Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΑΡΚΙΑΝΗ

ΠΑΛΛΑΔΙΑ

ΦΩΤΕΙΝΗ

Απόφαση ΣτΕ για συντάξεις χηρείας: Ποιοι κινδυνεύουν με απώλειες και αναδρομικές απαιτήσεις

Έντονη αναστάτωση έχει προκαλέσει στους δικαιούχους συντάξεων χηρείας η πρόσφατη απόφαση τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αφορά τη μη υποχρέωση καταβολής δεύτερης εθνικής σύνταξης στις παροχές λόγω θανάτου. Η υπόθεση αγγίζει κυρίως χήρες και χήρους που λαμβάνουν παράλληλα και σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, ανοίγοντας ξανά ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο κοινωνικό και ασφαλιστικό ζήτημα.

Η επίμαχη ερμηνεία οδηγεί σε απώλειες εισοδήματος για συνταξιούχους που ήδη βρίσκονται αντιμέτωποι με ακρίβεια, αυξημένο κόστος διαβίωσης και συνεχή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαρύτερο από το ενδεχόμενο αναζήτησης ποσών που έχουν καταβληθεί τα προηγούμενα χρόνια ως δήθεν «αχρεωστήτως καταβληθέντα».

Οι μειώσεις που απειλούν τις συντάξεις χηρείας

Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν τεθεί στο δημόσιο διάλογο, οι συνταξιούχοι κινδυνεύουν να χάσουν από 141 έως 313 ευρώ τον μήνα. Η μείωση συνδέεται με την εθνική σύνταξη, η οποία κυμαίνεται από 402,18 ευρώ για 15 έτη ασφάλισης έως 446,87 ευρώ για 20 έτη ασφάλισης.

Η απώλεια μπορεί να φτάσει στο 35% μετά την πρώτη τριετία ή ακόμη και στο 70% της εθνικής σύνταξης κατά τα πρώτα χρόνια, ανάλογα με την περίπτωση. Για ανθρώπους που στηρίζουν το μηνιαίο εισόδημά τους σε περιορισμένες συνταξιοδοτικές παροχές, τέτοιες περικοπές έχουν άμεση επίπτωση στην καθημερινή επιβίωση.

Το πιο σκληρό σημείο είναι η πιθανότητα να ζητηθεί αναδρομική επιστροφή ποσών. Έτσι, άνθρωποι που έλαβαν χρήματα με ευθύνη και υπολογισμό του ίδιου του ασφαλιστικού μηχανισμού μπορεί να βρεθούν ξαφνικά χρεωμένοι στο Δημόσιο, ακόμη και για ποσά που παρακρατήθηκαν για εισφορές υγείας, φόρους ή Εισφορά Αλληλεγγύης.

Ο νόμος Κατρούγκαλου και η εκκρεμότητα που έμεινε ανοιχτή

Η απαγόρευση διπλής εθνικής σύνταξης προβλέπεται ήδη από τον νόμο 4387/2016, γνωστό ως νόμο Κατρούγκαλου. Η παρούσα κυβέρνηση είχε επιχειρήσει πριν από περίπου τέσσερα χρόνια να εφαρμόσει τη σχετική πρόβλεψη μέσω της εγκυκλίου Τσακλόγλου, η οποία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και τελικά οδήγησε σε κυβερνητική αναδίπλωση.

Η αναδίπλωση αυτή, όμως, δεν έλυσε το πρόβλημα. Αντίθετα, κράτησε σε καθεστώς αβεβαιότητας εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους, οι οποίοι δεν γνώριζαν αν στο μέλλον θα κληθούν να επιστρέψουν ποσά που ήδη είχαν ενσωματώσει στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.

Ανάλογη εκκρεμότητα υπάρχει και με την περικοπή της σύνταξης χηρείας στο 35% μετά την τριετία, όταν ο δικαιούχος εργάζεται ή λαμβάνει σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος. Η πρόβλεψη είναι δρακόντεια, ενώ η εφαρμογή της γίνεται αποσπασματικά και με τρόπο που μεταφέρει την ευθύνη στον συνταξιούχο, παρότι η καθυστέρηση και η ασυνέπεια βαρύνουν την πολιτεία.

Ιδιαίτερα άδικη εμφανίζεται η μεταχείριση των χηρών με ανήλικα ή εξαρτώμενα παιδιά. Μια γυναίκα που εργάζεται για να μεγαλώσει τα παιδιά της μετά την απώλεια του συζύγου της μπορεί να τιμωρείται με μείωση της σύνταξης χηρείας, ενώ αντίστοιχο πέναλτι δεν ισχύει για την εργασία άλλων συνταξιούχων γήρατος ή αναπηρίας.

Η κυβερνητική δέσμευση και οι αντιδράσεις των συνταξιούχων

Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, επιχείρησε να καθησυχάσει τους δικαιούχους, δηλώνοντας στο OPEN ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει συνολικά το ζήτημα και θα νομοθετήσει εφόσον χρειαστεί. Διαβεβαίωσε, μάλιστα, ότι δεν θα υπάρξει καμία περικοπή στις συντάξεις χηρείας.

Η δήλωση αυτή επιχειρεί να κλείσει πολιτικά το θέμα, ωστόσο αφήνει ανοιχτό το βασικό ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση δεν ανέλαβε νωρίτερα καθαρή νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ γνώριζε εδώ και χρόνια το πρόβλημα. Η καθυστέρηση δημιούργησε ανασφάλεια, φόβο χρεών και ένα καθεστώς ομηρίας για χιλιάδες δικαιούχους.

Η κριτική που διατυπώνεται είναι σαφής. Το κράτος φαίνεται να κρατά ανοιχτές τις δυνατότητες περικοπών, να αποφεύγει το πολιτικό κόστος της άμεσης εφαρμογής και να μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον, αφήνοντας τους ασφαλισμένους σε διαρκή αβεβαιότητα.

Ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας των Συνταξιούχων, Γιώργος Κουτσιμπογεώργος, ζητά να σταματήσουν οι αδικίες εις βάρος των χηρών και καλεί την κυβέρνηση να αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία ύστερα από ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο με τους εκπροσώπους των συνταξιούχων.

Ο ίδιος ζητά επαναπροσδιορισμό των χαμηλών ποσοστών αναπλήρωσης στις συντάξεις λόγω θανάτου και κατάργηση της αυθαίρετης περικοπής στο 35% στις περιπτώσεις απασχόλησης.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των συνταξιούχων του ΟΤΕ, Στάθης Ανέστης, συνδέει την εξέλιξη με την ευρύτερη κοινωνική πίεση, τονίζοντας ότι η ακρίβεια και η αισχροκέρδεια καλπάζουν, ενώ η αγοραστική δύναμη των συντάξεων έχει μειωθεί δραματικά. Όπως επισημαίνει, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και κάτω από τη Βουλγαρία.

Η υπόθεση των συντάξεων χηρείας δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια του ασφαλιστικού συστήματος. Είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, θεσμικής ευθύνης και προστασίας ανθρώπων που έχασαν τον σύζυγο ή τη σύζυγό τους και στηρίζουν συχνά ολόκληρες οικογένειες με περιορισμένα μέσα. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να σταματήσει τη διαχείριση της αβεβαιότητας και να δώσει μόνιμη, καθαρή και δίκαιη λύση.