Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

18 Ιουλίου 2026

Τράπεζες: Κέρδη και ισχυροί δείκτες, με την κοινωνία εκτός χρηματοδότησης

Μια εικόνα θεαματικής ανάκαμψης για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παρουσίασαν κυβέρνηση, Τράπεζα της Ελλάδος και Ελληνική Ένωση Τραπεζών, κατά την ετήσια γενική συνέλευση της ΕΕΤ. Οι αριθμοί αποτυπώνουν έναν κλάδο με υψηλή κερδοφορία, ενισχυμένη ρευστότητα, ισχυρή κεφαλαιακή βάση και δραστικά περιορισμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει υποχωρήσει στο 3,4%, από επίπεδα κοντά στο 45% κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαθέτουν πλέον πιστοληπτική αξιολόγηση BBB+, οι εποπτικοί δείκτες κεφαλαίων και ρευστότητας βρίσκονται πάνω από τις προβλεπόμενες απαιτήσεις και η χρηματιστηριακή αξία του κλάδου έχει ξεπεράσει τα 50 δισ. ευρώ.

Στο αποκορύφωμα της κρίσης, η συνολική χρηματιστηριακή αξία των ελληνικών τραπεζών είχε υποχωρήσει κάτω από το 1 δισ. ευρώ. Η σημερινή αποτίμηση καταγράφει τη μεγάλη απόσταση που έχει διανύσει ο κλάδος, αποκαθιστώντας την πρόσβασή του στις διεθνείς αγορές και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Η βασική πολιτική και οικονομική πρόκληση αφορά πλέον τον τρόπο με τον οποίο αυτή η τραπεζική ισχύς θα μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία. Η ανάκαμψη των ισολογισμών δεν αρκεί από μόνη της για να καλύψει τις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και των επαγγελματιών που εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τον τραπεζικό δανεισμό.

Στη συνέλευση τοποθετήθηκαν ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Γιώργος Ζανιάς και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Οι παρεμβάσεις τους συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι ο κύκλος της τραπεζικής εξυγίανσης έχει ολοκληρωθεί και ότι η επόμενη φάση πρέπει να επικεντρωθεί στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης περιέγραψε ένα τραπεζικό σύστημα που λειτουργεί πλέον μέσα σε περιβάλλον μακροοικονομικής σταθερότητας, επενδυτικής βαθμίδας, χαμηλότερων αποδόσεων στα ελληνικά ομόλογα και ρυθμών ανάπτυξης υψηλότερων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Κατά τον υπουργό, οι ελληνικές τράπεζες είναι σήμερα κεφαλαιακά ισχυρές, διαθέτουν επαρκή ρευστότητα και εμφανίζουν σταθερή κερδοφορία. Το κυβερνητικό μήνυμα είναι ότι το βάρος πρέπει πλέον να μετακινηθεί από τη διάσωση και τη σταθεροποίηση του κλάδου προς την εντονότερη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων οι ελληνικές τράπεζες χορηγούν περίπου 70 ευρώ σε δάνεια. Στην Ευρωζώνη, η αντίστοιχη αναλογία πλησιάζει τα 100 ευρώ δανείων για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων.

Η μεγάλη απόσταση στον λόγο δανείων προς καταθέσεις φανερώνει τα σημαντικά περιθώρια πιστωτικής επέκτασης. Παράλληλα, αποκαλύπτει ότι μεγάλο μέρος της ρευστότητας παραμένει έξω από την πραγματική οικονομία, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές επιχειρήσεις χρειάζονται κεφάλαια για επενδύσεις, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και κάλυψη του αυξημένου λειτουργικού κόστους.

Ισχυροί τραπεζικοί δείκτες και περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση

Η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε τον Μάιο του 2026 στο 9,8%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γιάννης Στουρνάρας. Ο ρυθμός είναι περίπου διπλάσιος από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Έναν χρόνο νωρίτερα, η πιστωτική επέκταση είχε φτάσει στο εξαιρετικά υψηλό 17,4%. Η αποκλιμάκωσή της στο 9,8% εξακολουθεί να αποτυπώνει ισχυρή ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια και αυξημένη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν επενδυτικά σχέδια.

Το 2025 οι νέες χορηγήσεις ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ, ενώ η συνολική πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα έφτασε το 8%, έναντι 3% στην Ευρωζώνη. Η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις πλησίασε το 12%, επιβεβαιώνοντας ότι ο επιχειρηματικός τομέας βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας τραπεζικής στρατηγικής.

Η αριθμητική αύξηση των χορηγήσεων χρειάζεται, ωστόσο, να εξεταστεί μαζί με την κατανομή τους. Η πραγματική συμβολή των τραπεζών στην ανάπτυξη κρίνεται από το ποιοι αποκτούν πρόσβαση στα κεφάλαια, ποιοι αποκλείονται και ποιο ποσοστό των χρηματοδοτήσεων κατευθύνεται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Η κυβερνητική πλευρά έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη χρηματοδότηση συγχωνεύσεων, εξαγορών, τεχνητής νοημοσύνης και επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ζήτησε παράλληλα τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πέρα από τον παραδοσιακό δανεισμό που στηρίζεται σε εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Η αναφορά αυτή αναγνωρίζει εμμέσως ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς. Χιλιάδες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την περιουσιακή βάση ή το οικονομικό μέγεθος που απαιτούν οι αυστηροί τραπεζικοί όροι, με αποτέλεσμα να παραμένουν εκτός χρηματοδότησης παρά τη βελτίωση των συνολικών πιστωτικών δεικτών.

Το σύστημα άμεσων πληρωμών IRIS παρουσιάστηκε ως παράδειγμα ελληνικής τραπεζικής καινοτομίας, πάνω στο οποίο μπορούν να δημιουργηθούν νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Η επέκταση των ψηφιακών συναλλαγών έχει ενισχύσει την ταχύτητα των πληρωμών και έχει συμβάλει στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Γιώργος Ζανιάς, υποστήριξε ότι οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και μη εξυπηρετούμενων δανείων έχουν πλέον συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Ανέφερε επίσης ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη ρευστότητα από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές και ότι το κόστος δανεισμού έχει προσεγγίσει τους μέσους όρους συγκρίσιμων οικονομιών.

Σύμφωνα με στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού για το πρώτο τρίμηνο του 2026, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 2,7%. Το ποσοστό κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ισπανία, ελαφρώς πάνω από την Πορτογαλία και κοντά στην Αυστρία.

Οι τράπεζες χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία εμφανίζουν χαμηλότερα επιτοκιακά περιθώρια, αντλούν όμως πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των εσόδων τους από προμήθειες. Στην Ελλάδα, τα έσοδα από προμήθειες αντιστοιχούν στο 20,73% των συνολικών τραπεζικών εσόδων, έναντι 29,46% στην Ευρωζώνη.

Η τραπεζική κερδοφορία παρουσιάστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της οικονομίας, την ενίσχυση των κεφαλαίων, τις επενδύσεις στην τεχνολογία και την απόδοση μερισμάτων στους μετόχους. Το κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα αφορά την ισορροπία ανάμεσα στις υψηλές αποδόσεις του κλάδου και στην ανάγκη για φθηνότερο, ευρύτερο και δικαιότερο δανεισμό.

Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών υποστήριξε ότι ο ανταγωνισμός έχει οδηγήσει τα σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων στα χαμηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης. Παρουσίασε επίσης καλύτερη επίδοση της Ελλάδας στον σύνθετο δείκτη κόστους δανεισμού των νοικοκυριών, ο οποίος συνυπολογίζει τη στεγαστική και την καταναλωτική πίστη.

Η βελτίωση των νέων επιτοκίων δεν αναιρεί το γεγονός ότι η στεγαστική πίστη παραμένει περιορισμένη για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών. Οι υψηλές τιμές των ακινήτων, οι απαιτήσεις ίδιας συμμετοχής και τα εισοδηματικά κριτήρια περιορίζουν τον αριθμό όσων μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε στεγαστικό δάνειο.

Ο Γιάννης Στουρνάρας επικεντρώθηκε στην ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος απέναντι στη διεθνή αβεβαιότητα. Υπογράμμισε ότι οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν υψηλή κερδοφορία, ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και σημαντική ρευστότητα, ενώ η ποιότητα του ενεργητικού τους συνεχίζει να βελτιώνεται.

Οι διαδοχικές αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης έχουν φέρει τις τέσσερις συστημικές τράπεζες στην κατηγορία BBB+, μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α. Η εξέλιξη μειώνει το κόστος πρόσβασης στις αγορές και ενισχύει τη δυνατότητα άντλησης νέων κεφαλαίων.

Κατά τη διάρκεια του 2025 εκδόθηκαν τίτλοι Additional Tier 1 συνολικού ύψους 2,7 δισ. ευρώ και ομόλογα Tier 2 ύψους 900 εκατ. ευρώ. Από τις αρχές του 2026, οι αντίστοιχες εκδόσεις ανήλθαν σε 700 εκατ. και 400 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, οι σημαντικές τράπεζες προχώρησαν σε εκδόσεις ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ύψους 3,1 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο των απαιτήσεων MREL. Οι εκδόσεις πράσινων ομολόγων έφτασαν τα 1,2 δισ. ευρώ, με στόχο τη χρηματοδότηση έργων βιώσιμης ανάπτυξης.

Το κυβερνητικό αφήγημα της συμπερίληψης και η πραγματική δοκιμασία

Το κεντρικό μήνυμα της γενικής συνέλευσης διατυπώθηκε από τον Κυριάκο Πιερρακάκη, ο οποίος υποστήριξε ότι η επόμενη δεκαετία πρέπει να συνδυάσει την ισχυρότερη ανάκαμψη με την κοινωνική συμπερίληψη. Κατά τον υπουργό, μια οικονομία που αφήνει πίσω της σημαντικό μέρος της κοινωνίας είναι άδικη και αναποτελεσματική.

Η τοποθέτηση αυτή περιγράφει με σαφήνεια το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Η τραπεζική ανάκαμψη έχει ολοκληρωθεί σε επίπεδο ισολογισμών, χρηματιστηριακών αποτιμήσεων και εποπτικών δεικτών. Η διάχυση των αποτελεσμάτων της προς την κοινωνία παραμένει περιορισμένη και άνιση.

Οι τράπεζες εμφανίζονται ως ένας από τους βασικούς κερδισμένους της οικονομικής ανάκαμψης. Το επόμενο στάδιο, σύμφωνα με τον υπουργό, είναι να αναλάβουν τον ρόλο του «αρχιτέκτονα» της νέας αναπτυξιακής περιόδου, χρηματοδοτώντας περισσότερες επενδύσεις, καλύτερες θέσεις εργασίας και παραγωγική αναβάθμιση.

Η κυβερνητική πρόσκληση προς τον τραπεζικό κλάδο συνοδεύεται από υψηλές προσδοκίες και σοβαρές ευθύνες. Οι τράπεζες καλούνται να διοχετεύσουν μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων σε δάνεια, να διευρύνουν τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και να δημιουργήσουν προϊόντα για επενδυτικά σχέδια που σήμερα αποκλείονται λόγω έλλειψης εξασφαλίσεων.

Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,4% αποτελεί βασικό δείκτη εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτυπώνει πλήρως την οικονομική κατάσταση των δανειοληπτών των οποίων οι οφειλές έχουν μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος ούτε το κοινωνικό βάρος που εξακολουθεί να προκαλεί η ιδιωτική υπερχρέωση.

Η εικόνα των ισχυρών τραπεζών συνυπάρχει με μια οικονομία στην οποία πολλές μικρές επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται με ίδια κεφάλαια, καθυστερούν επενδύσεις ή στρέφονται σε ακριβότερες πηγές δανεισμού. Η πιστωτική επέκταση καταγράφει σημαντική αύξηση, η κατανομή της καθορίζει το πραγματικό αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Στον απολογισμό του κλάδου περιλαμβάνονται και δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης ύψους περίπου 900 εκατ. ευρώ από το 2019. Από το ποσό αυτό, 400 εκατ. ευρώ αφορούν τη συμμετοχή των τεσσάρων συστημικών τραπεζών στο πρόγραμμα ανακαίνισης δημόσιων σχολείων «Μαριέττα Γιαννάκου».

Οι κοινωνικές παρεμβάσεις έχουν θετική συμβολή, δεν υποκαθιστούν όμως τον βασικό ρόλο του τραπεζικού συστήματος. Η ουσιαστική κοινωνική απόδοση των τραπεζών κρίνεται κυρίως από τους όρους χρηματοδότησης, το κόστος των υπηρεσιών, τη στήριξη της κατοικίας και τη δυνατότητα των παραγωγικών επιχειρήσεων να αποκτούν πρόσβαση σε κεφάλαια.

Οι 20 βασικοί δείκτες της τραπεζικής αγοράς περιγράφουν έναν κλάδο που έχει απομακρυνθεί αποφασιστικά από την κατάρρευση της προηγούμενης δεκαετίας. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια περιορίστηκαν, η κεφαλαιακή βάση ενισχύθηκε, η ρευστότητα αυξήθηκε, οι αξιολογήσεις αναβαθμίστηκαν και η χρηματιστηριακή αξία πολλαπλασιάστηκε.

Η επόμενη δοκιμασία αφορά την πραγματική οικονομία. Η κυβέρνηση και οι τράπεζες θα κριθούν από το αν η συσσωρευμένη χρηματοδοτική ισχύς θα μετατραπεί σε παραγωγικές επενδύσεις, βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, προσιτή στέγη και σταθερές θέσεις εργασίας.

Η ανάκαμψη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός. Η κοινωνική και αναπτυξιακή της αξία θα αποδειχθεί μόνο όταν οι θετικοί δείκτες πάψουν να αφορούν αποκλειστικά τους τραπεζικούς ισολογισμούς και αποτυπωθούν στα εισοδήματα, στις επιχειρήσεις και στην καθημερινή οικονομική ασφάλεια των πολιτών.