Από εταίρος σε δυνητικό στόχο: Πώς η γεωπολιτική επιλογή της κυβέρνησης μπορεί να μεταφέρει τον πόλεμο πιο κοντά στην Ελλάδα

Αγαπητοί αναγνώστες, στις αρχές του 2026 ο κόσμος βρίσκεται ξανά σε κατάσταση γεωπολιτικής αναταραχής. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή δεν έχουν κοπάσει, οι περιφερειακές ισορροπίες μεταβάλλονται και οι μεγάλες δυνάμεις επαναχαράσσουν τα όρια της επιρροής τους. Σε αυτό το περιβάλλον, μια πραγματικότητα αρχίζει να διαμορφώνεται με ανησυχητική σαφήνεια: στρατιωτικές εγκαταστάσεις και βάσεις που υποστηρίζουν επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή θεωρούνται πλέον νόμιμοι στόχοι αντιποίνων.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι θεωρητικό. Είναι απολύτως πρακτικό. Εάν δυτικές στρατιωτικές βάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο μπορούν να αποτελέσουν στόχο για περιφερειακούς παίκτες — είτε πρόκειται για το Ιράν είτε για οργανώσεις που δρουν στο πλαίσιο της ευρύτερης αντιπαράθεσης με το Ισραήλ — τότε πόσο ασφαλής μπορεί να θεωρείται η Ελλάδα όταν εντάσσεται όλο και βαθύτερα σε αυτό το γεωπολιτικό σύστημα;

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη φαίνεται να αντιμετωπίζει αυτή τη νέα πραγματικότητα με έναν τρόπο που περισσότερο θυμίζει πολιτική επίδειξη παρά ψυχρή στρατηγική αξιολόγηση κινδύνων. Η στενή προσέγγιση με το Ισραήλ παρουσιάζεται ως απόδειξη γεωπολιτικής αναβάθμισης. Όμως κάθε συμμαχία έχει κόστος. Και κάθε στρατηγική επιλογή δημιουργεί νέους κινδύνους.

Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της πορείας. Στις 22 Δεκεμβρίου 2025, στην Ιερουσαλήμ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Βενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωσαν συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας που περιλαμβάνουν κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνολογίας και προμήθειες προηγμένων οπλικών συστημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται συστήματα αεράμυνας και πυραυλικής προστασίας, όπως οι πύραυλοι Barak MX, αλλά και ενίσχυση της συνεργασίας σε επίπεδο πληροφοριών, ενεργειακής στρατηγικής και στρατιωτικού σχεδιασμού. Για την ελληνική κυβέρνηση, αυτές οι συμφωνίες παρουσιάστηκαν ως ένδειξη ισχυρής στρατηγικής συμμαχίας.

Ωστόσο, η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με όρους δημοσίων σχέσεων.

Ο ίδιος ο Νετανιάχου μίλησε για μια «συμμαχία απέναντι σε όσους επιδιώκουν την αναβίωση αυτοκρατοριών», μια σαφή αναφορά στην Τουρκία και στη στρατηγική της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Με άλλα λόγια, η συνεργασία αυτή αποκτά και σαφές πολιτικό μήνυμα.

Η Άγκυρα δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορη. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης μιλούν ήδη για «αντιτουρκικό μέτωπο» και για προσπάθεια περικύκλωσης της χώρας. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποβάθμισε δημοσίως τις συμφωνίες χαρακτηρίζοντάς τες «θόρυβο», όμως η πραγματική απάντηση της Τουρκίας δεν δίνεται ποτέ μόνο με δηλώσεις.

Δίνεται στο πεδίο.

Οι παραβιάσεις στο Αιγαίο παραμένουν μια σταθερή μορφή πίεσης. Οι εντάσεις μπορούν να αυξηθούν γρήγορα. Ένα θερμό επεισόδιο δεν χρειάζεται πολιτική απόφαση για να ξεκινήσει. Αρκεί ένα λάθος, μια επικίνδυνη εμπλοκή, μια στρατιωτική άσκηση που παρερμηνεύεται.

Και τότε η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με κρίση που δεν προέκυψε από δική της στρατηγική ανάγκη αλλά από μια επιλογή γεωπολιτικής επίδειξης.

Όμως η μεγαλύτερη ανησυχία δεν περιορίζεται στην αντίδραση της Τουρκίας.

Η πραγματική αλλαγή βρίσκεται αλλού.

Στην ίδια την αρχιτεκτονική των σύγχρονων συγκρούσεων.

Τα τελευταία χρόνια, δυτικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν βρεθεί στο στόχαστρο απειλών και επιθέσεων. Οι βρετανικές κυρίαρχες βάσεις στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια της Κύπρου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για αεροπορικές επιχειρήσεις, επιτήρηση και συλλογή πληροφοριών σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο θεωρούνται δυνητικοί στόχοι από οργανώσεις που αντιτίθενται στο Ισραήλ και στους δυτικούς συμμάχους του.

Οι απειλές που έχουν διατυπωθεί από φιλοϊρανικά δίκτυα και περιφερειακούς παράγοντες δείχνουν ότι οι δυτικές στρατιωτικές υποδομές στην περιοχή αντιμετωπίζονται ως μέρος του ίδιου επιχειρησιακού πεδίου.

Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: εάν οι βάσεις στην Κύπρο μπορούν να αποτελέσουν στόχο, γιατί να εξαιρεθεί η Σούδα;

Η βάση της Σούδας στην Κρήτη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κόμβους των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Από εκεί υποστηρίζονται επιχειρήσεις του 6ου Στόλου, αποστολές επιτήρησης και μεταφορές στρατιωτικού υλικού που συνδέονται άμεσα με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Η εγκατάσταση αυτή βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος. Ωστόσο, στην πράξη λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος στρατιωτικής προβολής ισχύος των δυτικών δυνάμεων στην περιοχή.

Εάν η Ελλάδα ενταχθεί ακόμη βαθύτερα στον άξονα συνεργασίας με το Ισραήλ και επιτρέψει την ενεργό χρήση των υποδομών της για επιχειρήσεις που σχετίζονται με τις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής, τότε η Σούδα παύει να είναι απλώς μια ελληνική στρατιωτική βάση.

Μετατρέπεται σε δυνητικό στόχο.

Οι σύγχρονες συγκρούσεις δεν διεξάγονται μόνο με στρατούς και μέτωπα. Διεξάγονται με drones, πυραύλους ακριβείας και ασύμμετρες επιχειρήσεις. Οι αποστάσεις έχουν πάψει να αποτελούν πραγματικό εμπόδιο.

Η Ανατολική Μεσόγειος λειτουργεί πλέον ως ενιαίο γεωπολιτικό σύστημα. Η Κύπρος, το Ισραήλ, ο Λίβανος και η Συρία συνδέονται σε ένα συνεχές στρατηγικό τόξο. Και μέσα σε αυτό το τόξο η Κρήτη βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο επίκεντρο των εξελίξεων απ’ όσο συχνά πιστεύουμε.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ ως απόδειξη ισχύος. Όμως η γεωπολιτική δεν συγχωρεί τις αυταπάτες.

Κάθε στρατηγική επιλογή δημιουργεί αλυσιδωτές συνέπειες.

Εάν η Ελλάδα εμφανιστεί ως ενεργό μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού άξονα αντιπαράθεσης, τότε θα αντιμετωπίζεται όχι απλώς ως μια ευρωπαϊκή χώρα της περιφέρειας, αλλά ως κρίσιμος κρίκος ενός συστήματος στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα ασφάλειας της ίδιας της χώρας.

Υπάρχει και μια ακόμη πραγματικότητα που συχνά αποσιωπάται. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Όμως η αμερικανική στρατηγική καθορίζεται πάντα από τα δικά της συμφέροντα.

Η εμπειρία της Συρίας το απέδειξε. Σύμμαχοι που θεωρούνταν απαραίτητοι εγκαταλείφθηκαν όταν οι γεωπολιτικές ισορροπίες άλλαξαν.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει αμείλικτο: σε μια κρίση Ελλάδας–Τουρκίας ή σε μια ευρύτερη κλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο, ποιος θα αναλάβει πραγματικά το κόστος;

Η Ελλάδα χρειάζεται συμμαχίες. Αυτό είναι αυτονόητο. Αλλά οι συμμαχίες δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μηχανισμό γεωπολιτικής έκθεσης.

Ο πατριωτισμός δεν μετριέται με φωτογραφίες και δηλώσεις. Μετριέται με στρατηγική σκέψη και νηφαλιότητα.

Η Ελλάδα έχει επιβιώσει ιστορικά μέσα από την ισορροπία και τη σύνεση.

Η γεωπολιτική, όμως, δεν συγχωρεί τα λάθη.

Και το 2026 δεν είναι εποχή για επικοινωνιακούς υπερπατριωτισμούς.

Είναι εποχή για ρεαλισμό.

Γιατί η ειρήνη δεν είναι ένδειξη αδυναμίας.

Είναι η μεγαλύτερη μορφή στρατηγικής ισχύος.