόν έχει SPF 30 ή SPF 50. Το αντηλιακό πρέπει να ανανεώνεται κάθε 90 έως 120 λεπτά, καθώς και αμέσως μετά το κολύμπι, το σκούπισμα με πετσέτα ή την έντονη εφίδρωση.

Κρίσιμος είναι και ο χαρακτηρισμός «ευρέος φάσματος». Η UVB ακτινοβολία προκαλεί το έγκαυμα, ενώ η UVA διεισδύει βαθύτερα στο δέρμα, συμβάλλει στην καταστροφή του κολλαγόνου, στην πρόωρη γήρανση, στις κηλίδες και στον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος. Ένα αντηλιακό SPF 30 που παρέχει αξιόπιστη προστασία και από UVA και από UVB είναι σαφώς προτιμότερο από ένα προϊόν SPF 50 ή SPF 100 που δεν καλύπτει επαρκώς όλο το φάσμα της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Η έκθεση στον ήλιο συνδέεται και με τη σύνθεση βιταμίνης D από τον οργανισμό, η οποία είναι σημαντική για τα οστά και το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος της υπεριώδους ακτινοβολίας. Σημαίνει ότι η προστασία χρειάζεται ισορροπία, γνώση και σωστή χρήση των μέσων προφύλαξης.

Το καλύτερο αντηλιακό δεν είναι απαραίτητα εκείνο που έχει τον μεγαλύτερο αριθμό στην ετικέτα. Είναι εκείνο που ταιριάζει στον τύπο του δέρματος, προστατεύει τόσο από την UVB όσο και από την UVA, εφαρμόζεται ευχάριστα και χρησιμοποιείται στη σωστή ποσότητα. Η πραγματική προστασία δεν βρίσκεται μόνο στο SPF, αλλά στη συνέπεια με την οποία το προϊόν εφαρμόζεται και ανανεώνεται μέσα στην ημέρα.