Σαμαράς: Το δικαίωμα, το δίλημμα και η παράταξη
Η ενδεχόμενη απόφαση του Αντώνη Σαμαρά να προχωρήσει στη δημιουργία νέου κόμματος, εφόσον τελικά επιβεβαιωθεί, ανήκει στον πυρήνα των δημοκρατικών του δικαιωμάτων. Σε μια ελεύθερη πολιτική τάξη, κάθε πολίτης έχει δικαίωμα πολιτικής έκφρασης και πρωτοβουλίας. Πολύ περισσότερο ένας πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος έχει διαγράψει μακρά πορεία στη δημόσια ζωή.
Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη δυνατότητα μιας τέτοιας κίνησης. Μετατοπίζεται στον σκοπό της. Μια νέα κομματική πρωτοβουλία από τον Αντώνη Σαμαρά θα πρέπει να απαντήσει με σαφήνεια στο τι ακριβώς επιδιώκει: την κατάθεση εναλλακτικής πρότασης για τη χώρα, την άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση, την πολιτική έκφραση ενός συγκεκριμένου ακροατηρίου ή τη διαμόρφωση ενός μηχανισμού ελέγχου της Νέας Δημοκρατίας από τα δεξιά της όρια.
Το δικαίωμα παρέμβασης και το πραγματικό διακύβευμα
Αν ο στόχος είναι ο έλεγχος της κυβερνητικής πολιτικής, τότε η ανάγκη ίδρυσης νέου κόμματος δεν προκύπτει αυτονόητα. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι περιφερειακό πολιτικό πρόσωπο. Είναι πρώην πρωθυπουργός της χώρας, πρώην αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και πολιτικός με βαρύτητα στον χώρο της Κεντροδεξιάς.
Κάθε δημόσια παρέμβασή του προκαλεί πολιτική συζήτηση, αναπαράγεται από τα μέσα ενημέρωσης και αξιολογείται από το εσωτερικό της παράταξης. Το δικαίωμα λόγου το διαθέτει ήδη. Και μάλιστα σε βαθμό που ελάχιστοι πολιτικοί μπορούν να ασκήσουν με την ίδια απήχηση.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι η δυνατότητα παρέμβασης. Το ζήτημα είναι αν μια νέα κομματική κίνηση υπηρετεί ευρύτερη πολιτική ανάγκη ή αν οδηγεί σε προσωπική πολιτική δικαίωση. Τα κόμματα δεν αποτελούν ιδιωτικές κατασκευές μιας συγκυρίας. Κουβαλούν ιστορία, συλλογικές μνήμες, ιδεολογικές διαδρομές και παραταξιακές ευθύνες.
Η Νέα Δημοκρατία είναι η παράταξη που ανέδειξε τον Αντώνη Σαμαρά σε αρχηγό της και στη συνέχεια σε πρωθυπουργό της χώρας. Αυτή η ιστορική σχέση δημιουργεί πολιτικές υποχρεώσεις που υπερβαίνουν την προσωπική διαφωνία με την τρέχουσα ηγεσία ή με επιμέρους κυβερνητικές επιλογές.
Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην κριτική και στη διάσπαση
Η πολιτική διαφωνία είναι θεμιτή. Η κριτική, ακόμη και όταν είναι σκληρή, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο κάθε δημοκρατικής παράταξης. Υπάρχει όμως σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κριτική που επιδιώκει διόρθωση πορείας και στην κίνηση που καταλήγει να αποδυναμώνει τον πολιτικό χώρο από τον οποίο προέρχεται εκείνος που την αναλαμβάνει.
Η ιστορία της ελληνικής Κεντροδεξιάς έχει δείξει ότι οι διασπάσεις πληρώνονται ακριβά. Κάθε φορά που το προσωπικό στοιχείο υπερίσχυσε του συλλογικού, το αποτέλεσμα δεν ήταν η ενίσχυση των ιδεών, αλλά η συρρίκνωση της πολιτικής επιρροής τους. Οι πολίτες σπανίως επιβραβεύουν τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις που εμφανίζονται ως μάχες επιρροής και ηγεμονίας.
Η μεγαλύτερη πολιτική ισχύς ενός πρώην πρωθυπουργού μπορεί να βρίσκεται στην ικανότητά του να επηρεάζει τις εξελίξεις χωρίς να τραυματίζει την παράταξη που τον ανέδειξε. Να παρεμβαίνει με καθαρό λόγο, να ασκεί πίεση, να επισημαίνει λάθη, να υπενθυμίζει αρχές και πολιτικές δεσμεύσεις, διατηρώντας τον ρόλο του ως θεσμικού παράγοντα του χώρου.
Η πολιτική δεν εξαντλείται στα δικαιώματα. Περιλαμβάνει και υποχρεώσεις απέναντι στην ιστορία, στη συλλογική μνήμη και στον πολιτικό χώρο που έδωσε σε έναν άνθρωπο τη δυνατότητα να φτάσει στο ύπατο αξίωμα της χώρας. Αυτό είναι το πραγματικό βάρος κάθε απόφασης.
Αν ο Αντώνης Σαμαράς επιλέξει τελικά τον δρόμο νέου κόμματος, η κίνησή του θα κριθεί όχι μόνο από την πρόθεσή του, αλλά και από τις συνέπειές της. Η πολιτική διαδρομή ενός πρώην πρωθυπουργού δεν μετριέται μόνο από το δικαίωμα να κάνει το επόμενο βήμα. Μετριέται και από το αν αυτό το βήμα υπηρετεί την παράταξη, τη χώρα και τη θεσμική του παρακαταθήκη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ο Γιούνκερ στο Eurogroup ως προσκεκλημένος του Πιερρακάκη
Μητσοτάκης: Η Τουρκία αναθεωρητική δύναμη
Φονική σύγκρουση στην Ουγγαρία